Μια γωνιά και ψωμί. Οι ανάγκες των προσφύγων που έφταναν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή μπορούσαν να χωρέσουν σε αυτές τις λίγες λέξεις. Ο Κωστής Παλαμάς όμως, διέκρινε και μια άλλη ανάγκη, δυσκολότερο να καταγραφεί στους καταλόγους της περίθαλψης: να τους αναγνωρίσουν ως δικούς τους ανθρώπους. Να μην χρειαστεί, έχοντας χάσει την πατρίδα και το σπίτι τους, να διεκδικήσουν και το δικαίωμα να ανήκουν κάπου.
Στο «Τραγούδι των προσφύγων» το διατυπώνει με μια φράση που εγκαταλείπει για λίγο τη μεγαλοπρέπεια των εθνικών συμβόλων: «Μια στάλα αγάπη και καλή καρδιά».
Κάτω από το ποίημα σημειώνει: «3 του Νοέμβρη 1922». Είναι η ημερομηνία σύνθεσης, με το παλαιό ημερολόγιο που ίσχυε τότε στην Ελλάδα – αντιστοιχεί στη 16η Νοεμβρίου με το σημερινό.
Τη διαδρομή από την προσδοκία της εθνικής ολοκλήρωσης στη συντριβή και από εκεί στην προσπάθεια παρηγοριάς των προσφύγων εξετάζει η Έρη Σταυροπούλου στη μελέτη «Το βίωμα της Μικρασιατικής Καταστροφής στην ποίηση του Κωστή Παλαμά», στον τόμο του ΕΚΠΑ Πολιτισμός, Μνήμη, Ανώτατη Εκπαίδευση.
Από τη Σμύρνη των προσδοκιών στην κατάρρευση
Ο Παλαμάς δεν παρακολουθούσε τα γεγονότα από απόσταση. Η ποίησή του είχε συνομιλήσει με τις ελπίδες, τις πολιτικές συγκρούσεις και τις διαψεύσεις της εποχής. Είχε δει στο πρόσωπο του Ελευθέριου Βενιζέλου έναν ικανό κυβερνήτη, αλλά είχε ζητήσει και τη συνεργασία του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, προσπαθώντας να αντισταθεί στη λογική του Εθνικού Διχασμού.
Ο Διχασμός –η σύγκρουση γύρω από τη στάση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που εξελίχθηκε σε βαθιά πολιτική και κοινωνική ρήξη– είχε αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την ενότητα του ελληνισμού.
Το 1919, μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, ο ποιητικός του λόγος μπορούσε ακόμη να υποδέχεται την Ιωνία με ενθουσιασμό. Τρία χρόνια αργότερα, η ήττα, οι σφαγές και ο ξεριζωμός ανέτρεπαν εκείνο το όραμα. Η Μεγάλη Ιδέα, η προσδοκία να ενταχθούν στο ελληνικό κράτος οι ελληνικοί πληθυσμοί που βρίσκονταν έξω από τα σύνορά του, είχε καταρρεύσει στη Μικρά Ασία.
Το ερώτημα δεν ήταν πια μόνο ποια εδάφη θα περιλάμβανε η Ελλάδα, αλλά πώς θα ζούσαν οι άνθρωποι που έφταναν σε αυτήν. Στο διπλωματικό και ανθρωπιστικό πεδίο αναζητούνταν λύσεις, όπως δείχνει και το υπόμνημα Νάνσεν για τους πρόσφυγες του 1922. Στην ποίηση του Παλαμά, η αγωνία αποκτούσε τη δική της φωνή.
Πριν από την παρηγοριά, η οργή
Η πρώτη του αντίδραση στην Καταστροφή δεν ήταν η γαλήνια εγκαρτέρηση. Στο ποίημα «Οι λύκοι», γραμμένο τμηματικά τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1922, ξεσπούν η αγανάκτηση και ο θρήνος.
Οι ευθύνες δεν μένουν έξω από το κάδρο. Στην ανάγνωση της Εύης Σταυροπούλου, ο Παλαμάς στρέφεται εναντίον πολιτικών και ανθρώπων του δημόσιου λόγου που καλλιέργησαν ψεύτικες προσδοκίες και φανατισμό. Το ίδιο ποίημα αποτυπώνει και την απόγνωση μπροστά στις σφαγές, καθώς και την απογοήτευση για τη στάση των ξένων δυνάμεων.
Μέσα στο διάλογο του έργου, μια δεύτερη φωνή προσπαθεί να στηρίξει τον συντετριμμένο ποιητή και να τον επαναφέρει στην τέχνη του. Η σύγκρουση είναι και εσωτερική: τι μπορεί να κάνει ένα τραγούδι όταν γύρω του γκρεμίζεται ο κόσμος;
Το «Τραγούδι των προσφύγων» έρχεται μετά από αυτό το ξέσπασμα. Δεν ακυρώνει τον πόνο. Αναζητά έναν τρόπο να συνεχιστεί η ζωή.
