Ο Βασίλης Μπαχτάρης γεννήθηκε σε ελληνική οικογένεια αγροτών, στις 17 Μαρτίου 1937, στο χωριό Μπουγάς της Μαριούπολης που ιδρύθηκε από Έλληνες το 1802. Οι Έλληνες της Μαριούπολης –πληθυσμοί από την Αζοφική και την Κριμαία που έφθασαν στην περιοχή, στα τέλη του 18ου αιώνα– διαφοροποιούνταν σε δύο κατηγορίες ως προς τη μητρική τους γλώσσα, καθώς άλλοι ήταν τουρκόφωνοι και άλλοι ελληνόφωνοι. Οι δεύτεροι αυτοαποκαλούνταν Ρουμαίοι και μιλούσαν τη ρουμαίικη διάλεκτο, ενώ οι πρώτοι αποκαλούνταν Ουρούμοι, δηλ. Ρωμαίοι στα τουρκικά.
Η γλώσσα των Ρουμαίων –τα ρουμαίικα– είναι μία διάλεκτος της ελληνικής, η οποία μοιάζει σαν ένα κράμα ποντιακής και βορειοελληνικών διαλέκτων, με δάνεια από την τουρκική.

Ο Μπαχτάρης γεννήθηκε σε μια δύσκολη περίοδο για τον ελληνισμό της Σοβιετικής Ένωσης εν μέσω των σταλινικών διώξεων. Οι Έλληνες της Αζοφικής εξορίζονταν και εκτελούνταν. Η δίωξη ήταν τόσο φυσική όσο και πολιτιστική. Το ελληνικό θέατρο της Μαριούπολης έκλεισε το 1938. Τα ελληνικά σχολεία άλλα κλείσανε και άλλα μετατράπηκαν σε ρωσικά και ουκρανικά. Τα ελληνικά τοπωνύμια άλλαξαν σε ρωσικά.

Ο ομογενής ποιητής ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση στο χωριό του. Κατά το 1960 αποφοίτησε από το τεχνικό σχολείο της Μαριούπολης. Ήταν άνθρωπος της εργατικής τάξης. Εργάστηκε διαδοχικά σε κολχόζ, ως εκπαιδευτικός τεχνικής και εργασιακής αγωγής, ως οικοδόμος και ως ξυλουργός στο ανθρακωρυχείο του Ντονέτσκ.

Τα χέρια του όμως χειρίζονταν καλά και την πένα, καθώς ήδη από 20 χρονών έγραφε τα πρώτα του ποιήματα. Συνέθετε εξίσου καλά στα ρωσικά, τα ουκρανικά και τα ρουμαίικα. Η εμπειρία της βιοπάλης και της ζωής στο χωριό αποτέλεσε την έμπνευση της ποίησής του. Ο Μπαχτάρης ήταν τύπος λαϊκού αυτοδίδακτου ποιητή που δημιουργούσε παράλληλα με τον καθημερινό μόχθο.
Τα περισσότερα ποιήματα και τραγούδια του ήταν γραμμένα στα ρουμαίικα, στη μητρική του γλώσσα, για την εξαφάνιση της οποίας αγωνιούσε σε όλη του τη ζωή.
Ενώ η ομιλία των ρουμαίικων δεν ήταν απαγορευμένη, η εξορία και η εξόντωση των φυσικών ομιλητών της, σε συνδυασμό με το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων και με την αντικατάσταση του πληθυσμού με σλαβόφωνους στα ελληνικά χωριά οδήγησε τη διάλεκτο στον κίνδυνο της εξαφάνισης.

Ο Μπαχτάρης στο ποίημά του «Αναγνώριση» κατηγορούσε το κοσμοφάγο σοβιετικό καθεστώς, από το οποίο δεν υπάρχει λυτρωμός, διότι με το κλείσιμο των σχολείων χάθηκε η ρουμαίικη διάλεκτος: «Ας του κράτο μας, του σκληρό […] Τη κοσμοφάγο, του δεν έχ’ τσαρά. Μι τη σκόλεις χάθεν τ’ γλώσσα μας ρουμαίικου […]»

Τριάντα τέσσερα χρόνια έπρεπε να περάσουν από τότε που ξεκίνησε να γράφει, για να εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μέχρι την κατάρρευση του καθεστώτος η έκδοση ρουμαίικων λογοτεχνικών έργων ήταν από δύσκολη ως αδύνατη.

