Η Δρ. Έσθερ Π. Λάβτζοϊ βρέθηκε στη Σμύρνη τις ημέρες που η πόλη είχε μετατραπεί σε τόπο απελπισίας. Επικεφαλής της Διεθνούς Ένωσης Γυναικών Ιατρών και με ενεργό ρόλο στα Αμερικανικά Νοσοκομεία Γυναικών, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την καταστροφή και από εκεί έφτασε στη Σμύρνη, ενώ ακόμη κάπνιζαν τα ερείπια.
Για αρκετές ημέρες παρέμεινε ανάμεσα στους πρόσφυγες της προκυμαίας, προσπαθώντας να προσφέρει ιατρική βοήθεια, ιδιαίτερα σε γυναίκες που γεννούσαν μέσα στις απάνθρωπες συνθήκες του συνωστισμού. Παράλληλα, έγινε αυτόπτης μάρτυρας των όσων εκτυλίσσονταν μπροστά στις πύλες που οδηγούσαν προς τα πλοία. Η ίδια περιγράφει την αγωνία των ανθρώπων που γνώριζαν ότι, αν δεν κατάφερναν να φύγουν, αντιμετώπιζαν τον εκτοπισμό στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Στις 30 Σεπτεμβρίου επρόκειτο να εφαρμοστεί η διαταγή σύμφωνα με την οποία οι άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας, από 17 έως 45 ετών, θα κρατούνταν και θα εκτοπίζονταν στο εσωτερικό, ενώ το ίδιο θα συνέβαινε και στους πρόσφυγες που θα παρέμεναν στη Σμύρνη μετά την ημερομηνία αυτή. Η Λάβτζοϊ γράφει ότι για τους ανθρώπους της προκυμαίας ο εκτοπισμός στο εσωτερικό ισοδυναμούσε ουσιαστικά με καταδίκη: «Ο εκτοπισμός στο εσωτερικό θεωρούνταν μια σύντομη καταδίκη σε σκλαβιά υπό βάναυσους αφέντες, που τελείωνε με έναν μυστηριώδη θάνατο». Οι πρόσφυγες περίμεναν απεγνωσμένα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Ελλάδα. Το βράδυ της 25ης Σεπτεμβρίου, η Λάβτζοϊ στάθηκε στο μπαλκόνι των εγκαταστάσεων αρωγής μαζί με μια νεαρή χριστιανή γυναίκα και κοίταξε την προκυμαία. Αυτό που άκουσε από το πλήθος δεν έμοιαζε με συνηθισμένη ανθρώπινη φασαρία. «Υπήρχε ένας παράξενος ψίθυρος από πολλές φωνές που ανέβαινε και κατέβαινε κατά μήκος της προκυμαίας. Ο ήχος ήταν πένθιμος, σαν το μουρμουρητό της θάλασσας, και δυνάμωνε καθώς σκοτείνιαζε. Η γλώσσα ήταν άγνωστη, ο τόνος ελάσσων και το αποτέλεσμα παράξενο και απερίγραπτα απόκοσμο».
Ρώτησε τη νεαρή γυναίκα τι έκαναν.
«Προσεύχονται», απάντησε εκείνη.
«Για τι;»
«Για πλοία».
Η γυναίκα και η αδελφή της εργάζονταν ανάμεσα στους πρόσφυγες και μπορούσαν να φύγουν με ένα από τα πλοία. Αρνούνταν όμως να εγκαταλείψουν τη Σμύρνη, επειδή ο νεότερος αδελφός τους κρυβόταν. Αν έφευγαν, γνώριζαν ότι τον καταδίκαζαν σε βέβαιο εκτοπισμό και πιθανό θάνατο. Εκείνο το βράδυ, η Λάβτζοϊ τη βρήκε γονατισμένη δίπλα στο κρεβάτι της. «Προσευχόταν στον Θεό για έλεος — προσευχόταν για τον λαό της, για πλοία και για τη ζωή του αδελφού της».Η ίδια εξομολογείται ότι δεν μπορούσε να προσευχηθεί μαζί της. Ωστόσο, ακούγοντας τη νεαρή γυναίκα να μιλά στον Θεό με την οικειότητα με την οποία θα μιλούσε στον πατέρα της, αισθάνθηκε ότι αντιλαμβανόταν για πρώτη φορά βαθύτερα τη σημασία της φράσης «Πάτερ ημών».

