Η Δημοκρατία της Μολδαβίας είναι μια λατινόφωνη χώρα με πληθυσμό μόλις δυόμισι εκατομμυρίων κατοίκων. Η περιοχή κατοικείται από την Αρχαιότητα, ενώ η χώρα πήρε το όνομά της από τον ποταμό Μολδάβα.
Η γλώσσα είναι η ρουμανική, ο πολιτισμός και των ντόπιων είναι ρουμανικός, και η εθνική συνείδηση είναι επίσης ρουμανική.
Ωστόσο, όπως και στην περίπτωση της Ουκρανίας που τεχνητά ξεχωρίστηκε από τους κομμουνιστές ως διαφορετικό κράτος από τη Ρωσία, έτσι και η Μολδαβία ξεχωρίστηκε για λόγους πολιτικούς από τη Ρουμανία και συνεχίζει να υφίσταται ως ξεχωριστή δημοκρατία, και μετά την ανεξαρτητοποίησή της από την ΕΣΣΔ (1991), με κυβερνήσεις φίλα προσκείμενες στη Ρωσία.
Κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της περιοχής, οι Έλληνες και εδώ έπαιξαν σημαντικό ρόλο, ενώ σήμερα αποτελούν μια μικρή μειονότητα.

Η παρουσία των Ελλήνων εντοπίζεται στις πηγές από τα μέσα του 16ου αιώνα. Οι πρώτοι ήταν έμποροι με προέλευση από τον ελληνικό χώρο και από τον Εύξεινο Πόντο.
Τον 16ο και τον 17ο αιώνα απέκτησαν ισχυρή θέση στο εμπόριο και παράλληλα πολιτική ισχύ μέσω των Φαναριωτών ηγεμόνων.
Η περιοχή της σημερινής Ρουμανίας και Μολδαβίας –η Μολδοβλαχία– αποτελούσε κράτος δορυφόρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σημαντική αυτονομία, διότι τους Οθωμανούς δεν συνέφεραν οι κοστοβόρες εκστρατείες στην περιοχή για την επιβολή της πλήρους κυριαρχίας. Επιπλέον, τους συνέφερε η ύπαρξη αυτής της «γκρίζας ζώνης» για να μην συνορεύουν άμεσα με τους βόρειους και δυτικούς αντίπαλους γείτονες (Ρώσοι, Πολωνοί).

Από το 1711 οι Οθωμανοί επέλεγαν να στέλνουν εκεί Φαναριώτες διοικητές, δηλαδή την ελληνόφωνη ελίτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και η περίοδος 1711-1821 είναι γνωστή ως η «Φαναριωτική περίοδος». Η ελληνική παρουσία αυξήθηκε στην περιοχή από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα χάρη στην εμπορική δραστηριότητα.
Από το 1821 η περιοχή διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην ελληνική υπόθεση, καθώς εκεί δραστηριοποιήθηκε η Φιλική Εταιρεία και η επανάσταση ξεκίνησε από τη Μολδοβλαχία.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνική επανάσταση δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τον ρουμανικό λαό λόγω της αντιπάθειας που έτρεφε προς τους Έλληνες ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας, οι οποίοι τον καταδυνάστευαν μέσω της φορολογίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας οι κόποι και οι μόχθοι του ρουμανικού λαού κατέληγαν στα ταμεία των Σουλτάνων και στα σεντούκια των Φαναριωτών.

Ενώ η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Οδησσό, επέκτεινε ισχυρά δίκτυα στη Μολδοβλαχία. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, έχοντας περάσει τον Προύθο, μπήκε στη Μολδαβία και πέρασε στο Ιάσιο όπου εξέδωσε την επαναστατική προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος».
Βασικά κέντρα της επανάστασης ήταν η Οδησσός, το Ιάσιο και το Κισινάου – η σημερινή πρωτεύουσα της Μολδαβίας.
Πρόσφατα (2025) στο Κισινάου εντοπίστηκε το λεγόμενο «σπίτι του Μιχαήλ Κάτσικα» – ένα κτήριο που αποτελούσε στρατηγείο της Φιλικής Εταιρείας. Η ελληνική κυβέρνηση σε επίσημη ανακοίνωσή της χαρακτήρισε το κτήριο ιστορικό και εκπονεί σχέδιο αγοράς του και μετατροπής σε μουσείο.
Στο Κισινάου έζησε και ο φιλέλληνας Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν, ο οποίος συναναστρεφόταν και ενίσχυε εκεί τους Φιλικούς.

Ελληνικό αξιοθέατο της πόλης είναι η Μονή Ciuflea (Τσούφλη), αφιερωμένη στον Άγιο Θεόδωρο Τήρων. Χτίστηκε τη δεκαετία του 1850 από τους Βλάχους εμπόρους Θεόδωρο και Αναστάσιο Τσούφλη, από το Τσεπέλοβο των Ιωαννίνων, οι οποίοι είναι θαμμένοι εκεί.
Στην ίδια πόλη έχει αφήσει ανεξίτηλη σφραγίδα η οικογένεια των Συναδηνών. Ο ελληνικής καταγωγής δήμαρχος της πόλης τα έτη 1837-1839 και 1840-1842 ήταν ο Παντελεήμων Συναδηνός, ενώ οι γιοι του (Ιβάν και Βίκτωρ) έχτισαν τον ιερό ναό του Αγίου Παντελεήμονα, γνωστό ως «ελληνική εκκλησία» ή «εκκλησία Sinadino».
Ο ναός χτίστηκε το 1891 σε νεοβυζαντινό αρχιτεκτονικό ύφος. Μετά το 1944 πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν να φύγουν από το Κισινάου λόγω του κομμουνισμού. Το καθεστώς τον χρησιμοποίησε για άσχετη χρήση, ενώ ξαναλειτούργησε ως ναός από το 1992.
Η τουριστική πλατφόρμα του Δήμου Κισινάου προτείνει την «ελληνική διαδρομή», από την Τεκτονική Στοά «Οβίδιος» στην οποία υπάγονταν οι Φιλικοί, κι από εκεί στο σπίτι-μουσείο του Πούσκιν, στην «Ελληνική εκκλησία (Sinadino)», και κατόπιν στο δημαρχείο και στη Μονή Ciuflea.
Ένας άλλος Παντελεήμων Συναδηνός, τρίτης γενιάς, διατέλεσε δήμαρχος του Κισινάου τα έτη 1905-1910.
Σήμερα ο αριθμός των ομογενών της Μολδαβίας εκτιμάται μεταξύ 3.000 και 4.000 ατόμων – στην πλειονότητά τους ρωσόφωνοι, καθώς και 250.000 τουρκόφωνοι γκαγκαούζοι. Δραστηριοποιούνται εντός του Συλλόγου «Ελευθερία» (Societatea de Cultura Greca «Eleftheria») και της Ένωσης Νέων Ελληνικής Καταγωγής «Παρθενών».
Από το 1998 λειτουργεί στο Κισινάου, στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μολδαβίας, τμήμα Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού. Στην περιοχή των γκαγκαούζων, στο Πανεπιστήμιο του Κομράτ, το 2006 ιδρύθηκε το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού, το οποίο ανακαινίστηκε το 2025 με την υποστήριξη της ελληνικής πρεσβείας.
















