Ποια είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα αριστούργημα και ένα απλό ρομάντζο; Χωρίς να υποτιμάται το τελευταίο, βέβαια. Σαφέστατα, πρώτα απ’ όλα είναι η γραφή του. Η Άννα Καρένινα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1878 και φτάνει να απασχολεί και σήμερα, σχεδόν 150 χρόνια μετά.
Η ιστορία της αστής που γίνεται μοιχαλίδα και που στο φινάλε αυτοκτονεί, σε κάποιον που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, ακούγεται λίγο κοινότυπη. Άλλωστε, η συζυγική απιστία έχει γίνει πάμπολλες φορές θέμα και σε διαφορετικές εκφάνσεις.
Όπως θα διαβάσετε παρακάτω, το έργο του Τολστόι δεν διαδραματίζεται σε έναν φανταστικό χωροχρόνο, αλλά σε μια συγκεκριμένη χώρα και μια συγκεκριμένη περίοδο, κατά την οποία έχουν αλλάξει ή αλλάζουν τα πάντα. Και, όπως παρουσιάζεται, η ηρωίδα ήταν μια πρώιμη φεμινίστρια.
Και ίσως εκεί κρύβεται η διαχρονικότητα: Στο ότι ένας (παράνομος) έρωτας μπορεί να βάλει φωτιά σε μια κατεστημένη κοινωνία και να τα φέρει όλα κουβάρι. Και δη με ηρωίδα μια γυναίκα.
Το πρώτο αληθινό μυθιστόρημα
Αρχικά, η Άννα Καρένινα κυκλοφόρησε σε συνέχειες στο περιοδικό Ρώσος αγγελιοφόρος. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ως βιβλίο το 1878. Ο Λέων Τολστόι το ονόμασε το πρώτο του αληθινό μυθιστόρημα.