Η νύχτα, όμως, έφερνε στην προκυμαία έναν διαφορετικό τρόμο. Η Λάβτζοϊ άκουγε κάθε βράδυ κραυγές από το πλήθος. Σύμφωνα με όσα της εξηγούσε η συγκάτοικός της, όταν Τούρκοι στρατιώτες ή άτακτοι έμπαιναν μέσα από τα ερείπια για να ληστέψουν τους πρόσφυγες ή να αρπάξουν κορίτσια, γυναίκες και παιδιά άρχιζαν να ουρλιάζουν ζητώντας φως. Τότε τα πολεμικά πλοία στον κόλπο έστρεφαν τους προβολείς τους προς την προκυμαία και οι επιτιθέμενοι υποχωρούσαν.
«Νύχτα με τη νύχτα, ανατριχιαστικές κραυγές, τέτοιες που ούτε ο Δάντης δεν φαντάστηκε στην Κόλαση, σάρωναν εκείνη τη φρικτή προκυμαία».
Κάποιες φορές, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, ακούγονταν από τα πολεμικά πλοία μουσικές και τραγούδια. Η Λάβτζοϊ θυμάται τη μουσική από το «Humoresque» και τη φωνή του Ενρίκο Καρούζο στον «Pagliacci»: «Οι γλυκές μελωδίες γνώριμων δίσκων […] και οι φουσκωμένες νότες του Καρούζο στον “Pagliacci”, που επέπλεαν πάνω από τα νερά, πνίγονταν ξαφνικά μέσα σε εκείνη τη φοβερή χορωδία κραυγών από την προκυμαία της Σμύρνης».
Ύστερα ήρθε μια είδηση που έδωσε για λίγο ελπίδα στους ανθρώπους. Δεκαεννέα πλοία κατευθύνονταν προς το λιμάνι. Η Ελλάδα δεχόταν τους πρόσφυγες και έστελνε πλοία για να τους διασώσει.Το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου άρχισε η απελπισμένη προσπάθεια να φτάσουν στα πλοία που βρίσκονταν στο τέλος της σιδηροδρομικής προβλήτας. Η προκυμαία χωριζόταν από την προβλήτα με σιδερένιους φράχτες και στενές πύλες. Κατά μήκος της προβλήτας είχαν τοποθετηθεί και άλλοι φράχτες, επίσης με στενά περάσματα.
Σκοπός τους ήταν να υποχρεώνουν τους πρόσφυγες να περνούν ένας-ένας από τα ελεγχόμενα σημεία, ώστε οι άνδρες που θεωρούνταν στρατεύσιμης ηλικίας να συλλαμβάνονται και να οδηγούνται για εκτοπισμό στο εσωτερικό. Η Λάβτζοϊ παρακολούθησε τη διαδικασία επί έξι ώρες: «Για έξι ώρες την Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου, στάθηκα κοντά στην αρχή της προβλήτας, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη πύλη, παρακολουθώντας αυτό το απάνθρωπο θέαμα». Χιλιάδες άνθρωποι, φορτωμένοι με ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν, προσπαθούσαν να προχωρήσουν. Οι στρατιώτες τούς χτυπούσαν με τους υποκόπανους των όπλων για να επιβραδύνουν την κίνηση. «Φαίνονταν αναίσθητοι στον πόνο και ο μεγαλύτερος φόβος τους στο φως της ημέρας ήταν μήπως δεν προλάβουν να φτάσουν στα πλοία».
Στην πρώτη πύλη επικρατούσε ασφυκτικός συνωστισμός. Οι γυναίκες έχαναν τα παπούτσια τους, τα ρούχα τους σκίζονταν και τα μαλλιά τους διαλύονταν. Η Λάβτζοϊ θυμάται μια ηλικιωμένη γυναίκα που είχε χάσει την οικογένειά της μέσα στο πλήθος: «Μια φτωχή ηλικιωμένη γιαγιά, που είχε χωριστεί από την ομάδα της, ήταν γυμνή από τη μέση μέχρι τα πόδια και φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται καν το γεγονός, καθώς έτρεχε στον ανοιχτό χώρο κοντά μου, καλώντας απελπισμένα την οικογένειά της». Μια άλλη μητέρα είδε το παιδί της να περνά την πύλη τη στιγμή που οι στρατιώτες σταμάτησαν την κίνηση. Την έσπρωξαν πίσω. Εκείνη όμως δεν υποχώρησε: «Με μια άγρια έκφραση στο πρόσωπό της, γύρισε, άφησε το δέμα της και πέρασε πάνω από εκείνον τον σιδερένιο φράχτη, που είχε ύψος τουλάχιστον επτά πόδια, σαν ουρακοτάγκος».