Τα κείμενα κυκλοφορούσαν χειρόγραφα από χέρι σε χέρι. Η μειονοτική λογοτεχνία επανεμφανίστηκε λίγο πριν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν εκδόθηκε το Πρωινό άστρο –μια συλλογή με έργα του Μπαχτάρη και άλλων Ελλήνων δημιουργών.
Ο Μπαχτάρης έγραφε ελληνική ποίηση με χρήση της ρωσικής αλφαβήτου. Εξέδωσε συνολικά τρεις ποιητικές συλλογές: το Πηγάδ’ (1991), την Καμπάνα (1995) και το Ζήσει, Μπουγάς! (1997). Η τελευταία συλλογή εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Περιλάμβανε ποιήματα στα ρουμαίικα, στα ρωσικά και στα ουκρανικά. Την επιμέλεια είχε ο έτερος μεγάλος Έλληνας ποιητής της Ουκρανίας και στενός φίλος του, ο Δονάτος Πατρίτσα.

Ο ελληνικός τίτλος της συλλογής Ζήσει, Μπουγάς! (Να ζήσεις, Μπουγάς!) δεν είναι τυχαίος, καθώς τα περισσότερα ποιήματα στα ρουμαίικα απέπνεαν ελληνικότητα.
«Ανάμνηση και ελπίδες»
(από τη συλλογή Ζήσει, Μπουγάς!)
Γλυκό αέρα, χώμα κίτρινο
Και πράσινα βουνά, φαλακρουμένα,
Και νύχτα σου γαλάζιο ουρανό…
Χωρίζ’ μακρύ του δρόμου από μένα.
Εσένα βλέπω σ’ όνειρα μ’ γλυκά.
Του γλώσσα θέλω να καταλαβαίνου,
Μαθαίνου να μιλώ ελληνικά,
Σ’ Παρνασσό κορυφή να ανεβαίνω.
Και να φωνάζω, ας ακούν μακρά
Δική μ’ μπουγασιδιώτ’κου του λαλία,
Και να μοιράζω όλη μου χαρά,
Απ’ τη μεγάλη, δύσκολη νικήα.
Το 1994 ο Βασίλης Μπαχτάρης επισκέφτηκε για κάποιο διάστημα την Ελλάδα. Διέμενε στα Ιωάννινα όπου μάθαινε τη νεοελληνική ενώ επισκέφτηκε και την Αθήνα. Ιδού πως μοιράζεται τον πόνο του αποχωρισμού από την Ελλάδα σε άτιτλο ποίημα, το οποίο συνέγραψε τον Αύγουστο του 1994 βρισκόμενος στα Ιωάννινα:
Αύριο του Γιάννινα αφήνω
Και μαζί καλύτερα παιδιά,
Το πρωί να φύγω στην Αθήνα –
Όμορφη Ελλάδα της καρδιά.
Σήμερα στερνά μου μέρεις βγαίνουν,
Με το καλοκαίρι του ζεστό.
Εκάμητε σεις πολλά για μένα,
Κόσμους, σάς πολύ ευχαριστώ!
Ελαφρά αναστενάζει στήθι μ’,
Μα ψυχή μου από σέ μουδιά.
Ω, Ελλάδα, – χώρα παραμύθι,
Έκλειψεις δική μου την καρδιά!
Χάσα ’γώ εδώ την ησυχία μ’,
Όλα μου τα είχα του στερνό.
Μα τ’ μικρή μ’ Ελλάδα σ’ Ουκρανία,
Δεν μπορώ να χάνου, να ξεχνώ!
Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων του μιλούν για την Ελλάδα και τον ελληνισμό γενικότερα. Για τον Μπαχτάρη, η «μικρή Ελλάδα» του βρίσκεται πάντα στην Ουκρανία· εκεί η καρδιά του βρίσκει ησυχία, ενώ στην Ελλάδα άφησε ένα της κομμάτι:
«Την Ελλάδα»
(από τη συλλογή Ζήσει, Μπουγάς!)
Σε ’φήνω απ’ καρδιά μ’ κομμάτ’
Και θέλω πάντα ησυχία,
Εν’ του Ελλάδα μ’ σ’ Ουκρανία –
Μπουγάς – Ντονέτσκι βιλιάτ’!
Ας πάει αγύριστα καιρός,
Φίλα φουρτούνα τ’ παραλία,
Λουσμένου με του ήλου φως
Λαφρά χτυπά δικό σ’ καρδία,
Και ήλους κάθα το πρωί
Ας βγαίν’ απάνου σ’ χαρούμενου,
Σαν θάλασσα, του ταραγμένου,
Ας βράζ’ πά’ σ’ χώμα σου ζωή!
