Ο Διογένης ο Κυνικός είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και συγχρόνως πιο αινιγματικές μορφές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Το πιθάρι, το αναμμένο λυχνάρι στο φως της ημέρας, ο μαδημένος πετεινός, η περίφημη συνάντησή του με τον Μέγα Αλέξανδρο έχουν περάσει εδώ και αιώνες στη συλλογική μνήμη. Πίσω όμως από τις ιστορίες που έγιναν σχεδόν παροιμιώδεις υπάρχει ένας άνθρωπος πολύ πιο ενδιαφέρων.
Ένας Έλληνας από τη Σινώπη του Πόντου, ο οποίος δεν αρκέστηκε να διατυπώσει φιλοσοφικές θεωρίες, αλλά μετέτρεψε την ίδια του τη ζωή σε φιλοσοφικό επιχείρημα.
Ο Διογένης γεννήθηκε στη Σινώπη, πιθανότατα στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Η αρχαία παράδοση τον παρουσιάζει ως γιο του Ικεσίου, ο οποίος είχε σχέση με το νόμισμα και τις τραπεζικές εργασίες. Η αναχώρηση του Διογένη από την πατρίδα του συνδέθηκε ήδη από την Αρχαιότητα με μια υπόθεση παραχάραξης ή αλλοίωσης του νομίσματος. Οι παραδόσεις όμως διαφέρουν. Άλλοτε η ευθύνη αποδίδεται στον πατέρα του, άλλοτε στον ίδιο τον Διογένη και άλλοτε και στους δύο. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη.

Η ιστορία, ωστόσο, δεν είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα της Σινώπης εκείνης της εποχής. Νομισματικά ευρήματα δείχνουν ότι υπήρξαν πράγματι παρεμβάσεις και προβλήματα στο νόμισμα της πόλης. Με τα χρόνια, μάλιστα, η ίδια η φράση «παραχάραξη του νομίσματος» απέκτησε βαθύτερο, συμβολικό περιεχόμενο. Ο Διογένης δεν αμφισβήτησε μόνο την αξία του μεταλλικού νομίσματος. Αμφισβήτησε ολόκληρο το «νόμισμα» της κοινωνίας, όλα δηλαδή εκείνα στα οποία οι άνθρωποι αποδίδουν αξία επειδή έτσι έμαθαν να κάνουν. Τον πλούτο, την κοινωνική θέση, τη δόξα, την εξουσία, την επίδειξη, ακόμη και τις ίδιες τις κοινωνικές συμβάσεις.
Σαν να έθετε διαρκώς ένα ενοχλητικό ερώτημα: ποιος αποφάσισε ότι όλα αυτά έχουν πραγματικά αξία;
Η Σινώπη, όπου γεννήθηκε, δεν ήταν μια ασήμαντη πόλη στην άκρη του ελληνικού κόσμου. Ήταν σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο του Εύξεινου Πόντου, αποικία των Μιλησίων, με έντονη οικονομική και πολιτική ζωή και στενές σχέσεις με άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Περικλής είχε εκστρατεύσει στον Εύξεινο Πόντο και είχε παρέμβει στα πράγματα της Σινώπης, όπου μετά την απομάκρυνση του τυράννου Τιμησίλεω εγκαταστάθηκαν Αθηναίοι έποικοι. Από αυτήν ακριβώς την ακμαία πόλη του Πόντου ξεκίνησε ο άνθρωπος που αργότερα θα έφθανε στην Αθήνα και θα γινόταν μία από τις πιο ενοχλητικές και ελεύθερες φωνές της.
Η αρχαία παράδοση θέλει τον Διογένη να συνδέεται με τον Αντισθένη, μαθητή του Σωκράτη. Για πολλά χρόνια η ιστορία της φιλοσοφίας παρουσίαζε μια καθαρή πνευματική ακολουθία: Σωκράτης, Αντισθένης, Διογένης, Κράτης, και στη συνέχεια Ζήνων. Η σύγχρονη έρευνα είναι περισσότερο επιφυλακτική και η άμεση μαθητεία του Διογένη στον Αντισθένη δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη. Εκείνο που δεν αμφισβητείται είναι ότι ο Σινωπεύς φιλόσοφος έγινε η κατεξοχήν μορφή του αρχαίου Κυνισμού.
