Πολλοί έχουν πει ότι η σειρά «Λωξάντρα» ήταν ο προπομπός των μαγειρικών εκπομπών που έχουν κατακλύσει την ελληνική τηλεόραση τις δυο-τρεις τελευταίες δεκαετίες. Και ναι, κατά μία έννοια, αν θυμηθεί κανείς πόσες (πολλές) φορές η ηρωίδα δίνει αναλυτικά συνταγές για διάφορες ανατολίτικες λιχουδιές – και φυσικά, είναι μονίμως πάνω από μια κατσαρόλα για να δοκιμάζει το φαγητό «στ’ αλάτι του».
Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και σήμερα πολλά περιοδικά κυκλοφορούν με ένθετα που έχουν στον τίτλο τους το όνομα της Λωξάντρας· συν πόσα καταστήματα εστίασης –κυρίως πολίτικης κουζίνας–, φέρουν το ίδιο όνομα.
Το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 1980 άνοιξε ένα παράθυρο μνήμης, ιστορίας, γεύσεων, με πολλές μυρωδιές.
Και φυσικά με πολλή νοσταλγία, για πατρίδες που χάθηκαν αλλά δεν λησμονήθηκαν, για τη δύναμη της οικογένειας, αλλά και για το πώς η ιστορία μπορεί να αλλάξει την πορεία της ζωής των απλών ανθρώπων, όχι όμως την ψυχή τους.
Εν αρχή ην ο λόγος
Η μικρή Άννα, η εγγονή της Λωξάντρας ήταν η συγγραφέας του έργου, η Μαρία Ιορδανίδου. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1962, όταν η συγγραφέας ήταν 65 ετών.
«Ξαφνικά, στα γηρατειά μου, κάθισα για λίγο και έγραψα τα βιβλία μου. Αυτά τα βιβλία είναι που με σήκωσαν, γιατί εγώ έγραψα μόνο και μόνο για να θυμηθώ τα παλιά, όχι για να γίνω συγγραφέας», είχε πει στην τελευταία συνέντευξη που είχε δώσει.
Ήταν το 1987 στην εφημερίδα Τα Νέα, λίγο πριν από την πρεμιέρα της σειράς «Σαν τα τρελά πουλιά» που βασιζόταν σε βιβλίο της – κατά μια έννοια ήταν η συνέχεια της Λωξάντρας.
Η ζωή πάντως της συγγραφέως δεν υστερεί σε περιπέτεια από αυτή της γιαγιάς Λωξάντρας.
Η Μαρία Κριεζή –όπως ήταν το πατρικό της όνομα– γεννήθηκε το 1897 στην Κωνσταντινούπολη. Έμεινε για οκτώ χρόνια στον Πειραιά για να επιστρέψει πάλι στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε στο Αμερικάνικο Κολέγιο.
Το 1914 βρέθηκε στο Βατούμ της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας καλεσμένη από έναν θείο της για διακοπές, αλλά αποκλείστηκε εκεί με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου και την Οκτωβριανή Επανάσταση στη συνέχεια. Έμεινε πέντε χρόνια εκεί και σε αυτό το διάστημα φοίτησε στο Γυμνάσιο της Σταυρουπόλεως Ρωσίας.

Το 1919 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εργάστηκε σε αμερικανική εμπορική εταιρεία. Το 1920 πήρε μετάθεση για την Αλεξάνδρεια, όπου ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους, έγινε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος Αιγύπτου και το 1923 παντρεύτηκε τον εκπαιδευτικό Ιορδάνη Ιορδανίδη.
Μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε με τον σύζυγο και τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης.
Το 1931 χώρισαν με τον Ιορδανίδη, με τον οποίο είχε στο μεταξύ είχαν αποκτήσει δύο παιδιά. Το 1939 απολύθηκε από την πρεσβεία και ξανάρχισε να ασχολείται με τα μαθήματα ξένων γλωσσών. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής καταστράφηκε το σπίτι της και η ίδια διώχτηκε και κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα.

Έγραψε πέντε βιβλία, ενώ το 1978 βραβεύτηκε το 1978 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τον Χρυσό Σταυρό και το Οφφίκιο της Αρχόντισσας του Οικουμενικού Θρόνου.