Σε όλο το μήκος του φράχτη γυναίκες προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν για να φτάσουν τα παιδιά τους. Κάποιες πιάνονταν στα αιχμηρά κάγκελα. Η Λάβτζοϊ περιγράφει ακόμη και στρατιώτες που εκμεταλλεύονταν την κατάσταση για να αποσπούν χρήματα και αντικείμενα αξίας. Οι άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας συλλαμβάνονταν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, οι οικογένειες πλήρωναν για να τους αφήσουν προσωρινά ελεύθερους. Η ίδια διαπίστωσε ότι οι στρατιώτες μπορούσαν να σταματήσουν ξανά τον ίδιο άνδρα λίγο αργότερα, απαιτώντας νέο αντάλλαγμα.

Και τότε η μαρτυρία της περνά από την περιγραφή της βίας στην καταγραφή αυτού που η ίδια θεωρούσε το χειρότερο έγκλημα που είχε δει: «Το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας με το οποίο έχω προσωπικά έρθει αντιμέτωπη διαπράχθηκε στη Σιδηροδρομική Προβλήτα της Σμύρνης την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου του 1922 και συνίστατο στον βίαιο, με στρατιωτική δύναμη, χωρισμό των μελών όλων των χριστιανικών οικογενειών».
Η διαδικασία, γράφει, γινόταν συστηματικά σε κάθε πύλη. Πατέρες και γιοι απομακρύνονταν από τις οικογένειές τους. Οι γυναίκες και τα παιδιά προσπαθούσαν να τους κρατήσουν, έκλαιγαν, παρακαλούσαν και ζητούσαν έλεος.«Με μια φρενίτιδα πόνου, η μητέρα και τα παιδιά προσκολλούνταν σε αυτόν τον πατέρα και τον γιο, κλαίγοντας, παρακαλώντας και ικετεύοντας για έλεος, αλλά δεν υπήρχε έλεος».Οι στρατιώτες τους χτυπούσαν και τους έσπρωχναν πίσω προς τις ομάδες των κρατουμένων, ενώ τις γυναίκες τις οδηγούσαν προς τα πλοία.
«Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνες τις γυναίκες με τα μικρά παιδιά τους να κρέμονται από τις φούστες τους, καθώς προχωρούσαν προς τα πίσω, βήμα βήμα, κοιτάζοντας ίσως για τελευταία φορά τα πρόσωπα των συζύγων και των γιων τους».
Η Λάβτζοϊ χαρακτηρίζει τη σιδηροδρομική προβλήτα της Σμύρνης «Via Dolorosa» — τον δρόμο του μαρτυρίου — για αυτούς τους ανθρώπους. «“Οι γυναίκες τους θα γίνουν χήρες και τα παιδιά τους ορφανά” είναι μια προφητεία που εκπληρώθηκε στη Σιδηροδρομική Προβλήτα της Σμύρνης, τη Via Dolorosa εκείνων των δυστυχισμένων ανθρώπων».
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, γυναίκες γεννούσαν πάνω στην προκυμαία και στην προβλήτα. Η Λάβτζοϊ καλούνταν συχνά από τους Αμερικανούς ναυτικούς για να βοηθήσει σε περιπτώσεις τοκετού. Μια γυναίκα, έπειτα από ώρες μέσα στον συνωστισμό, κατάφερε τελικά να περάσει την πύλη κρατώντας στα χέρια το νεογέννητο παιδί της. Παράλληλα, νεαροί άνδρες που γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να περάσουν από τις πύλες προσπαθούσαν να διαφύγουν κολυμπώντας προς τα πλοία. «Νύχτα με τη νύχτα, νεαροί άνδρες από την προκυμαία, που γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να περάσουν τις πύλες στην προβλήτα, γλιστρούσαν σιωπηλά μέσα στα σκοτεινά νερά και κανείς ποτέ δεν γνώριζε αν είχαν επιτύχει ή αποτύχει στις απελπισμένες προσπάθειές τους να διαφύγουν». Το πρωί η θάλασσα δεν αποκάλυπτε τι είχε συμβεί μέσα στη νύχτα. Μερικές φορές, όμως, η παλίρροια έφερνε στην επιφάνεια ένα σώμα.

