Η ζωή της Φανής Νίτσου θα μπορούσε να ήταν ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα. Μια ιστορία γεμάτη δοκιμασίες, ξεριζωμό, απώλειες αλλά και δύναμη, που ξεκινά από ένα μικρό χωριό της Φλώρινας και καταλήγει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στην Αυστραλία. Και πράγματι, η ίδια η Φέι Μάνγκου όπως είναι το όνομά της σήμερα, έγραψε το 2004 την αυτοβιογραφία της η οποία φέρει τον τίτλο Κραυγή της Καρδιάς (Cry of the Heart) και εκδόθηκε από τον οίκο Tsonis Publishing.
Το βιβλίο καταγράφει την προσωπική ιστορία της και συνδέεται άμεσα με την Ιστορική Συλλογή της οικογένειας Μάνγκου, η οποία φυλάσσεται στα Μουσεία της Βικτώριας (Museums Victoria) στην Αυστραλία, μετά από δωρεά της ίδιας της συγγραφέως το 2009.
Γεννημένη το 1945, η Φανή μεγάλωσε σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι γονείς της, η Βάσω και ο Γιώργος Νίτσου, βίωσαν τις δραματικές συνέπειες του Εμφυλίου. Ο πατέρας της βρέθηκε για τρία χρόνια εγκλωβισμένος σε αντάρτικες δυνάμεις, ενώ η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον τόπο της και να αναζητήσει καταφύγιο στην Αλβανία.
Η επανένωση της οικογένειας δεν σήμανε και το τέλος των δοκιμασιών. Μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες μεταφέρθηκαν στην Πολωνία, όπου έζησαν για περισσότερο από μία δεκαετία. Εκεί η μοίρα επιφύλασσε ακόμη ένα σκληρό χτύπημα. Ο πατέρας της Φανής, εξασθενημένος από τις κακουχίες και τα τραύματα του πολέμου, πέθανε από τύφο το 1951. Η απώλειά του σημάδεψε βαθιά τη μητέρα της, η οποία δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τον πόνο.
Η Φανή, η μητέρα της και ο αδελφός της παρέμειναν στην Πολωνία μέχρι το 1959, όταν τους δόθηκε η δυνατότητα να επιστρέψουν στο χωριό τους στη βόρεια Ελλάδα. Ωστόσο, η ζωή παρέμενε δύσκολη και οι προοπτικές περιορισμένες. Έτσι, όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία να μεταναστεύσει στην Αυστραλία και να ζήσει κοντά σε συγγενείς στο Noble Park της Μελβούρνης, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα.
Τον Μάρτιο του 1964, σε ηλικία μόλις 18 ετών, επιβιβάστηκε στο πλοίο «Πατρίς» με προορισμό τη νέα της πατρίδα.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού γνώρισε έναν νεαρό Έλληνα μετανάστη, τον Ηρακλή Μάνγκο. Τότε κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι δρόμοι τους θα συναντιούνταν ξανά.
Τα πρώτα χρόνια στη Μελβούρνη δεν ήταν εύκολα. Η Φανή εργάστηκε σε εργοστάσιο εργαλείων, μια δουλειά που δεν την ενθουσίαζε, ενώ η περιορισμένη γνώση της αγγλικής γλώσσας έκανε την προσαρμογή της στη νέα ζωή της ακόμη πιο δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά, θυμάται με ιδιαίτερη νοσταλγία τις Κυριακές, όταν μαζί με την ξαδέλφη της Αγάπη πήγαιναν στους χορούς του Φιτζρόι, όπου η ελληνική κοινότητα έδινε ζωή και παρηγοριά στους νεοφερμένους μετανάστες.
Το 1967 η μητέρα και ο αδελφός της έφτασαν επίσης στην Αυστραλία. Την ίδια περίοδο ξανασυνάντησε τον Ηρακλή, τον νεαρό που είχε γνωρίσει στο ταξίδι προς τη Μελβούρνη. Εκείνος πλέον χρησιμοποιούσε το όνομα Έρικ και εκείνη είχε υιοθετήσει το όνομα Φέι. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε έρωτα και έναν χρόνο αργότερα, το 1968, παντρεύτηκαν στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας στο Ρίτσμοντ της Μελβούρνης.

Το ζευγάρι δημιούργησε μια όμορφη οικογένεια με τρία παιδιά, ενώ οι γονείς του Έρικ εγκαταστάθηκαν και εκείνοι μόνιμα στην Αυστραλία το 1970. Το 1977 επέστρεψαν για επίσκεψη στην Ελλάδα, όμως ποτέ δεν μετάνιωσαν για την απόφαση που πήραν να χτίσουν τη ζωή τους στην άλλη άκρη του κόσμου.

Σήμερα, η ιστορία της Φανής Νίτσου αποτελεί μια ζωντανή υπενθύμιση της δύναμης, της αντοχής και της αισιοδοξίας που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων μεταναστών, οι οποίοι κατάφεραν να μετατρέψουν τις δυσκολίες του παρελθόντος σε θεμέλια για ένα καλύτερο μέλλον.
