Η Μαρία Ιορδανίδου απεβίωσε στις 6 Νοεμβρίου 1989.
Η σειρά που καθήλωσε
Ως σίριαλ η «Λωξάντρα» ήταν αυτό που θα λέγαμε σήμερα «ευλογημένο» από την αρχή. Και αυτή η «ευλογία» φτάνει ως τις μέρες μας, καθώς –ευτυχώς– η σειρά δεν σβήστηκε· και όχι μόνο υπάρχει στο Αρχείο της ΕΡΤ, αλλά προβάλλεται σχεδόν κάθε χρόνο.
Το κανάλι λοιπόν και χρήματα έδωσε –παρόλο που τα περισσότερα γυρίσματα ήταν εσωτερικά σε πλατό–, και μαζί με τον σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου και την παραγωγό Ελβίρα Ράλλη το έψαξαν πριν αρχίσουν τα γυρίσματα. Κυρίως στο θέμα της πρωταγωνίστριας.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής πολλές γνωστές ηθοποιοί είχαν περάσει και μιλήσει με τους υπεύθυνους. Ονόματα όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μάρθα Βούρτση και η Καίτη Λαμπροπούλου.
Η Μπέτυ Βαλάση το έμαθε από τις εφημερίδες ότι θα γυριστεί η σειρά. Όπως είχε πει σε συνέντευξή της, πήγε η ίδια στην παραγωγό και της ανακοίνωσε: «Ήρθα να σας πω ότι θέλω να παίξω τη Λωξάντρα».
«Με κοιτάζει καλά καλά και μου λέει: “Σας ξέρω, είστε καλή ηθοποιός, αλλά η Λωξάντρα είναι μια λαϊκή γυναίκα, εσείς έχετε φινέτσα”. Ευτυχώς μου κόβει και της απαντάω: “Αν είμαι καλή ηθοποιός παίζοντας μια πόρνη [σ.σ. που έπαιζε εκείνη την περίοδο στο θέατρο], τότε μπορώ να παίξω και μια λαϊκή γυναίκα».

Ώσπου να της δοθεί τελικά ο ρόλος πέρασαν 3,5 μήνες. Το μυαλό της ήταν συνέχεια εκεί. Και ένα πρωί, στις 8:30, χτυπάει το τηλέφωνο και της ανακοινώνουν τα ευχάριστα.
Φυσικά το νέο ότι ξεκινούν τα γυρίσματα με την Μπέτυ Βαλάση γράφτηκε στα έντυπα της εποχής. Και λίγες μέρες μετά έτυχε, κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, να πέσει πάνω σε μια πολύ γνωστή ηθοποιό που εμφανιζόταν φαβορί για το ρόλο. Γνωρίζονταν από το θέατρο μεν, χωρίς να έχει τύχει να παίξουν μαζί.
Η Βαλάση την χαιρέτησε και η άλλη της το ανταπέδωσε με ένα… φάσκελο και χωρίς να πει λέξη.
Και φτάνουμε στη σειρά. Το μόνο παράδοξο ήταν ότι γυρίστηκε ασπρόμαυρη. Και μοιάζει παράδοξο γιατί ήδη είχαν αρχίσει να γυρίζονται έγχρωμα προγράμματα και σειρές για την ελληνική τηλεόραση.
Τη μουσική –που έχει μείνει εμβληματική και αναγνωρίσιμη έως σήμερα– υπέγραψε η νεαρή τότε Ελένη Καραΐνδρου, ενώ τη σεναριακή προσαρμογή ο ηθοποιός και συγγραφέας Χρήστος Δοξαράς. Μάλιστα στη σειρά έπαιζε και η σύζυγός του Μαρία Μαρμαρινού, στο ρόλο της Ελεγκάκη.
Ο Γιάννης Αργύρης υποδύθηκε τον Δημητρό, τον σύζυγο της Λωξάντρας, ενώ η τότε νέα γενιά ηθοποιών είχε εκπροσώπηση από καλλιτέχνες όπως οι: Γιώργος Κυρίτσης, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Πάνος Χατζηκουτσέλης, Άννα Γεραλή, Ανθή Ανδρεοπούλου. Το κοινό είδε και τον Παύλο Χαϊκάλη σε έναν μικρό ρόλο στην πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση.