Η λέξη «κυνικός» σήμερα έχει αποκτήσει διαφορετική σημασία. Κυνικό ονομάζουμε συχνά τον ψυχρό, τον αδίστακτο ή εκείνον που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους και τις αξίες με δυσπιστία. Ο αρχαίος Κυνισμός όμως βρισκόταν πολύ μακριά από αυτή την έννοια. Στο κέντρο του υπήρχε η αντίθεση ανάμεσα στη φύση και στη σύμβαση. Οι άνθρωποι, πίστευαν οι Κυνικοί, έχουν δημιουργήσει αμέτρητες τεχνητές ανάγκες. Πλούτο, πολυτέλεια, κοινωνική αναγνώριση, αξιώματα, περιουσία, επίδειξη. Και ύστερα έγιναν δούλοι των ίδιων τους των δημιουργημάτων.

Ο Διογένης επιχείρησε το αντίθετο. Να χρειάζεται όσο το δυνατόν λιγότερα. Γιατί όποιος χρειάζεται λίγα εξαρτάται από λίγους, και όποιος δεν εξαρτάται εύκολα από τους άλλους μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος.
Η φιλοσοφία του δεν εκφράστηκε πρωτίστως μέσα από μεγάλες θεωρητικές πραγματείες. Εκφράστηκε μέσα από τον τρόπο ζωής του. Στην περίπτωση του Διογένη, η ίδια η ζωή έγινε φιλοσοφία.
Μία από τις πιο γνωστές εικόνες του είναι εκείνη του ανθρώπου που ζούσε μέσα σε ένα βαρέλι. Μόνο που δεν επρόκειτο για βαρέλι. Οι αρχαίες πηγές μιλούν για πίθο, ένα μεγάλο κεραμικό δοχείο. Η εικόνα του ξύλινου βαρελιού καθιερώθηκε πολύ αργότερα, κυρίως μέσα από τη Δυτική εικονογραφία. Η ουσία όμως της ιστορίας παραμένει η ίδια. Ο Διογένης επέλεξε έναν τρόπο ζωής που περιόριζε στο ελάχιστο όσα θεωρούσε αναγκαία. Όταν, σύμφωνα με την παράδοση, είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τις χούφτες του, πέταξε το κύπελλο που κουβαλούσε. Το παιδί τού είχε αποδείξει ότι μπορούσε να ζήσει και χωρίς αυτό. Ακόμη ένα αντικείμενο λιγότερο, ακόμη μία εξάρτηση λιγότερη.
Το ίδιο πνεύμα κρύβεται και πίσω από την περίφημη ιστορία με το αναμμένο λυχνάρι. Ο Διογένης, λέγεται, κυκλοφορούσε μέρα-μεσημέρι κρατώντας φως. Όταν τον ρωτούσαν τι αναζητά, απαντούσε ότι ψάχνει άνθρωπο. Δεν αναζητούσε φυσικά κάποιον περαστικό. Αναζητούσε τον αληθινό άνθρωπο, εκείνον που δεν κρύβεται πίσω από κοινωνικές μάσκες, συμφέροντα και προσποιήσεις. Αυτός ήταν άλλωστε ο τρόπος του. Δεν έδινε απλώς διαλέξεις. Έστηνε ένα μικρό φιλοσοφικό θέατρο στη μέση της πόλης και ανάγκαζε τον κόσμο να σκεφτεί.
Η αντιπαράθεσή του με τον Πλάτωνα γέννησε μερικές από τις πιο απολαυστικές ιστορίες της αρχαίας φιλοσοφίας. Μία από αυτές αφορά τον ορισμό του ανθρώπου. Στην Ακαδημία είχε διατυπωθεί ο ορισμός ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον δίπουν άπτερον», δηλαδή ζώο δίποδο χωρίς φτερά.