Η ιστορία έχει σαν πρωταγωνίστρια την Άννα Καρένινα, σύζυγο ενός πλούσιου αριστοκράτη και μητέρα ενός αγοριού. Μια νέα, όμορφη γυναίκα της υψηλής κοινωνίας, φαινομενικά ευτυχισμένη.
Μόνο που, όταν κλείνουν οι πολυτελείς σάλες, αποδεικνύεται ότι ζει σε μια χρυσή φυλακή. Όλα αλλάζουν όταν γνωρίζει τον κόμη Βρόνσκι, που είναι νέος, όμορφος, πλούσιος και κοσμικός.
Προκύπτει ένας τρελός έρωτας που σκανδαλίζει την υψηλή κοινωνία της εποχής και της Αγίας Πετρούπολης. Παρά το σκάνδαλο, ο σύζυγός της αντιμετωπίζει την κατάσταση με ηρεμία και ψυχραιμία, όμως αρνείται να της δώσει διαζύγιο.
Εκείνη είναι έγκυος από τον εραστή της. Έτσι, το παράνομο ζευγάρι φεύγει για την Ιταλία και, όταν επιστρέφουν, όλα έχουν αλλάξει.
Ο σύζυγος εξακολουθεί να μην της δίνει διαζύγιο, η κοινωνία της Αγίας Πετρούπολης την στοχοποιεί, ενώ παράλληλα υποψιάζεται ότι ο εραστής της την απατά. Στην αρχή βρίσκει παρηγοριά στη μορφίνη, αλλά στην πορεία ανακαλύπτει ότι βρίσκεται σε έναν αγώνα χωρίς τελειωμό.
Γι’ αυτό αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή της, πέφτοντας στις γραμμές του τρένου.
Το τέλος της δεν είναι τυχαίο. Το έργο διαδραματίζεται την εποχή των ραγδαίων εξελίξεων που είχε ξεκινήσει ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Β΄ της Ρωσίας. Και εκείνη την εποχή οι σιδηρόδρομοι ήταν το σήμα κατατεθέν της εξέλιξης.
Στην ουσία, υπήρχε μια νέα τάξη που ανέβαινε και είχε πάρει τα ηνία από την προηγούμενη αριστοκρατία και ελίτ της χώρας. Οι νέοι «αυτοκράτορες» είχαν χρήμα, δεν είχαν υπόβαθρο. Παράλληλα, είχε αρχίσει και η γυναικεία χειραφέτηση. Για αρκετούς μελετητές, η Άννα Καρένινα είναι το παρελθόν που είναι εγκλωβισμένο στους τίτλους και τα πρέπει, και ο Βρόνσκι, ο εραστής, το παρόν και το μέλλον. Μόνο που, ως εκπρόσωπος μιας νέας τάξης που αναδύεται, είναι σκληρός και χωρίς όρια.
Ναι, η Άννα Καρένινα δεν ήταν ένα απλό ρομάντζο μιας μοιχαλίδας. Και όσο για το πόσο επηρέασε, αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι την επόμενη χρονιά, το 1879, σε μια εξίσου παγωμένη χώρα, τη Νορβηγία, στο Κουκλόσπιτο του Έρικ Ίψεν, η πρωταγωνίστρια, η Νόρα, κάνει την επανάστασή της και φεύγει από τον «σταθερό» σύζυγο και τα 3 παιδιά τους (εδώ ακόμα και το όνομα «Νόρα» είχε τη σημειολογία του, καθώς ήταν το πιο συνηθισμένο όνομα στη Νορβηγία).
Κάποιοι μάλιστα μελετητές έγραψαν ότι η Άννα Καρένινα ήταν ο προάγγελος για την Οκτωβριανή Επανάσταση! Μάλλον τραβηγμένο, αν και μπορεί κάποιος να πει ότι η Ρωσία τότε ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Και φυσικά πολλοί δίνουν στην ηρωίδα τα χαρακτηριστικά μιας πρώιμης φεμινίστριας. Όποια και αν είναι η ανάλυση, η Άννα Καρένινα είναι μια ηρωίδα που έχει αντέξει σε όλες τις εποχές και τις μόδες. Και όχι μόνο για το «σκαμπρόζικο» του θέματος της απιστίας.
Και σήμερα, στην εποχή των social, αλλά και του κοινωνικού αναβρασμού, η ηρωίδα του Τολστόι ανεβαίνει ξανά στο θεατρικό σανίδι. Και δη από έναν σκηνοθέτη που έχει προϊστορία στην Άννα.
Έτος 2026
Η Λένα Παπαληγούρα είναι από τις ηθοποιούς πρώτης γραμμής αυτή τη στιγμή στο ελληνικό θέατρο. Έχει παίξει σχεδόν σε όλα τα είδη θεάτρου και η μέχρι πρότινος τελευταία της ερμηνεία ήταν στον «αποδομημένο» ιψενικό Εχθρό του λαού που ανέβασε πέρυσι το θέατρο του Νέου Κόσμου.
Φέτος, και συγκεκριμένα από τις 6 Νοεμβρίου, ετοιμάζεται να γίνει η ηρωίδα του Τολστόι σε μια πλούσια, όπως φαίνεται, παραγωγή, με μια φρέσκια ματιά, όπως υπόσχεται ο σκηνοθέτης της, Πέτρος Ζούλιας. Ο τελευταίος, όπως θα διαβάσετε παρακάτω, έχει ασχοληθεί και στο παρελθόν με το έργο του Τολστόι.

Το φετινό ανέβασμα θα γίνει στο «Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού» και δίπλα στην Παπαληγούρα παίζει ένας θίασος πολλά υποσχόμενος, όπως λέγανε και παλιά οι εφημερίδες. Στο ρόλο του συζύγου της, Καρένιν, ο Γιάννης Τσορτέκης, ενώ τον κόμη Βρόνσκι υποδύεται ο νεαρός ηθοποιός Γιώργος Ξούλος, που βγαίνει για πρώτη φορά στο mainstream θέατρο, αν και έχει πίσω του πολύ ξεχωριστές ερμηνείες.
Ανάμεσα στο πολυάριθμο καστ βρίσκουμε τον Χρήστο Γιάνναρη, αλλά και τον Ιβάν Σβιτάιλο, που επίσης υπογράφει τη μετάφραση.

Εκτός Αθηνών όμως, και συγκεκριμένα στον Βόλο, στο «Θέατρο Βαγγέλης Παπαθανασίου», ανεβαίνει και εκεί η Καρένινα, από το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου. Και εδώ μιλάνε για υπερπαραγωγή με 20 ηθοποιούς επί σκηνής.
Τη σκηνοθεσία και τη διασκευή τις υπογράφει ο Αλέξανδρος Νικόλαος Μπαλαμώτης, ενώ την ηρωίδα υποδύεται η Βικτώρια Φώτα, απόφοιτη της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και με μια δεκαετία θεατρικής πορείας στο ενεργητικό της.

