Στις 3 Μαΐου, δύο ημέρες μετά τα 96α γενέθλιά της, η Χαριτίνη (Ντίνα) Μπελαούς το γένος Ικιζίδου «έσβησε» στο Θρυλόριο Κομοτηνής. Είχε γεννηθεί στον Καύκασο, σε ποντιακή οικογένεια προσφύγων από τη Σαμψούντα, και ήταν μόλις 16 ετών όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Με αφορμή και τη συμπλήρωση των 75 χρόνων από τη λήξη του, ο εγγονός της Γρηγόρης Σεμπελίδης έγραψε από τη Μελβούρνη την ιστορία της ηρωίδας γιαγιάς του, η οποία δημοσιεύθηκε στην ομογενειακή εφημερίδα Νέος Κόσμος.
«Όπως όλοι της εποχής εκείνης είχε πολλά αδέλφια, τα μισά εκ των οποίων δεν τα κατάφεραν στην παιδική ηλικία, στα χρόνια του λιμού, των εξοριών και της δυστυχίας. Με τους διωγμούς των Ελλήνων, το 1942, έχασε τον πρώτο της άντρα και έμεινε χήρα με ένα παιδί και με άρρωστη μητέρα», γράφει.
Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια της Χαριτίνης μετά την κατάληψη του Βερολίνου από τον Σοβιετικό Στρατό μετατέθηκαν στο ιαπωνικό μέτωπο· πολεμούσαν συνολικά οκτώ χρόνια. Η ίδια εργαζόταν στα οχυρωματικά έργα, «μέχρι που ανακάλυψε και κατέδωσε έναν Ρώσο κατάσκοπο των Γερμανών, πράξη για την οποία ήταν περήφανη όσο τίποτα», λέει ο εγγονός της.
Το 1949, και ενόσω τα αδέρφια της πολεμούσαν ακόμα, η Χαριτίνη με το παιδί και τη μητέρα της φορτώθηκε μαζί με άλλους Έλληνες σε ειδικές εμπορικές πλατφόρμες και προορισμό τις στέπες του Καζακστάν. «Με συνοπτικές διαδικασίες και την κατηγορία “Εθνικότητα: Έλληνας”, τους άφησαν στη μέση του πουθενά, στα χέρια του Θεού», σημειώνει ο Γρηγόρης Σεμπελίδης, για την εξορία των Ελλήνων των παρευξείνιων περιοχών του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία.
![]()
Χαριτίνη (Ντίνα) Μπελαούς το γένος Ικιζίδου
Έτσι, ρίχτηκε για μία ακόμα φορά στη μάχη της επιβίωσης. Παντρεύτηκε έναν Ρώσο αστυφύλακα και έκανε δύο κόρες. Χρόνια μετά, όταν πλέον της επιτράπηκε και ήταν ήδη συνταξιούχος, γύρισε στα πάτρια εδάφη του Καυκάσου για να αρχίσει ξανά από το μηδέν. «Απ’ όλα τα μετάλλιά της, η γιαγιά πιο πολύ ήταν περήφανη για το μετάλλιο του Βετεράνου της Εργασίας, μια τιμητική διάκριση για τους εργαζόμενους της Σοβιετικής Ένωσης», αναφέρει.
Και προσθέτει: «Οι ιστορίες της γιαγιάς μου ήταν γεμάτες από παράδοξα, που ούτε η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει. Για παράδειγμα, με ιδιαίτερο πόνο περιέγραφε πάντα τις στιγμές που κατά την “Ελληνική Επιχείρηση” του 1949 [σ.σ. επιχείρηση εξορισμού των Ελλήνων από τον Καύκασο στο Καζακστάν] ήρθαν αργά ένα βράδυ τρεις χωροφύλακες στο σπίτι και τους είπαν ότι έχουν δύο ώρες να πάρουν τα απαραίτητα από τα υπάρχοντά τους και να επιβιβαστούν στο τρένο προς άγνωστη κατεύθυνση.
»Περιέγραφε πόσο μισούσε η γριά μητέρα της τους κομισάριους με τα μαύρα δερμάτινα και τον ίδιον τον Στάλιν. Και την ίδια στιγμή ήταν πάντα περήφανη για την προσφορά της στην ανοικοδόμηση του ίδιου συστήματος του οποίου ήταν θύματα.
»Άλλο παράδειγμα ήταν το ότι ενώ η γενιά των παππούδων μας πάντα ονειρεύονταν μια μέρα να φύγει για την Ελλάδα, και για το σκοπό αυτό κρατούσαν επί δεκαετίες την ελληνική υπηκοότητα, την οποία πλήρωναν τόσο ακριβά (δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν στις πόλεις), όταν έφτασαν στην Ελλάδα, γέροι πια, πάντα ζητούσαν να πάνε «να πεθάνουν στο σπίτι», δηλαδή στη Ρωσία…».

Επιστολή του Πούτιν για τα 70 χρόνια από τη νίκη κατά της φασιστικής Γερμανίας
Τα τελευταία χρόνια, μετά το θάνατο του συζύγου της, η Χαριτίνη (Ντίνα) Μπελαούς το γένος Ικιζίδου ζούσε στο Θρυλόριο, δίπλα στην κόρη της, μητέρα του Γρηγόρη Σεμπελίδη, ο οποίος τονίζει ότι σε κάθε γιορτή, επέτειο ή γενέθλια η γιαγιά λάμβανε ευχετήριες κάρτες από τις ρωσικές Αρχές και συγκινούνταν, ένιωθε ότι κάποιος την σκέφτεται και θυμάται την προσφορά της. «Ήταν η μόνη χαρά που της είχε απομείνει, εκτός από τα παιδιά της», προσθέτει.
