Ο Διογένης πήρε έναν πετεινό, τον μάδησε, τον έφερε μπροστά στους μαθητές και ανακοίνωσε: «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνα».
Ο ορισμός χρειάστηκε κατόπιν να συμπληρωθεί. Το επεισόδιο είναι κωμικό, αλλά πίσω από το γέλιο υπάρχει μια σοβαρή φιλοσοφική στάση. Ο Διογένης δυσπιστούσε απέναντι σε μια φιλοσοφία που κινδύνευε να εγκλωβιστεί στις λέξεις. Απέναντι στον περίτεχνο ορισμό έβαζε την ίδια την πραγματικότητα.
Ακόμη πιο διάσημη είναι η συνάντησή του με τον Μέγα Αλέξανδρο. Η παράδοση την τοποθετεί στην Κόρινθο. Ο Αλέξανδρος είχε ήδη αποκτήσει τεράστια φήμη και δύναμη. Πολιτικοί, στρατιωτικοί και διανοούμενοι έσπευδαν να τον συναντήσουν. Ο Διογένης δεν πήγε. Έτσι πήγε ο Αλέξανδρος στον Διογένη.
Τον βρήκε να απολαμβάνει τον ήλιο και τον ρώτησε αν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Ο άνθρωπος που μπορούσε να προσφέρει πλούτη, θέσεις και προνόμια, περίμενε πιθανότατα κάποιο αίτημα. Και ο Διογένης τού ζήτησε απλώς να μετακινηθεί λίγο, γιατί του έκρυβε τον ήλιο.

Η ιστορία μπορεί να έχει διαμορφωθεί από τη μεταγενέστερη παράδοση. Η δύναμή της όμως παραμένει τεράστια. Απέναντι στον άνθρωπο που μπορούσε να προσφέρει σχεδόν τα πάντα στεκόταν ένας άνθρωπος που δεν ζητούσε τίποτε. Και ακριβώς γι’ αυτό ήταν ελεύθερος. Η εξουσία του Αλεξάνδρου τελείωνε εκεί όπου άρχιζε η αυτάρκεια του Διογένη.
Η παράδοση προσθέτει ότι ο Αλέξανδρος είπε στους συντρόφους του πως, αν δεν ήταν Αλέξανδρος, θα ήθελε να είναι Διογένης. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί. Ο ένας είχε κατακτήσει τον κόσμο. Ο άλλος είχε κατακτήσει την ανάγκη του για τον κόσμο.
Για τους Κυνικούς ιδιαίτερη αξία είχε η παρρησία, η ελευθερία να λες την αλήθεια χωρίς φόβο. Στον Διογένη αποδίδεται η άποψη ότι η παρρησία είναι ένα από τα ωραιότερα πράγματα που μπορεί να διαθέτει ο άνθρωπος. Και ο ίδιος την ασκούσε αδιάκοπα. Μιλούσε στους ισχυρούς όπως μιλούσε στους απλούς ανθρώπους, χλεύαζε τους πλούσιους, ειρωνευόταν τους φιλοσόφους και περιγελούσε εκείνους που δίδασκαν αρετή αλλά ζούσαν διαφορετικά. Δεν αναγνώριζε στην κοινωνική θέση το δικαίωμα να επιβάλλει σιωπή.
Ακόμη και ο χαρακτηρισμός «σκύλος», με τον οποίο συνδέθηκε η ονομασία των Κυνικών, δεν τον ενοχλούσε. Τον έκανε δικό του. Ο σκύλος ζει απλά, δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικά προσχήματα και αντιδρά σύμφωνα με τη φύση του. Η κυνική «αναίδεια» έφτανε συχνά στα άκρα. Ο Διογένης και άλλοι Κυνικοί φέρονται να εκτελούσαν δημόσια πράξεις που η κοινωνία θεωρούσε ιδιωτικές ή ντροπιαστικές. Η πρόκληση όμως είχε φιλοσοφικό στόχο. Ήθελε να θέσει ένα δύσκολο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι ντρέπονται για ό,τι είναι φυσικό, αλλά δεν ντρέπονται για την απληστία, την αδικία, τη δουλοπρέπεια και τη φιλοδοξία;

Ίσως όμως η πιο σύγχρονη και εντυπωσιακή φράση που αποδίδεται στον Διογένη να είναι μία μόνο λέξη. Όταν τον ρώτησαν από πού κατάγεται, απάντησε:
«Κοσμοπολίτης». Πολίτης του κόσμου.