Πέρα από τη στέγη και το ψωμί
Ο Κωστής Παλαμάς στρέφεται πλέον στους ίδιους τους ξεριζωμένους. Ανάμεσά τους αναγνωρίζει ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών θέσεων, που η Καταστροφή έφερε στην ίδια ανάγκη: εργάτες και εύπορους, ανθρώπους οι οποίοι έχασαν σπίτια, περιουσίες και αγαπημένους.
Δεν παρουσιάζει την προσφυγιά ως μια αφηρημένη εθνική συμφορά. Της δίνει την καθημερινή της διάσταση: το απλωμένο χέρι, την αναζήτηση τροφής, την ανάγκη για καταφύγιο.

Και αμέσως μετά περνά σε κάτι που δεν μπορεί να προσφέρει από μόνη της η υλική βοήθεια: την ανθρώπινη ζεστασιά. Η επιβίωση δεν ταυτίζεται με την αποδοχή. Μπορεί κάποιος να βρίσκεται στη χώρα που θεωρεί πατρίδα του και να εξακολουθεί να αισθάνεται ανεπιθύμητος.
Σε αυτή την εκκρεμότητα μοιάζει να συμπυκνώνεται η παράδοξη διατύπωσή του:
«Και οι λυτρωμένοι, αλύτρωτοι».
Ο ξεριζωμός δεν τελειώνει αναγκαστικά με την αποβίβαση σε ένα ασφαλές λιμάνι. Η απώλεια παραμένει, ακόμη κι όταν έχει περάσει ο άμεσος κίνδυνος.
Η αγωνία για έναν νέο διχασμό
Στη μελέτη της, η Εύη Σταυροπούλου διακρίνει την ανησυχία του Κωστή Παλαμά για μια νέα διαίρεση: ανάμεσα στους ελλαδίτες και στους πρόσφυγες. Ο ποιητής, που είχε ζήσει τον Εθνικό Διχασμό, φαίνεται να θέλει να προλάβει μια ακόμη ρήξη, αυτή τη φορά με τους ανθρώπους που ζητούσαν προστασία.
Η προσφυγική εγκατάσταση δεν υπήρξε μια ομαλή συνάντηση συγγενικών πληθυσμών. Δίπλα στην αλληλεγγύη υπήρξαν η καχυποψία, η αντιπαλότητα και τα προσωνύμια της απαξίωσης, με τα οποία οι ξεριζωμένοι αντιμετωπίστηκαν ως ξένοι στον τόπο όπου κατέφυγαν.
Απέναντι σε αυτή την πιθανότητα, ο Παλαμάς επιμένει:
«Η Ελλάδα μια, ακομμάτιαστη και αμέτρητη Μητέρα,
μια των Ελλήνων και η ψυχή!»
Δεν μιλά μόνο στους πρόσφυγες, ζητώντας τους να αντέξουν. Απευθύνεται και σε εκείνους που τους υποδέχονται. Η κοινή πατρίδα δεν αρκεί να διακηρύσσεται· χρειάζεται να γίνεται εμπειρία για όσους έχουν χάσει τα πάντα.
Η πατρίδα μετά την απώλεια
Το ποίημα ανήκει στον κόσμο των ιδεών και των αντιθέσεων του 1922. Συνυπάρχουν σε αυτό η πατριωτική έξαρση, οι θρησκευτικοί συμβολισμοί, η επίκληση στους νεκρούς και η γλώσσα της εκδίκησης. Δεν είναι ένα κείμενο γραμμένο με τους σημερινούς όρους της προστασίας των προσφύγων.
Η ανθρωπιστική του διάσταση ωστόσο βρίσκεται μέσα σε αυτή την ιστορική συνθήκη, όχι έξω από αυτήν. Ο Παλαμάς αναζητά μια συνέχεια του ελληνισμού που να μην εξαντλείται στην απώλεια των εδαφών. Η πατρίδα επιβιώνει και στους δεσμούς των ανθρώπων, στη μνήμη τους, στην ικανότητά τους να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον.

Στο τέλος, η προτροπή του συμπυκνώνεται σε μία λέξη: «Αδερφοί!». Για τους πρόσφυγες του 1922, το δύσκολο δεν ήταν μόνο να ξαναχτιστεί ένα σπίτι. Ήταν να βρεθεί ένας τόπος όπου δεν θα χρειάζονταν αποδείξεις για να τους θεωρούν δικούς τους.

