Οι τελευταίες εικόνες
Στις 29 Σεπτεμβρίου η Λάβτζοϊ εγκατέλειψε τη Σμύρνη με το αμερικανικό αντιτορπιλικό Litchfield. Περίπου 50.000 πρόσφυγες παρέμεναν ακόμη στην πόλη, ενώ περίπου 250.000 είχαν καταφέρει να φύγουν. Λίγο πριν επιβιβαστεί, συνέβη ένα περιστατικό που θα έμενε για πάντα στη μνήμη της. Είδε έναν Αμερικανό ναύτη να δίνει τη βαλίτσα της σε έναν νεαρό Έλληνα. «Πάρε αυτή τη βαλίτσα στο πλοίο για την κυρία και μην επιστρέψεις. Άκουσες! Μην επιστρέψεις». Ο νεαρός κατάφερε να ανέβει στο πλοίο. Όμως ο καπετάνιος τον εντόπισε και ζήτησε να μάθει ποιος ήταν. Ο νεαρός ήταν περίπου είκοσι ετών, μιλούσε καλά αγγλικά και έτρεμε από τον φόβο του. Η Λάβτζοϊ προσπάθησε να τον βοηθήσει. Η προσπάθειά της όμως απορρίφθηκε. «Δεν υπήρχε κανένα λάθος σε αυτό το αγόρι, εκτός από το ότι ήταν Ορθόδοξος χριστιανός».
Ο καπετάνιος, όπως γράφει, βρέθηκε παγιδευμένος στους κανόνες της ουδετερότητας. «Στην αρχή ο καπετάνιος μπορεί να μπορούσε να κλείσει τα μάτια του, αλλά, έχοντας επισημάνει την υπόθεση, δεσμευόταν από τους κανόνες και ήταν τόσο αβοήθητος όσο ο Πιλάτος». Ο νεαρός στάλθηκε πίσω στην προκυμαία. Το ίδιο συνέβη και σε έναν ακόμη. Λιγότερο από μισή ώρα αργότερα, η Λάβτζοϊ έμαθε ότι οι δύο νέοι είχαν επιστρέψει στην προβλήτα. Το πλοίο των προσφύγων είχε ήδη απομακρυνθεί. Επτά μήνες αργότερα, ένας Αμερικανός διπλωμάτης τής είπε ότι τελικά οι δύο νέοι είχαν καταφέρει να επιβιβαστούν στο πλοίο. Η εικόνα του ενός όμως δεν έφυγε από τη μνήμη της. «Αν συναντήσω ποτέ τον Άγιο Πέτρο, θα τον ρωτήσω γι’ αυτόν».
Από το κατάστρωμα του Litchfield, η Λάβτζοϊ κοίταξε για τελευταία φορά τη Σμύρνη: «Οι σκοτεινές μορφές τους πάνω στα μαύρα νερά έμοιαζαν με ένα κοπάδι θαλάσσιων τεράτων με μεγάλα σώματα και χωρίς κεφάλια». Και για την πόλη που είχε αφήσει πίσω της γράφει: «Από το κατάστρωμα του Litchfield, μετά το σκοτάδι, τα ερείπια της Σμύρνης έμοιαζαν τόσο απόκοσμα και φανταστικά όσο ένας εφιάλτης». Δεν μπορούσε πλέον να δει τους ανθρώπους που είχαν απομείνει στην προκυμαία. Ήξερε όμως ότι βρίσκονταν ακόμη εκεί, περιμένοντας τη νύχτα και τους προβολείς των πλοίων. «Ήξερα ότι ήταν εκεί και ότι αργότερα μέσα στη νύχτα θα κραύγαζαν για προβολείς».

















