Και ενώ η γλώσσα βρίσκεται στον πυρήνα της ταυτότητας του Ελληνισμού της Αυστραλίας, ο αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Μακάριος έστειλε από το Σίδνεϊ ένα σαφές μήνυμα για τον ρόλο που εξακολουθούν να διαδραματίζουν τα ελληνικά στην ομογένεια. Η αφορμή ήταν η έναρξη του 12ου Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ», με θέμα «Η Ελληνική Γλώσσα στην Αυστραλία: Από τη μνήμη στο μέλλον».
Η διοργάνωση πραγματοποιείται από τις 6 έως τις 11 Σεπτεμβρίου στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας, συγκεντρώνοντας στο Σίδνεϊ πανεπιστημιακούς, ερευνητές και επαγγελματίες από την Ελλάδα, την Αυστραλία και άλλες χώρες. Ο αρχιεπίσκοπος παρέστη στην τελετή έναρξης και απηύθυνε χαιρετισμό, υπογραμμίζοντας τη στενή σχέση της ελληνικής γλώσσας με την Ορθόδοξη πίστη και την ιστορική πορεία της ελληνικής ομογένειας στην πέμπτη ήπειρο. Στην εκδήλωση παρέστη και ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Σίδνεϊ, Γεώργιος Σκέμπερης.

Γλώσσα και πίστη, δύο δεσμοί με την πατρίδα
Ο αρχιεπίσκοπος ξεκίνησε την παρέμβασή του αναφερόμενος στη μακραίωνη συνύπαρξη της ελληνικής γλώσσας και της Ορθοδοξίας. Όπως σημείωσε, πρόκειται για δύο στοιχεία που δεν ακολούθησαν απλώς παράλληλες διαδρομές, αλλά συνδέθηκαν βαθιά μεταξύ τους και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της Ρωμιοσύνης. «Συμπορεύτηκαν όχι ως “βίοι παράλληλοι”», υπογράμμισε, «αλλά ως μεγέθη και αξίες που συνυφάνθηκαν “ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως”, για να δημιουργήσουν το μοναδικό οικοδόμημα της “Ρωμιοσύνης”, που θα χαρίσει στον πανανθρώπινο πολιτισμό τόσα και τόσα επιτεύγματα και αξίες αθάνατες και αξεπέραστες στον χρόνο».

Η αναφορά αυτή αποτέλεσε τη βάση για να περάσει στη σύγχρονη πραγματικότητα της ελληνικής ομογένειας στην Αυστραλία. Για τους πρώτους Έλληνες μετανάστες, η γλώσσα ήταν πολύ περισσότερα από ένα μέσο επικοινωνίας. Ήταν ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους διατηρούσαν την επαφή τους με την πατρίδα, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία η αγγλική γλώσσα τους ήταν άγνωστη.

Ο Μακάριος στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο αυτή η σχέση μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά, ακόμη και όταν τα ελληνικά άρχισαν να υποχωρούν στην καθημερινή χρήση των νεότερων ομογενών.
«Προϊόντος του χρόνου, για τις νεότερες γενεές η Ελληνική ίσως έχασε την πρωτοκαθεδρία της εκπαιδεύσεως και της επικοινωνίας», αναγνώρισε, εντούτοις σημείωσε με έμφαση «ότι ήταν και είναι η γλώσσα που η γιαγιά θα διηγηθεί παραμύθια και ιστορίες από την πατρίδα, η γλώσσα που θα αστειευτούμε μεταξύ μας, η γλώσσα που θα λογοφέρουμε, η γλώσσα που θα επικοινωνήσουμε στο σπίτι και, κυρίως και πρωτίστως, η γλώσσα που θα προσευχηθούμε».