Και φυσικά, ποιος ξεχνάει τον Ταρνανά (Αλέκος Μαυρίδης) και τη Σουλτάνα (Νίκη Παζαρέντζου), τους πιστούς εργαζόμενους στο σπίτι της Λωξάντρας.
Ναι, σαν να το βλέπουμε τώρα. Αλλά έχουν περάσει 46 χρόνια. (Η «ευλογία» που λέγαμε.)
Η δεύτερη ευκαιρία
Φυσικά η Μπέτυ Βαλάση αποδείχθηκε η σωστή επιλογή, κερδίζοντας μια θέση στην τηλεοπτική μας ιστορία. Και προς τιμήν της, δεν επανέλαβε το ρόλο της Πολίτισσας, παρά μόνο κάποιες δεκαετίες μετά ως «Πολίτισα πεθερά» στις «7 θανάσιμες πεθερές».
Κοιτώντας τη ζωή της διαπιστώνει κανείς πολλά κοινά με τη συγγραφέα Μαρία Ιορδανίδου. Βέβαια δεν ήταν αυτός ο λόγος που την επέλεξαν.
Οι γονείς ήταν πρόσφυγες, και μάλιστα ο μεγάλος αδελφός του πατέρα της σφαγιάστηκε από τους Τούρκους το 1922. Όπως και η Μαρία Ιορδανίδου, έτσι και η Μπέτυ (από το Δέσποινα) ήταν παιδί χωρισμένων γονιών. Ο πατέρας της έμεινε στην Κατερίνη και ίδρυσε μονάδα παραγωγής καπνών –όπως είχε η οικογένειά του στη Μικρά Ασία–, ενώ η μητέρα της μετακόμισε στην Αθήνα.
Για πολλά χρόνια η μικρή Μπέτυ ταξίδευε με τρένο μεταξύ Αθήνας και Κατερίνης, ώστε να βλέπει και τους δύο γονείς της. «Πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια» είχε εξομολογηθεί.

Από μικρή είχε βρει παρηγοριά στο θέατρο. Αλλά στο σπίτι ούτε να το ακούσουν. Φυσικά εκείνη έκανε αυτό που πρόσταζε η καρδιά της. Τελειώνει τη Δραματική Εθνικού, και: «Η πρώτη μου παράσταση ήταν στο “Καλουτά”, στην Οδύσσεια του Μανώλη Σκουλούδη, με Κουν, Αρώνη. Ήμουν τυχερή. Είχα δασκάλους τον Χουρμούζιο, την Παξινού, τον Τερζάκη, τον Καραντινό. Αν είχες λίγο μυαλό, έπαιρνες σπουδαία δώρα απ’ αυτούς τους ανθρώπους. Και φυσικά είχα από μικρή το δώρο της αγάπης του κόσμου».
Όμως η αγάπη του πατέρα άργησε να έρθει. Η ηθοποιός είχε αφηγηθεί σε συνέντευξή της πως κάποια στιγμή ένας φίλος του πατέρα της του είχε δείξει μια εφημερίδα που είχε τη φωτογραφία της. Ο φίλος τον ρώτησε αν είναι η κόρη του και εκείνος είπε «όχι».

Και ενώ ως νέα ηθοποιός ήταν σε άνθηση, προκύπτει έρωτας με Αμερικανό που τότε ζούσε στην Ελλάδα. Παντρεύονται και πάνε να ζήσουν στην πατρίδα του. Γεννιέται ο γιος τους Νικόλας, αλλά ύστερα από 2,5 χρόνια χωρίζουν. Και εκείνη μαζί με το παιδί επιστρέφουν στην Ελλάδα. Ευτυχώς ο χώρος δεν την είχε ξεχάσει.
Και η δεύτερη φάση της καριέρας της ήταν πολύ πλουσιότερη, αφού έπαιξε από Αγγελόπουλο και Κούνδουρο στο σινεμά, μέχρι και σε σίριαλ, όπως το «Χάι ροκ». Και σε όλα ήταν ξεχωριστή.