Το «Ντονέτσκι βιλιάτ’» που αναφέρει το ποίημα είναι η περιφέρεια του Ντονέτσκ. Η λέξη βιλιάτι είναι παραφθορά της λέξης βιλαέτι. Βιλαέτια ήταν οι διοικητικές περιφέρειες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (π.χ. βιλαέτι Τραπεζούντος, βιλαέτι Αϊδινίου κ.ά.). Παράδειγμα του πως η ελληνική γλώσσα φέρει μέσα της την μνήμη των ιστορικών διαδρομών του έθνους.
Στην ρουμαίικη λογοτεχνία ο Μπαχτάρης κατατάσσεται στον χώρο της φιλοσοφικής ποίησης, μαζί με τον Γρηγόρη Μαιώτη και τον Γεώργιο Λεούτσενκο.
Πίσω από τις εικόνες της φύσης, της πατρίδας και της καθημερινής ζωής βρίσκονται υπαρξιακά ερωτήματα, που αφορούν τον χρόνο, τη μοίρα, τη μνήμη, τη φθορά.
Για τον Μπαχτάρη ο Μπουγάς δεν είναι απλώς γενέθλιος τόπος. Είναι η μικρογραφία ολόκληρου του ελληνισμού της Αζοφικής. Αποτελεί σύμβολο της ελληνικότητας, εν τω μέσω του σοβιετικού κράτους και της ουκρανικής πραγματικότητας.
Το φυσικό περιβάλλον, τα χωριά, οι εποχές και τα καθημερινά αντικείμενα έχουν συμβολική διάσταση. Η παρατήρηση του κόσμου οδηγεί σε φιλοσοφικό στοχασμό, χωρίς να απομακρύνεται από τη γλώσσα και την εμπειρία των απλών ανθρώπων.
Άλλο ξεχωριστό κομμάτι του πνευματικού του μόχθου ήταν η μετάφραση. Απέδιδε στα ρουμαίικα έργα μεγάλων λογοτεχνών, όπως του Ταράς Σεβτσένκο, του Σεργκέι Γεσένιν και του Βασίλ Στους.
Αγωνιούσε για την μοίρα της μητρικής του γλώσσας, την οποία οι νέοι ξεχνούσαν. Τα ελληνόφωνα ποιήματά του στερούνταν ευρέως ακροατηρίου και αυτό, σύμφωνα με τον φίλο του Δονάτο Πατρίτσα, του έφερνε διάθεση απαισιοδοξίας. Ο Πατρίτσα αναφέρει ότι όταν βγήκε στο φως η δεύτερη συλλογή του, η Καμπάνα: «[…] Ο συγγραφέας νόμιζε ότι αυτή έπρεπε στιγμιαία να ξεπουληθεί, αλλά αυτό δεν συνέβη. ‘’Ποιός τη χρειάζεται;;’’ – με πικρία φώναζε ο ποιητής, τσαλακώνοντας στα χέρια του το βιβλιαράκι του, τον καρπό πολλών άυπνων νυχτών […]»
Ο Βασίλης Μπαχτάρης άφησε την τελευταία του πνοή στο Ντονέτσκ στις 31 Μαρτίου του 1996 σε ηλικία 59 ετών. Η σορός του μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε στο Μπουγάς.
Όπως οι περισσότεροι ποιητές, δεν βρήκε την αναγνώριση που του άξιζε παρά μόνο μετά τον θάνατό του. Μόνο τότε τα έργα του γνώρισαν μεγάλη κυκλοφορία και άρχισαν να μελετώνται από λογοτέχνες και φιλόλογους.
Αναγνωρίστηκε ως ο εθνικός ποιητής της Ουκρανίας αλλά και των Ελλήνων. Το 1999 στο Μπουγάς χτίστηκε μνημείο προς τιμήν του.
Ο Βασίλης Μπαχτάρης ήταν κάτι περισσότερο από τοπικός ποιητής. Ήταν ένας δημιουργός που έγραψε για την αγωνία της γλωσσικής παρακμής και της ιστορικής λήθης. Η ποίησή του κατέστη μέσον διατήρησης της ελληνικής ντοπιολαλιάς της Αζοφικής, μιας λαλιάς με περιορισμένο σε αριθμό ομιλητών, αλλά με ξεχωριστή ιστορική και λογοτεχνική αξία.
Σπάρτακος Τανασίδης

