Για έναν άνθρωπο του 4ου αιώνα π.Χ. αυτή ήταν μια εξαιρετικά τολμηρή απάντηση. Η ταυτότητα του ανθρώπου ήταν στενά δεμένη με την πόλη του. Ήσουν Αθηναίος, Κορίνθιος, Θηβαίος, Σινωπεύς. Ο Διογένης, ένας άνθρωπος που είχε εγκαταλείψει ή χάσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, δήλωσε πολίτης ολόκληρου του κόσμου.
Η φράση αυτή θεωρείται μία από τις πρώτες σαφείς διατυπώσεις της ιδέας του κοσμοπολιτισμού. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι αποδίδεται σε έναν άνθρωπο από τη Σινώπη του Εύξεινου Πόντου, ο οποίος έφτασε να αμφισβητήσει ακόμη και την αντίληψη ότι τα όρια μιας πόλης μπορούν να καθορίσουν την αξία και την ταυτότητα του ανθρώπου.
Για τον Διογένη, ωστόσο, χρειάζεται πάντοτε μια επιφύλαξη. Οι περισσότερες ιστορίες που γνωρίζουμε για τη ζωή του καταγράφηκαν πολύ αργότερα. Ο Διογένης Λαέρτιος, στον οποίο οφείλουμε μεγάλο μέρος των πληροφοριών μας, έζησε περίπου έξι αιώνες μετά τον Σινωπέα φιλόσοφο. Ο Πλούταρχος επίσης έγραψε αιώνες αργότερα. Γι’ αυτό δεν μπορούμε πάντοτε να διακρίνουμε πού τελειώνει ο ιστορικός άνθρωπος και πού αρχίζει ο φιλοσοφικός θρύλος.
Ακόμη και για το θάνατό του παραδίδονταν διαφορετικές εκδοχές. Άλλοι έλεγαν ότι πέθανε αφού έφαγε ωμό χταπόδι, άλλοι ότι τον δάγκωσαν σκυλιά, άλλοι ότι προκάλεσε μόνος του το θάνατό του κρατώντας την αναπνοή του. Οι αντιφατικές αυτές ιστορίες δείχνουν πόσο γρήγορα ο άνθρωπος μετατράπηκε σε σύμβολο.
Ίσως όμως αυτή ακριβώς να είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της δύναμής του. Ο ιστορικός Διογένης παραμένει σε αρκετά σημεία ασαφής. Ο φιλοσοφικός Διογένης όμως επέζησε περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια. Έγινε ο άνθρωπος που μπορούσε να πει στον βασιλιά να κάνει στην άκρη, ο άνθρωπος που περπατούσε με αναμμένο λυχνάρι αναζητώντας άνθρωπο, ο άνθρωπος που πέταξε το κύπελλό του όταν κατάλαβε ότι δεν το χρειαζόταν, ο άνθρωπος που αρνήθηκε να δεχτεί ότι η κοινωνία έχει πάντοτε δίκιο μόνο και μόνο επειδή οι περισσότεροι συμφωνούν μαζί της.
Και πάνω απ’ όλα έμεινε ο άνθρωπος από τη Σινώπη του Πόντου που τόλμησε να δηλώσει: «Κοσμοπολίτης».
Η ζωή του ξεκίνησε, πραγματικά ή σύμφωνα με το θρύλο, με μια ιστορία παραχάραξης νομίσματος. Κατέληξε όμως σε κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό. Στην προσπάθεια να «παραχαράξει» το ίδιο το νόμισμα των κοινωνικών αξιών και να μας υποχρεώσει να θέσουμε ξανά το ερώτημα που, δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να μας αφορά: Τι έχει πραγματικά αξία στη ζωή;

