Από την Αλεξάνδρεια στην (οδό) Αμερικής
Ψάχνοντας τα αρχεία, βρίσκουμε ότι η πρώτη «Άννα Καρένινα» στο ελληνικό θέατρο ήταν η Μαρίκα Κοτοπούλη. Μόνο που η παράσταση δεν ανέβηκε στη χώρα μας, αλλά στην Αίγυπτο και συγκεκριμένα στην Αλεξάνδρεια, στο θέατρο «Λούνα Παρκ».
Δίπλα στη σπουδαία θεατρίνα βρίσκουμε, μεταξύ άλλων, τον Μήτσο Μυράτ στο ρόλο του εραστή, τον μετέπειτα ηθοποιό αρχαίου δράματος Γιάννη Αποστολίδη ως σύζυγο, τον Αλέξη Μινωτή, τον Βασίλη Λογοθετίδη, αλλά και τη Γεωργία Βασιλειάδου στην πρώτη περίοδο της καριέρας της.
Η πρεμιέρα δόθηκε στις 22 Αυγούστου 1928, αλλά άλλες πληροφορίες και υλικό για την παράσταση δεν υπάρχουν.

Το πρώτο επίσημο θεατρικό ανέβασμα της Άννας Καρένινα έγινε στην Αθήνα, σχεδόν με τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την έκδοση του βιβλίου, δηλαδή το 1979. Ανέβηκε στο θέατρο Διονύσια της οδού Αμερικής (το σημερινό Δημήτρης Χορν) και ήταν η πρώτη θιασαρχική δουλειά της Κάτιας Δανδουλάκη.
Σε τηλεοπτική συνέντευξη της εποχής, η ηθοποιός είχε εξομολογηθεί, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο πρώτος μεγάλος κλασικός ρόλος της στο θέατρο και γι’ αυτόν το λόγο νιώθει ανασφάλεια, μελετάει διαρκώς το βιβλίο και ανακαλύπτει συνέχεια νέα πράγματα για το έργο και το ρόλο της.
Δίπλα της έπαιζαν ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, η Δέσπω Διαμαντίδου και ο Πέτρος Φυσσούν. Ο τελευταίος, στην ίδια συνέντευξη, εξομολογήθηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που έπαιζε με παρτενέρ που ήταν ίση στο ύψος του.

Η σκηνοθεσία του έργου ήταν του Γιώργου Μιχαηλίδη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Νίκου Πετρόπουλου, η μετάφραση του σκηνοθέτη και του Χρήστου Σιοπαχά.
Όταν έκλεινε η Ιπποκράτους

Σεζόν 1994-95. Η Μιμή Ντενίση κάνει το μεγάλο βήμα και αφήνει τα μπουλβάρ και στρέφεται προς το κλασικό ρεπερτόριο. Εκείνη την περίοδο είχε ανέβει στο Λονδίνο η Άννα Καρένινα σε μια φρέσκια διασκευή, όπου ο αφηγητής ήταν ο ίδιος ο Τολστόι (ως ρόλος).
Η Ντενίση αναλαμβάνει την προσαρμογή του κειμένου και φτιάχνει έναν θίασο από πρωτοκλασάτα ονόματα, όπως οι Χρίστος Πολίτης, Απόστολος Γκλέτσος, Τάσος Χαλκιάς, Όλγα Πολίτου, Τζέσυ Παπουτσή, Τζένη Ρουσσέα.
Μπορεί η παράσταση να έγινε μέχρι και σατιρικό νούμερο, αλλά η αλήθεια ήταν μια: τεράστια επιτυχία. Και όχι μόνο.
Η Ντενίση ανέβασε το έργο σε ένα –μέχρι τότε– επιθεωρησιακό θέατρο, το «Ακροπόλ», και με έναν νεαρό σκηνοθέτη, τον Κοραή Δαμάτη, που ερχόταν από άλλο είδος θεάτρου. Και όλα αυτά σε μια πλουσιότατη παραγωγή με γούστο και φινέτσα.

Η παράσταση αποδείχτηκε η εμπορικότερη της σεζόν (και μιλάμε για χώρο άνω των 1.000 θέσεων) και μνημονεύεται ακόμα και σήμερα.
Ελλάς-Ρωσία
Το 1996 η Τατιάνα Λύγαρη τολμάει και ανεβάζει την Άννα Καρένινα στην πατρίδα της, δηλαδή τη Ρωσία. Με σκηνοθέτη τη Βέρα Εφρέμοβα, η παράσταση ανέβηκε στο Ακαδημαϊκό Θέατρο του Τβερ (ένα από τα παλαιότερα θέατρα της χώρας, που ιδρύθηκε το 1745).