Η Εκκλησία ως θεματοφύλακας της γλώσσας
Σε αυτή τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και την πίστη, ο αρχιεπίσκοπος απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αυστραλία. «Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αυστραλία», επεσήμανε, «με ιερή προσήλωση διατηρεί την Ελληνική ως γλώσσα της λατρείας σχεδόν σε καθολικό βαθμό».
Η λειτουργική χρήση της ελληνικής, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αποτελεί απλώς έναν συμβολικό δεσμό με το παρελθόν. Παραμένει μέρος της καθημερινής ζωής της Εκκλησίας και της πνευματικής εμπειρίας της ομογένειας. Παράλληλα, ο Μακάριος αναφέρθηκε στην εκπαίδευση των μελλοντικών θεολόγων, επισημαίνοντας ότι η γνώση της ελληνικής αποτελεί σημαντικό μέρος των σπουδών τους.
«Οι απόφοιτοι της Θεολογικής μας Σχολής διδάσκονται αρχαία και νέα Ελληνικά σε πολύ υψηλό επίπεδο», προσέθεσε, «και, εσχάτως, μάλιστα, δημιουργήθηκε και Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στην Ελληνική Φιλοσοφία».
Για τον Αρχιεπίσκοπο, η Εκκλησία έχει συνεπώς έναν ιδιαίτερο ρόλο στη διατήρηση της γλώσσας, καθώς η αποδυνάμωση της ελληνικής στον εκκλησιαστικό χώρο θα μπορούσε να έχει ευρύτερες συνέπειες για την ελληνική παρουσία στην Αυστραλία. «Αν η Εκκλησία εκποιήσει αυτό το τιμαλφές της γλώσσας, το μέλλον του Ελληνισμού εδώ στην Αυστραλία προβλέπεται ζοφερό», τόνισε.


«Η γλώσσα μας δεν είναι ένα ταριχευμένο μουσειακό έκθεμα»
Ωστόσο, ο αρχιεπίσκοπος δεν θέλησε να παρουσιάσει την ελληνική ως μια γλώσσα που απειλείται και χρειάζεται απλώς να «διασωθεί». Αντίθετα, επέμεινε στον ζωντανό χαρακτήρα της και στην ανάγκη να αντιμετωπίζεται ως γλώσσα του παρόντος και του μέλλοντος.
«Φρονώ ότι είναι κάπως άκομψο και άτοπο να μιλάμε για τη διάσωση και διατήρηση της Ελληνικής», σημείωσε και συνέχισε: «Η γλώσσα μας δεν είναι κάποιος ημιθανής ασθενής ή πολύ περισσότερο ένα ταριχευμένο μουσειακό έκθεμα. Η Ελληνική για την Ομογένεια της Αυστραλίας είναι μια ζώσα πραγματικότητα που δεν χρειάζεται “συντηρητές”. Η γλώσσα μας συνεχίζει εδώ στην μακρινή Πέμπτη Ήπειρο να εκφράζει τα όνειρα και τις προσδοκίες των Ομογενών μας και αυτό το όραμα και την προοπτική πρέπει να ενισχύουμε, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και όχι μόνο στο παρελθόν».
Η φράση αυτή συμπυκνώνει και το βασικό ζητούμενο της φετινής διοργάνωσης. Η ελληνική γλώσσα στην Αυστραλία δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως κληρονομιά προηγούμενων γενεών, αλλά ως ένα ζωντανό εργαλείο που μπορεί να συνεχίσει να συνδέει τους νεότερους με την ιστορία, τον πολιτισμό και την ελληνική τους καταγωγή.


Από τη μνήμη στο μέλλον
Το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο επιχειρεί ακριβώς να εξετάσει αυτή τη μετάβαση. Με επίκεντρο την ελληνική γλώσσα στην Αυστραλία, οι εργασίες της διοργάνωσης στρέφονται στη σχέση της με την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, τα μέσα ενημέρωσης και τη σύγχρονη ομογενειακή πραγματικότητα. Το πρόγραμμα διοργανώνεται από το Εργαστήριο Μελέτης Κοινωνικών Θεμάτων, ΜΜΕ και Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών της Σχολής Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σε συνεργασία με το Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Νέας Νότιας Ουαλίας και τη Unity in Philia.
Στις εργασίες συμμετέχουν δεκάδες επιστήμονες και επαγγελματίες από πανεπιστήμια και οργανισμούς της Ελλάδας, της Αυστραλίας και άλλων χωρών, ενώ η διοργάνωση πραγματοποιείται με τη στήριξη της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας του υπουργείου Εξωτερικών και τελεί υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Από το Σίδνεϊ, ο αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας έθεσε έτσι ένα ζήτημα που ξεπερνά τα όρια μιας ακαδημαϊκής συζήτησης. Η ελληνική γλώσσα παραμένει για την ομογένεια φορέας μνήμης, οικογενειακών βιωμάτων και πίστης, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει γέφυρα προς το μέλλον. Και αυτό, σύμφωνα με το μήνυμα του Μακαρίου, δεν θα επιτευχθεί με τη μετατροπή της γλώσσας σε μουσειακό κειμήλιο, αλλά με τη διατήρησή της ως ζωντανής παρουσίας στην καθημερινότητα, στην Εκκλησία, στην εκπαίδευση και στη ζωή των επόμενων γενεών της ελληνικής ομογένειας στην Αυστραλία.

















