Από τον ανατολικό έως τον δυτικό Πόντο πολλοί ήταν εκείνοι που ασχολούνταν με το εμπόριο χιονιού για να κερδίζουν τα προς το ζην. Το χιόνι συγκεντρωνόταν σε ειδικά πηγάδια-αποθήκες το χειμώνα ή στις αρχές της άνοιξης και στη συνέχεια με συγκεκριμένες μεθόδους γινόταν πάγος ώστε να μπορεί να μεταφερθεί σε αγορές, παζάρια, μαγαζιά, πολυτελείς κατοικίες αλλά και νοσοκομεία.
Τη δουλειά την έκαναν οι καρτζήδες (έμποροι χιονιού) που έκοβαν το ευαίσθητο εμπόρευμα σε κομμάτια, το φόρτωναν τη νύχτα για να μη λιώνει και το πουλούσαν τα χαράματα στις πόλεις.
Την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε κάποιες περιοχές το εμπόριο του χιονιού ήταν μονοπώλιο και απαιτούνταν ειδικές άδειες. Η υπηρεσία της παροχής χιονιού/πάγου ήταν οργανωμένη και σε ορισμένες περιπτώσεις απαλλασσόταν από φόρους καθώς αντιμετωπιζόταν ως «υπηρεσία – βασικό αγαθό». Ακόμα και η Οθωμανική Αυλή (σαράι) είχε ειδικό Σώμα που φρόντιζε τον επαρκή ανεφοδιασμό της.
Αναφορές στο εμπόριο του χιονιού εντοπίσαμε σε κείμενα του Μιχαήλ Μεταλλείδη και του Δημοσθένη Κελεκίδη. Ο πρώτος αναφέρεται στο χωριουδάκι Καρλούκ στα Πλάτανα ενώ ο δεύτερος περιγράφει το πώς κατέβαζαν το χιόνι από την ψηλότερη κορυφή του Πόντου, το όρος Κατσκάρ (3.937μ.).
«Σε απόσταση 4-5 ωρών από την Τραπεζούντα, στην απότομη πλαγιά του υψηλού βουνού που σαν ουράνιο μετέωρο φαίνονταν απ’ όλα τα σημεία της Τραπεζούντας, και του οποίου η χιονόσκεπη κορυφή χάνονταν κάθε τόσο ανάμεσα στα σύννεφα, βρίσκονταν σκαρφαλωμένο το γραφικό χωριουδάκι Καρλούκ (Χιονότοπος).
»Οι κάτοικοί του, Ρωμιοί και Τούρκοι, ζούσαν ως επί το πλείστον από την κτηνοτροφία μα πιο πολύ από το χιόνι, που μαζεύανε τον χειμώνα σε ειδικά πηγάδια και το πωλούσαν ύστερα την άνοιξη.
»Τα χρόνια εκείνα που οι παγοποιητικές μηχανές δεν είχαν φθάσει ακόμα ως στα μέρη μας, το χωριουδάκι αυτό το απόμερο τροφοδοτούσε την Τραπεζούντα με πάγο. Ωστόσο, όταν περνούσε η εποχή του πάγου, οι φτωχοί Καρλουκιώτες κατέβαζαν κάπου κάπου και πωλούσαν κι’ από κανένα φόρτωμα καυσόξυλα» έγραφε το 1937 στα Ποντιακά Φύλλα ο Μιχαήλ Μεταλλείδης.
Με παρόμοιες διαδικασίες συγκέντρωναν το χιόνι και από το Κατσκάρ για να το μεταφέρουν στη Σαμψούντα, όπως σημειώνει ο Δημοσθένης Κελεκίδης στο δικό του συγγραφικό πόνημα.
«Κατά τα τέλη του χειμώνα μάζευαν το χιόνι, το ρίχναν μέσα σε λάκκους και αφού το πατούσαν καλά, το σκλήραιναν και το αφήναν. Κατά τον Απρίλιο αρχινούσαν να το κόβουν φέτες, φέτες. Η κάθε μια φέτα ήταν ακριβώς σαν αυτές τις τεχνητές κολώνες, που βλέπουμε, και στο πάχος τρεις φορές πιο χοντρές.
»Αυτό το τυλίγανε σε κάτι σκληρά πράσινα χόρτα, που βγαίνουνε πολύ στον Πόντο. Ήταν σαν δεντράκια που έφταναν σχεδόν στο ανάστημα του ανθρώπου, φύτρωναν πάρα πολλά και μόνα τους. Τα τύλιγαν μέσα δυο-δυο σε τσουβάλια και τα φόρτωναν στο γαϊδούρι. Αυτά τα πράσινα φύλλα ήταν κατάλληλα, για να κρατήσουν το χιόνι να μη λιώσει.
»Κάθε νοικοκύρης είχε πέντε ως δέκα γαϊδουρια φορτωμένα με δυο κολώνες στο κάθε γαϊδούρι. Σχεδόν μ’ αυτό ζούσαν τα χωριά στην περιφέρεια αυτή και πάνω στο βουνό. Και έβλεπες τα ξημερώματα μέσα στην Αμισό, σωρηδόν, να κατεβαίνουν τα γαϊδούρια. Το βράδυ ξεκινούσαν από τα χωριά τους, στις 5 1/2-6 και τα ξημερώματα φθάναν στην Αμισό, προτού πέσει ο ήλιος πάνω στον πάγο. Ήταν αγκαζαρισμένα σε διάφορα μπακάλικα, χασάπικα, γαλατάδικα και ξεφόρτωναν (σ’ εκείνα).
»Ψώνιζαν τα απαραίτητά τους, αλάτια, πετρέλαια, πασμάδες και ίσαμε το βράδυ φτάναν στα χωριά τους. Στο γυρισμό ταξίδευαν μέρα. Ρωμαλέα γαϊδούρια, γερά, μεγάλα και εκείνοι που τα οδηγούσαν πελώριοι, αγαθοί άνθρωποι. Μου κάναν εντύπωση, ντούκου ντούκου ο πάγος απάνω, λαχανιάζανε και πηγαίνανε», έγραφε ο Κελεκίδης για το εμπόριο χιονιού.
