Στην ελληνορωσική παράσταση τον Καρένιν υποδύθηκε ο Αλεξάντερ Τσούικωφ και τον ρόλο του Βρόνσκι ο Κωνσταντίν Γιούτσενκωφ.
Η παράσταση ανέβηκε και για 4 βραδιές στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Η ηθοποιός, σε συνέντευξή της σε έντυπο της εποχής, είχε δηλώσει πως στη δεξίωση που ακολούθησε, αντί για κρυστάλλινα ποτήρια, προτίμησαν να πιουν σαμπάνια από το γοβάκι της.
Η επιρροή όμως (ή το κάρμα;) της Ρωσίδας Καρένινα στη Θεσσαλονικιά Λύγαρη δεν τελειώνει εδώ. Εκείνη την περίοδο η ηθοποιός έκανε ένα παράτολμο για την εποχή εγχείρημα. Συνέλεξε και αποκατέστησε παλαιά βαγόνια, δημιουργώντας έναν καινοτόμο σιδηροδρομικό πολυχώρο πολιτισμού, μοναδικό στο είδος του παγκοσμίως, όπου φιλοξενούνται, μεταξύ άλλων, και παραστάσεις.
Και δημιούργησε την «Αμαξοστοιχία-Θέατρο το Τρένο στο Ρουφ».

Η ώρα του Εθνικού
Τι κοινό έχει το τωρινό ανέβασμα του έργου με το προ δεκαετίας (2016) του Εθνικού Θεάτρου; Τον σκηνοθέτη Πέτρο Ζούλια.
Στις 3 Μαρτίου 2016, για πρώτη φορά ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο η διασκευή του έργου του Τολστόι. Η μετάφραση-διασκευή ανήκε στους Αντώνη και Κωνσταντίνο Κούφαλη, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο ερμήνευσε μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Μαρία Ναυπλιώτου.

Δίπλα της ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος ως Καρένιν και ο Ορφέας Αυγουστίδης ως Βρόνσκι. Η σχεδόν τρίωρη διάρκεια της παράστασης δεν στάθηκε εμπόδιο στο να γίνει η παράσταση επιτυχία και η πρωταγωνίστρια να προσθέσει άλλη μια επιτυχημένη ερμηνεία στην καριέρα της.

Οι «Άννες» της οθόνης
Όπως ήταν αναμενόμενο, η τεράστια επιτυχία του βιβλίου οδήγησε τους ανθρώπους του κινηματογράφου να το μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη.
Η πρώτη ολοκληρωμένη ταινία ήταν ρώσικη, βωβή, γυρίστηκε το 1911 από Γάλλο σκηνοθέτη, τον Μορίς Μέρτ. Ο Γάλλος δημιουργός στην ουσία αντικατέστησε τον πρωτεργάτη του ρώσικου κινηματογράφου Αλεξάντερ Χανζόνκοφ, που διαφώνησε με τους παραγωγούς και αποχώρησε.

Πρωταγωνίστρια ήταν η Μαρία Σορόκθινα, που μπορεί να βίωσε την ιστορική κινηματογραφική πρωτιά του ρόλου, αλλά μετά δεν γύρισε καμία ταινία, παρόλο που συνέχισε στο θέατρο.
Θα χρειαστεί να φτάσουμε στο 1935 για να αποκτήσει η Άννα Καρένινα φωνή. Και δη από τη μεγαλύτερη ντίβα του κινηματογράφου, την Γκρέτα Γκάρμπο. Η Σουηδή ηθοποιός συνεργάστηκε ξανά με τον σκηνοθέτη Κλάρενς Μπράουν. Ήταν ο σκηνοθέτης που την έκανε να… μιλήσει στην Άννα Κρίστι (την πρώτη ομιλούσα ταινία της) και, ως φαίνεται, οι… Άννες τούς πήγαν καλά.

Η ταινία ήταν τεράστια επιτυχία και μάλιστα βραβεύτηκε σαν καλύτερη μη ιταλόφωνη ταινία στο Φεστιβάλ Βενετίας (υπήρχε τότε και αυτή η κατηγορία), ενώ δυο ενώσεις κριτικών βράβευσαν την Γκάρμπο για την ερμηνεία της. Αν και από τα Όσκαρ δεν πέρασαν.
Παρ’ όλα αυτά, καταχωρίστηκε –και ήταν– επιτυχία. Ο βραβευμένος με 2 Όσκαρ Φρέντερικ Μαρτς υποδύθηκε τον Βρόνσκι και ο Μπέιζιλ Ράθμποουν τον Καρένιν.
Αλλά και για τη Βίβιαν Λι, που την υποδύθηκε το 1948, η ταινία έγινε μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες της. Αν και στα γυρίσματα δεν πέρασε και πολύ καλά, λόγω των κοστουμιών που φόραγε. Ήταν τόσο στενά, που όποτε τα έβγαζε, πήγαινε στον γιατρό, αφού αισθανόταν ότι είχαν σπάσει τα πλευρά της.
Παρ’ όλα αυτά, η ταινία ήταν μεγάλη επιτυχία και στην εποχή της και διαχρονικά.