«Στη ζωή μου έχω πει πολλά “όχι”. Αν δεν μου άρεσε το σενάριο ή ο σκηνοθέτης, δεν πήγαινα καθόλου», είχε δηλώσει για τις επαγγελματικές επιλογές της. Και είχε τονίσει στη συνέχεια: «Δεν με ενδιαφέρουν οι κριτικές. Με νοιάζουν μόνο ο κόσμος και η ψυχή μου».

Η Μελίνα και ο Τίτος Βανδής
Υπάρχουν ορισμένες στιγμές στη ζωή των ανθρώπων που είναι καρμικές. Για παράδειγμα, όταν η Μπέτυ Βαλάση πήγαινε σχολείο στα Εξάρχεια. «Πήγαινα στο 5ο Γυμνάσιο. Είχα μόλις σχολάσει και με τις φίλες μου περνούσαμε από την Καλλιδρομίου. Ξαφνικά, βλέπουμε κόσμο, αναστάτωση, είχαν κλείσει το δρόμο σε ένα σημείο. Τι γινόταν; Γύριζαν τη Στέλλα, τη σκηνή του μαχαιρώματος.
»Βλέπουν οι φίλες μου τον Κακαβά, παθαίνουν πλάκα. Κούκλος. Μα εγώ, με το που βλέπω τη Μελίνα –που δεν την ήξερα τότε–, με την γκρίζα φούστα, τη ζώνη, το μαύρο ζιβάγκο και το κοντό μαλλάκι, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Έχω μείνει και κοιτάζω αυτό το πλάσμα. Και κάποια στιγμή με παίρνει είδηση και μου κλείνει το μάτι. Oι γνωστές μαγκιές της Μελίνας», είχε πει σε συνέντευξή της.
Τελικά με τη Μελίνα –δύο δεκαετίες μετά, στη Μεταπολίτευση–, όχι μόνο γνωρίστηκαν και έγιναν πολύ καλές φίλες, αλλά έπαιξαν μαζί σε θέατρο και κινηματογράφο.
Πώς έγινε η επίσημη γνωριμία τους; Η ηθοποιός διηγείται: «Ήμασταν μαζί σε μια συγκέντρωση και έρχεται και μου λέει: “Να σου πω, πού κάνεις βαφή στα μαλλιά;“. “Στην πλατεία στο Κολωνάκι”, της απαντάω, “στον Άγγελο”. “Α, ωραία, να πάμε αύριο μαζί”, μου λέει. Από τότε γίναμε φίλες. Είχα αυτή την τύχη».
Έτερο καρμικό ήταν με τον –όπως αποδείχτηκε– άντρα της ζωής της, τον Τίτο Βανδή. Απ’ όταν ήταν στη δραματική σχολή είχε κόλλημα μαζί του, χωρίς να τον ξέρει προσωπικά. Γνωρίστηκαν στη δεκαετία του ’80 μέσω… αλληλογραφίας.
Συγκεκριμένα, ο γιος της Νικόλας Χάρι Μινισσάλι ήθελε τότε να πάει στην Αμερική για σπουδές. Μέσω κοινού γνωστού ζήτησε τη βοήθεια του ηθοποιού που τότε δούλευε στις ΗΠΑ. Εκείνος προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει.

Τελικά γνωρίστηκαν το 1982, και –όπως το χαρακτήρισε εκείνη– ήταν «ακαριαίος έρωτας» Εκείνος βέβαια ήταν τότε παντρεμένος, ενώ η Μπέτυ Βαλάση δεσμευμένη για 9 χρόνια. Το είπε στα ίσια του πρώην, ότι μπήκε ένας άλλος άντρας στην ζωή της – και τελικά Βαλάση-Βανδής παντρεύτηκαν το 1986.
Και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος εκείνου στις 23 Φεβρουαρίου το 2005. Η ίδια, εκτός από τη μεγάλη αγάπη που του είχε, δεν έκρυβε την πικρία της, ότι στην Αμερική τον τίμησαν περισσότερο απ’ ό,τι στην Ελλάδα.
Η δύση μιας γυναίκας
Τιμής ένεκεν, βάφτισαν τον εγγονό της Τίτο. Όταν έπαιζε στο θέατρο το Ταξίδι με τη θεία μου είχε πάει να την δει ο μικρός: «Όταν έπαιζα στην τελευταία παράσταση είχε έρθει να με δει ο εγγονός μου, ο Τίτος. Και στα καμαρίνια ήταν κατακόκκινος από το κλάμα και μου είπε: “Δεν θέλω να πεθάνεις”. Και του απάντησα: “Όλοι θα πεθάνουμε, αλλά θα φύγουμε και θα γίνουμε αστράκια. Και θα ανέβουμε πάνω”».
