Δύο παιδάκια οχτώ ως δέκα χρόνων. Το ένα κρατάει ένα φαναράκι, όπου μέσα φέγγει το αναμμένο του κερί, που μόλις τους δείχνει τον δρόμο που ξεχωρίζει μέσα από το στρωμένο χιόνι. Χτυπάν δειλά σε μια φτωχικιά πόρτα που ανοίγει αμέσως.
Μπαίνουν στο δωμάτιο που φωτίζεται από μια λάμπα πετρελαίου και θερμαίνεται από ένα μεγάλο μαγκάλι.
Οι ένοικοι με θρησκευτική προσοχή ακούνε τους μικρούς που μόλις μπήκαν σκυμμένοι πάνω στη φυλλάδα, άρχισαν τον ψαλμό τους:
Καλήν εσπέραν Άρχοντες
αν είνε ορισμός σας
Χριστού την θείαν γέννησιν
απόψ’ ’ς τ’ αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι Ουρανοί αγάλλονται
χαίρει η Φύσις όλη.
![]()
Εν τω Σπηλαίω τίκτεται
εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των Ουρανών
και Ποιητής των όλων.
Πλήθος Αγγέλων ψάλλουσι
το «Δόξα εν υψίστοις»…
και τούτω άξιον εστίν
η των ποιμένων πίστις.
![]()
Έρχονται εξ Ανατολών
Τρεις Μάγοι με τα δώρα
άστρον λαμπρόν τους οδηγεί
χωρίς να λείψη ώρα.
Φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ
με πόθον ερωτώσι
πού εγεννήθη ο Χριστός
να πάν’ να τον ευρώσι.
Δια Χριστόν ως ήκουσεν
ο Βασιλεύς Ηρώδης
αμέσως εταράχθηε
κ’ έγινε θηριώδης…
Εδώ σταματούν αποτόμως. Σηκώνουν το κεφάλι· κυττάν τους άλλους με τα αθώα αγγελικά μάτια τους και προσθέτουν «Και εις έτη πολλά».
Κάμουν μεταβολή, και σαν ντροπιασμένα φεύγουν… Για να τους πληρώσουν οι οικοκυραίοι πρέπει να τους κυνηγήσουν ως την εξώπορτα!
Ποντιακή Εστία, έτος Α΄ (1950), τχ 12, σ. 755.
