Η σκηνοθεσία ήταν του Γάλλου Ζιλιέν Ντιβιβιέ, τον Βρόνσκι υποδύθηκε ο Ιρλανδός Κίερον Μουρ και τον Καρένιν ο (μετέπειτα Σερ) Ραλφ Ρίτσαρσον.
Πάντως, οι πιο ψαγμένοι θεωρούν τη Ρωσίδα Τατιάνα Σαμοΐλοβα ως την καλύτερη κινηματογραφική Άννα Καρένινα. Η ηθοποιός που έγινε παγκοσμίως γνωστή με την ταινία Όταν περνούν οι γερανοί ξετρέλανε τους κριτικούς και τότε, αλλά και σήμερα, καθώς η ερμηνεία της θεωρείται σημείο αναφοράς.

Για την ιστορία, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Αλεξάντερ Ζάρκι, στο φιλμ χορεύει και η Μάγια Πλισέτσκαγια, όπως καταλαβαίνετε ήταν σοβιετικής παραγωγής, γυρίστηκε το 1967 και ήταν η πρώτη έγχρωμη Καρένινα.
Το 1985 η ηρωίδα του Τολστόι γίνεται τηλεταινία, που μάλιστα προβλήθηκε και στη χώρα μας. Η Ζακλίν Μπισέ είναι εντυπωσιακή στον ρόλο της αγαπημένης μοιχαλίδας, όπως και ο αξέχαστος Κρίστοφερ Ριβ, την περίοδο που προσπαθούσε να αποδείξει ότι είναι και κάτι πιο πέρα από τον «Σούπερμαν».
Μάλιστα, σε συνέντευξή του, είχε πει ότι εξαιτίας του ρόλου του ως Βρόνσκι έμαθε να ιππεύει και από τότε αγάπησε τα άλογα.

Και επειδή εκείνη την περίοδο ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν στο ζενίθ του, τα γυρίσματα έγιναν στην Ουγγαρία και συγκεκριμένα στην πόλη Κέστχεϊ. Τον σύζυγο, Καρένιν, υποδύθηκε ο Πολ Σκόφιλντ.
Προσπερνάμε την προσπάθεια της Σοφί Μαρσό το 1997 να κάνει διεθνή καριέρα με την αγγλόφωνη Άννα Καρένινα, καθώς δεν τα κατάφερε, και φτάνουμε αισίως στον αιώνα μας και συγκεκριμένα το 2012.

Η Κίρα Νάιτλι πρωταγωνιστεί και αφήνει τον Καρένιν (Τζουντ Λο) για χάρη του Βρόνσκι (Αάρον Τέιλορ Τζόνσον). Και μπορεί ως ηρωίδα να αυτοκτονεί, αλλά η ταινία ήταν θρίαμβος. Μάλιστα, ήταν η πρώτη φορά που ταινία με θέμα τη συγκεκριμένη ηρωίδα όχι μόνο προτάθηκε για (4) Όσκαρ, αλλά κέρδισε και στην κατηγορία κοστουμιών για τη Γαλλίδα Ζακλίν Ντουράν.
Γυρνάμε πίσω στο 1989 και στη χώρα μας. Τότε που ο Νίκος Ξυδάκης κυκλοφόρησε το άλμπουμ Κάιρο, Ναύπλιο, Χαρτούμ. Ανάμεσα στα κομμάτια του δίσκου ήταν και το τραγούδι «Άννα Καρένινα», σε στίχους Θοδωρή Γκόνη.
Αρχικά πέρασε λίγο απαρατήρητο, καθώς δεν ήταν το είδος που θα έβαζαν στην playlist τους οι τότε ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί. Όμως, με τα χρόνια, το τραγούδι αγαπήθηκε, τραγουδήθηκε κυρίως από γυναίκες ερμηνεύτριες, όμως η πρώτη εκτέλεση με τον ίδιο τον συνθέτη είναι ξεχωριστή.
Γιατί η ηρωίδα από την παγωμένη Ρωσία αποδεικνύει ότι είναι πηγή έμπνευσης σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και όλες τις εποχές.
Σπύρος Δευτεραίος

