Δυστυχώς ένα εγκεφαλικό την κράτησε μακριά από τη δουλειά της: «Για έναν χρόνο δεν μπορούσα να μιλήσω. Μόνο έκλαιγα. Ντρεπόμουν όμως να αυτοκτονήσω. Σεβόμουν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μου. Δυο-τρεις άνθρωποι μου στάθηκαν. Η Τζέση Παπουτσή με τον άντρα της, ο Γιάννης Ζουγανέλης, η Ισιδώρα Σιδέρη που επί ένα μήνα ερχόταν κάθε πρωί στο σπίτι μου και μου έκανε ρέικι για να με βοηθήσει να επανέλθω».
Τα τελευταία χρόνια ακούστηκαν πολλά για την υγεία της. Το 2025 η Σεμίνα Διγενή δημοσίευσε φωτογραφίες της ηθοποιού που πλέον μένει στο «Σπίτι του Αγωνιστή» – και μάλιστα την είχε επισκεφτεί και ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Eκείνη την περίοδο είχε μιλήσει και ο γιος της για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η 89χρονη σήμερα ηθοποιός. Εξήγησε, συγκεκριμένα, πως από το 2009 διαπίστωσε, όσο έμεναν μαζί στο σπίτι τους στα Βριλήσσια, πως κάτι δεν πήγαινε καλά και μίλησε με γιατρούς οι οποίοι την εξέτασαν και την διέγνωσαν με άνοια.
Στην αρχή ήταν δύσκολο, καθώς φοβόντουσαν πως θα μπορούσε να κάνει κακό στον εαυτό της χωρίς να το θέλει, αλλά τα προβλήματα έγιναν ακόμη πιο έντονα στην πορεία, διότι ξεκίνησε να μην τρώει και σταμάτησε να κάνει βασικές λειτουργίες.
Έπαθε μάλιστα και 5 ή 6 εγκεφαλικά, και αφού η κατάσταση επιδεινώθηκε ο ίδιος αποφάσισε να επικοινωνήσει με τον Δημήτρη Κουτσούμπα και να του ζητήσει βοήθεια. Και κάπως έτσι κατέληξε να μένει εκεί τα τελευταία χρόνια, όπου και εκείνη –αλλά και ο γιος της– αισθάνονται ότι είναι ασφαλής, με την ηθοποιό να έχει μια φυσιολογική ζωή.
Καρμικό και εδώ; Όπως η Λωξάντρα που τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε απομονωθεί και ζούσε με τις αναμνήσεις της. «Έχω πολλές πίκρες στη ζωή μου, αλλά η ζωή είναι δώρο» είχε πει σε συνέντευξή της, προσθέτοντας: «Δεν τον φοβάμαι το θάνατο, όλοι θα πεθάνουμε».
Στο σανίδι
Ομολογουμένως το θεατρικό ανέβασμα του έργου είναι πολύ δύσκολο και απαιτητικό. Νά όμως, που συνέβη.
Αρχικά στο ΚΘΒΕ τη σεζόν 2010-11 με πρωταγωνίστρια τη Φωτεινή Μπαξεβάνη και σκηνοθέτη τον Σωτήρη Χατζάκη. Η παράσταση έσπασε ταμεία, και στην Αθήνα όταν κατέβηκε.
To 2018, αρχικά στο Θέατρο «Βεάκη» και το καλοκαίρι του 2019 σε περιοδεία, η Ελένη Κοκκίδου υποδύθηκε την ηρωίδα σε μια παράσταση με πολλή μουσική και τραγούδι, αλλά και πολυάριθμο θίασο. Και εδώ την σκηνοθεσία υπέγραψε ο Σωτήρης Χατζάκης.

Τέλος το 2023 η Άννα Βαγενά έκανε την Λωξάντρα μονόλογο και την ανέβασε στο Θέατρο «Μεταξουργείο».
Σπύρος Δευτεραίος
















