Η οικογένεια Αλφιεράκη αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα ευπατρίδων που από τον 18ο αιώνα διέπρεψαν στο εξωτερικό, σ’ ένα ξένο κράτος, μη δυνάμενοι να διαπρέψουν στην Ελλάδα, καθώς εκείνη δεν υπήρχε παρά μόνο ως ιδέα.
Από την ηρωική Μάνη όπου είχαν τις ρίζες τους διέγραψαν μια συγκλονιστική πορεία στο μακρινό Ταϊγάνιο.
Το Ταϊγάνιο (Ταγκανρόγκ στα ρωσικά) είναι μια πόλη της περιοχής του Ροστόφ της νότιας Ρωσίας. Αποτελεί σημαντικό λιμάνι της Αζοφικής Θάλασσας ήδη από την αρχαία εποχή, καθώς εκεί υπήρχε η παρουσία των αποίκων από τη Μίλητο.
Στα νεότερα χρόνια σημειώθηκαν μαζικές αφίξεις Ελλήνων στο Ταϊγάνιο, όπως και σε άλλα μέρη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αμέσως μετά τα Ορλοφικά. Αυτό που ξεχώριζε τους Έλληνες που έρχονταν στο Ταϊγάνιο ήταν ότι ανήκαν κυρίως στις τάξεις των εμπόρων, εγγράμματων και ευκατάστατων.
Οι Έλληνες έμποροι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της πόλης, καθώς πρωτοστάτησαν στην καθιέρωσή της ως σημαντικού κόμβου εξαγωγικού εμπορίου. Πολύ γρήγορα στο Ταϊγάνιο λειτούργησε ένα ελληνικό εκπαιδευτήριο – το Εμπορικό Γυμνάσιο. Επίσης οι Έλληνες πρωτοστάτησαν στην κοινωνική ζωή της πόλης, λαμβάνοντας σημαντικές θέσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Και εδώ έδρασε η Φιλική Εταιρεία. Και εδώ δραστηριοποιήθηκαν σημαντικές οικογένειες, όπως Μαυροκορδάτοι, Ράλληδες, Βαρβάκη, Φώτη, Βεναρδάκη και Αλφιεράκη.

Γενάρχης των τελευταίων ήταν ο Δημήτριος Αλφεραίος (Αλεφεραίος κατ’ άλλους) του Ηλία, με καταγωγή από τη Μάνη.
Ο Δημήτριος Αλφεραίος πήρε μέρος στα Ορλοφικά και πολέμησε στη Ναυμαχία του Τσεσμέ. Μαζί με άλλους 60 αγωνιστές πήρε 9 τουρκικές σημαίες και κατέλαβε με έφοδο το φρούριο του πασά της Μυτιλήνης. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσική Αυτοκρατορία προσκλήθηκε να μεταναστεύσει στο Αζόφ από τη Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας. Τιμήθηκε με τον τίτλο του ευγενούς και το αξίωμα του λοχαγού και εγκαταστάθηκε ως γαιοκτήμονας στο Ταϊγάνιο. Ονομάτισε τις μεγάλες εκτάσεις γης που του παραχωρήθηκαν «Λακεδαιμονική».
Ο ένας γιος του Δημητρίου, ο Αχιλλέας Αλφιεράκη (1810-1864), γεννήθηκε στο Ταϊγάνιο, αλλά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Ρώμη, όπου εξελίχθηκε σε αξιόλογο ζωγράφο της εποχής. Οι πίνακες του Αχιλλέα Αλφιεράκη κοσμούσαν στην Αυτοκρατορική Ακαδημία των Τεχνών της Ρωσίας, τη σημερινή Ρωσική Ακαδημία των Τεχνών.

Ο έτερος γιος του Δημητρίου Αλφεραίου, ο Νικόλαος Αλφιεράκη (1815-1863) γεννήθηκε επίσης στο Ταϊγάνιο. Τελείωσε τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Χαρκόβου και πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του στην Αγία Πετρούπολη, όπου υπηρέτησε ως κρατικός υπάλληλος σε ανώτατες διοικητικές θέσεις. Ασχολήθηκε με το εμπόριο. Διετέλεσε γραμματέας της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας των Τεχνών. Το 1848 ανήγειρε μια πολυτελή έπαυλη στο Ταϊγάνιο, γνωστή ως «Παλάτι Αλφιεράκη», ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα αξιοθέατα του ιστορικού κέντρου της πόλης, το οποίο στεγάζει το Μουσείο Τοπικών Σπουδών του Ταϊγανίου.

Ο Αχιλλέας Αλφιεράκη (1846-1919), ο γιος του Νικολάου, ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα και διακεκριμένος μουσικοσυνθέτης. Με σπουδές στην ιστορία και στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, και μουσικές σπουδές δίπλα στον μουσικοσυνθέτη Frosch. Μετά το θάνατο του πατέρα του ανέλαβε τις οικογενειακές επιχειρήσεις και δραστηριοποιήθηκε στο εμπόριο. Από το 1871 ήταν ειρηνοδίκης και από το 1880 μέλος του τοπικού Δημοτικού Συμβουλίου και δήμαρχος του Ταϊγανίου ως το 1880.

