Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε στον οικισμό Γαράπερτσιν (ή Καράπερτσιν), που ήταν κτισμένος σε πλαγιά της κοιλάδας Αγιούτεπεσι, 24 χλμ νοτιοανατολικά της Σαμψούντας και 8 χλμ νότια της Τέκκιας. Εκκλησιαστικά άνηκε στη μητρόπολη Αμάσειας και ήταν μεγάλος οικισμός.
Ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής, ο οποίος το 1906 ανερχόταν σε περίπου 900 κατοίκους, λίγα χρόνια αργότερα είχε φτάσει στους 1.508 και μιλούσαν ποντιακά.
Είχαν καταγωγή από την Αργυρούπολη και συντηρούσαν εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, και σχολείο όπου λειτουργούσε πλήρες δημοτικό και δύο τάξεις του γυμνασίου. Οι περισσότεροι από τους απόφοιτους του σχολείου ολοκλήρωναν τις σπουδές τους στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Η οικονομία του οικισμού βασιζόταν στη γεωργία, κυρίως στην παραγωγή καπνών. Τα οικονομικά κέντρα της περιοχής ήταν η Σαμψούντα και η Τέκκια. Με την Ανταλλαγή, οι κάτοικοι του Γαράπερτσιν εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Χρυσούπολη Καβάλας και στα Αμπελάκια Δράμας.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Εμένα Γρηγοριάδη γράφνε με σο σχολείον και σην Μητρόπολιν, Γρηγοράντ λένε το μαχαλάν τη Γαράπερτσιν και τούρκικα λεν εμε Γοργόρογλου. Εγεννέθα σο χωρίον Γαράπερτσιν ση 1899 τη χρονίας. Επήγα σο δημοτικόν σχολείον, το δημοτικόν ετελείωσα.
Έκανα αντάρτης από τα 1917 μέχρι τα 1921. Από 12 χρονώ μπήκα στην επανάσταση. Εκουβάλαν α πολεμοφόδια στους αντάρτες, απ’ τη Σαμψούντα σο βουνόν.
Οι αντάρτες είχαν πράκτορες στη Σαμψούντα, Έλληνες πράκτορες οι οποίοι ετροφοδοτούσαν τους αντάρτες. Όταν θα εκουβάλναμ φισέκια και οι τρανοί δεν πήγαιναν, δεν ταίριαζε να πάνε, επέγναμ εμείς. Εφόρτωναμ σα γαϊδουράκια και σα άλογα και επέγναμ ατα σα βουνά.
Στα 1913-1914 έδωσαν τα πρώτα όπλα. Τα όπλα έρχονταν απ’ τη Ρωσία. Ήταν ιαπωνέζικα όπλα, ιαπωνέζικες βόμπες. Με τα καράβια τα έφερναν. Συνοδεύονταν με πολεμικά ρωσικά. Τα ξεφόρτωναν στα Τεβρέντια και στα Τεφίνια,1 κοντά στη Σαμψούντα. Άλλα όπλα ξεφόρτωναν στην Πάφρα. Τα παρέδιναν στους αντάρτες. Τα αντάρτικα κατέβαιναν μέχρι την παραλία. Πολλές φορές γυναίκες και παιδιά κατέβαιναν απ’ τα γύρω χωριά και βοηθούσαν στο κουβάλημα των πολεμοφοδίων.
Όταν έγινα 16-17 χρονώ παιδί είχαμε στη Σαμψούντα μαγαζί. Μου το άνοιξε ο πατέρας το μαγαζί. Ήταν κοντά στο Σούπασι,2 κάτω απ’ το Ιτατιέ μεκτεπί (τουρκικό σχολείο). Ο σκοπός μας ήταν να φευγατίζουμε πράγματα προς το βουνό από το μαγαζί. Ο πατέρας μου δεν ήταν αντάρτης, αλλά αγαπούσε και βοηθούσε το αντάρτικο. Αν δεν ήταν ασθενικός θα πήγαινε κι αυτός στο βουνό.
Το 1918 έφυγα στο χωριό και μπήκα στο αντάρτικο.
Το 1921 επιάστηκα στη Σαμψούντα. Μπαίναμε κρυφά στη Σαμψούντα και βγάζαμε τρόφιμα. «Ποστατσιλούκ»3 το λέγαμε αυτό. Κάθε βράδυ σκότωναν από μας πολλούς. Εμείς όμως μπαίναμε. Πηγαίναμε τη νύχτα στα συγγενικά σπίτια. Τη μια βραδιά πηγαίναμε, κοιμόμασταν και την άλλη νύχτα μάς έδιναν τα τρόφιμα και φεύγαμε. Πηγαίναμε μέσα στη Σαμψούντα όταν ήταν κακοκαιρία, βροχή και ομίχλη. Όχι χιόνι, γιατί στο χιόνι διακρίνεσαι και τη νύχτα ακόμη. Και όταν είχε φεγγάρι, πάλι δεν πηγαίναμε. Αν βρισκόμασταν στο Σαμψούντα κάναμε και δέκα μέρες για να λείψει το φεγγάρι.
Μια φορά λοιπόν μας κυνήγησαν. Δεν μπορέσαμε να πάμε στον προορισμό μας. Μπήκαμε σ’ ένα ξένο σπίτι, του Γάζεμπερ. Αυτοί είχαν μια νοικάρισσα Αρμένισσα. Ήρθε το πρωί στο φούρνο του σπιτιού που ήμασταν κρυμμένοι και μας είδε. Μας πρόδωσε.
Μας έπιασαν και μας έστειλαν μέσω Αμάσειας στη Σεβάστεια, Ερζιγκιάν, Ερζερούμ και εκεί έμεινα ως τα 1924. Έχω γυρίσει το Σαρίκαμις, Καρς και δούλευα στα αμελέ ταπουρού. Γραφήκαμε στα αμελέ ταπουρού γιατί πεινούσαμε και θα πεθαίναμε.
Στα 1923, Μαΐου 1η, έφυγα απ’ το Ερζερούμ με τον σύντροφό μου Λάζαρο και κατεβήκαμε στην Τραπεζούντα. Εκεί πιάστηκα.
Μ’ έστειλαν δεμένο στην Πόσκα, κοντά στη Χόπα. Εκεί δούλεψα στο Ονουτζή Τοκάτ Ταπουρού (στο 10ο τάγμα Τοκάτης). Δούλεψα ως το Νοέμβριο. Απ’ τον Νοέμβριο έφυγα μ’ ένα καράβι το «Άκτενιζ» και έφτασα πάλι στην Τραπεζούντα. Είχε γίνει η Ανταλλαγή στα μέρη μας από το 1922 κι εμάς μας κρατούσαν ακόμη.
Πρώτη Ιανουαρίου του 1924 ξεκινήσαμε για τη Σαμψούντα. Ήρθαμε στη Σαμψούντα. Απ’ τη Σαμψούντα το ελληνικό καράβι «Αρχιπέλαγος» μας πήρε πεντέμισι χιλιάδες γυναικόπαιδα και μας έφερε στη Θεσσαλονίκη.
Εγκαταστάθηκα στην Καβάλα ως αγρότης. Στα 1933 ήρθα στην Αθήνα. Δούλεψα εργάτης, έκανα μαγαζί, καταστράφηκα, πήγα εξορία, φυλακή. Τι να σ’ τα λέω. Δεν τελειώνουν τα δικά μου. Πάντρεψα τρία κορίτσια μου. Έχω ένα μόνο γιο.
