Προώθησε την επένδυση του δημοτικού προϋπολογισμού στη δεντροφύτευση, στην πεζοδρόμηση και στη στοιχειώδη εκπαίδευση των δημοτών. Είχε πλούσια φιλανθρωπική δράση. Το 1888 παραιτήθηκε από δήμαρχος του Ταϊγανίου και μετανάστευσε μόνιμα στην Αγία Πετρούπολη, όπου έλαβε υψηλά αξιώματα στο υπουργείο Εσωτερικών και στην τοπική διοίκηση.
Ο Σέργιος Αλφιεράκη (1850-1918), άλλος γιος του Νικολάου, ήταν πολυγραφότατος επιστήμονας ορνιθολόγος και εντομολόγος, από τους μεγαλύτερους ειδικούς στις πεταλούδες και μέλος της Ρωσικής Αυτοκρατορικής Γεωγραφικής Εταιρείας.

Ο Μιχαήλ Αλφιεράκη (1852-1915) ήταν επίσης γιος του Νικολάου, κρατικός υπάλληλος (υπουργείο Εσωτερικών, υπουργείο Οικονομικών κ.ά.), βιρτουόζος στο βιολί και διακεκριμένος κριτικός της Τέχνης στη Ρωσική Αυτοκρατορία.
Ο Μιχαήλ Μιχάιλοβιτς Αλφιεράκη (1889-1958) ήταν γιός του Μιχαήλ Αλφιεράκη, ήρωας και ανάπηρος πολέμου. Ακολούθησε στρατιωτική καριέρα. Πολυπαρασημοφορημένος αξιωματικός του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε μάχη της 31 Αυγούστου 1915, όντας τετράκις τραυματισμένος στο κεφάλι, με αυταπάρνηση και έχοντας μείνει ακάλυπτος και μόνος με τρεις στρατιώτες, μετά από εγκατάλειψη θέσεων από τους υπόλοιπους, με τα ίδια του τα χέρια έστρεψε το ένα πολυβόλο κατά των Γερμανών και τους θέρισε, δίνοντας δίοδο σε αποχωρούντες κοζάκους, μέχρι να λιποθυμήσει ο ίδιος.

Αργότερα πολέμησε στον Ρωσικό Εμφύλιο κατά των κομμουνιστών, αλλά λόγω της επικράτησης της Οκτωβριανής Επανάστασης κατάφερε να διαφύγει και να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Τάφηκε στο ρωσικό νεκροταφείο του Πειραιά.
Το «Παλάτι Αλφιεράκη»
Το «Παλάτι Αλφιεράκη» αποτελεί ταυτόχρονα ένα σύμβολο εποχής για το Ταϊγάνιο και ένα σύμβολο του πλούτου και της δόξας του ελληνισμού της Ρωσίας. Εκεί μαζεύονταν και συνδιαλέγονταν όλοι οι σημαντικοί Έλληνες του Ταϊγανίου, αλλά και ομογενείς επισκέπτες από όλο τον κόσμο. Εκεί συσκεπτόταν και η Φιλική Εταιρεία.

Στα τέλη του 1870 η οικογένεια πούλησε το μέγαρο για να στεγάσει τη Λέσχη του Εμπορικού Συμβουλίου. Η ιδέα της μετατροπής του κτηρίου σε μουσείο ανήκει στον ίδιο τον Αντόν Τσέχοφ – κλασικό λογοτέχνη που γεννήθηκε στο Ταϊγάνιο. Το μουσείο σήμερα φυλάσσει πολύτιμα αντικείμενα από τη συλλογή του τσάρου Αλέξανδρου Α΄ και αρχαιολογικά ευρήματα.
Από τον Μάρτιο του 2025 στο μουσείο λειτουργεί μια νέα θεματική έκθεση «Ταϊγάνιο: Χρόνος, τόπος, γεγονότα, άνθρωποι», σημαντικό μέρος της οποίας είναι αφιερωμένο στην ελληνική κληρονομιά της πόλης.
Εδώ εκτίθενται αρχαιολογικά ευρήματα της κλασικής περιόδου –κατάλοιπα της ελληνικής αποικίας στην περιοχή.

Μεγάλο μέρος της έκθεσης είναι αφιερωμένο στην ελληνική διασπορά και στη συμβολή της στην οικονομική και πνευματική ανάπτυξη της πόλης τον 19ο αιώνα. Υπάρχει ξεχωριστή προθήκη αφιερωμένη στη συμμετοχή των Ελλήνων του Ταϊγανίου στην Ελληνική Επανάσταση και στη δραστηριότητα του τοπικού παραρτήματος της Φιλικής Εταιρείας. Το μουσείο αποτελεί καμάρι της τοπικής κοινότητας των Ελλήνων του Ντονέτσκ.


Ο Σύλλογος των Ελλήνων της πόλης διοργανώνει θεματικές επισκέψεις, ξεναγήσεις και εκπαιδευτικές εκδρομές τόσο στην πόλη όσο και στο μουσείο.
Σπάρτακος Τανασίδης
















