Έμεινε επί αιώνες θαμμένο με το πρόσωπο προς τα κάτω. Όχι σε κάποιο ιερό ή σε έναν βασιλικό τάφο, αλλά ενσωματωμένο ως οικοδομικό υλικό σε δρόμο των ρωμαϊκών χρόνων. Αυτή ακριβώς η δεύτερη, ταπεινή χρήση του φαίνεται πως έσωσε τις λεπτομέρειες του προσώπου του.
Στις αρχαίες Σάρδεις της Μικράς Ασίας, την πρωτεύουσα του περίφημου λυδικού βασιλείου του Κροίσου, οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως ένα μνημειακό μαρμάρινο άγαλμα νεαρού άνδρα, ηλικίας περίπου 2.500 ετών.
Η μορφή, με σωζόμενο ύψος 2,2 μέτρων, χρονολογείται μεταξύ του 470 και του 450 π.Χ., σε μια εποχή κατά την οποία η ελληνική γλυπτική περνούσε από την αρχαϊκή αυστηρότητα στις φυσικότερες μορφές της πρώιμης κλασικής περιόδου.
Το άγαλμα δημιουργήθηκε σε μια πόλη που βρισκόταν επί αιώνες στο σταυροδρόμι του ελληνικού κόσμου, της Λυδίας και της περσικής Ανατολής. Και ο δημιουργός του φαίνεται ότι γνώριζε πολύ καλά όσα συνέβαιναν στα εργαστήρια γλυπτικής του Αιγαίου.
Η μορφή που βρέθηκε σε δύο κομμάτια
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Πολιτισμού, το άγαλμα εντοπίστηκε σε δύο μεγάλα τμήματα. Τα πέλματα και ορισμένα μικρότερα κομμάτια δεν έχουν ακόμη βρεθεί.
Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους είχε επαναχρησιμοποιηθεί ως οικοδομικό υλικό σε κιονοστοιχία δρόμου, κοντά στην είσοδο της αρχαίας πόλης. Είχε τοποθετηθεί με το πρόσωπο προς το έδαφος, γεγονός που προστάτευσε τα χαρακτηριστικά του από τη φθορά.


Η αρχική θέση του, ο άνθρωπος που απεικονίζει και ο λόγος για τον οποίο κατασκευάστηκε παραμένουν άγνωστα. Το μεγάλο μέγεθος, η ενδυμασία και η στάση του, πάντως, δείχνουν ότι δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη ιδιωτική παραγγελία.
Από την αρχαϊκή κόμη στο κλασικό πρόσωπο
Το άγαλμα παρουσιάζει έναν νεαρό άνδρα όρθιο, με μακριά, περίτεχνα διαμορφωμένα μαλλιά. Η στάση και η κόμη του θυμίζουν μορφές του 6ου αιώνα π.Χ. και διατηρούν κάτι από την αυστηρότητα των αρχαϊκών προτύπων.
Το πρόσωπο, τα χέρια, η απόδοση του σώματος και η ελαφρά στροφή του λαιμού ανήκουν, όμως, σε μια νεότερη καλλιτεχνική αντίληψη. Οι λεπτομέρειες αυτές οδήγησαν τους αρχαιολόγους στη χρονολόγηση του έργου στις πρώτες δεκαετίες της κλασικής εποχής.
Ο διευθυντής των ανασκαφών Νίκολας Κέιχιλ εκτιμά ότι ο γλύπτης γνώριζε τις καλλιτεχνικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ιταλία, αλλά επέλεξε να τις συνδυάσει με παλαιότερες, τοπικές παραδόσεις. Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη διαφορετικών στοιχείων είναι που κάνει το εύρημα τόσο ασυνήθιστο για τους ειδικούς της αρχαίας γλυπτικής, όπως επισημαίνει το The Art Newspaper.

Ελληνική τέχνη, λυδική ταυτότητα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενδυμασία της μορφής. Ο άνδρας φορά ένα βαρύ ιμάτιο πάνω από λεπτό χιτώνα. Κάτω από αυτά διακρίνεται ακόμη ένα ένδυμα με οριζόντιες ραβδώσεις, ένας συνδυασμός που, σύμφωνα με τους ανασκαφείς, δεν έχει βρεθεί σε αντίστοιχα γλυπτά από την Ελλάδα ή τη Μικρά Ασία.
Η ιδιόμορφη φορεσιά θεωρείται ένδειξη τοπικής λυδικής ταυτότητας. Το έργο φαίνεται να χρησιμοποιεί το καλλιτεχνικό λεξιλόγιο που διαμορφωνόταν στον ελληνικό κόσμο, χωρίς να εγκαταλείπει τις παραδόσεις της κοινωνίας για την οποία δημιουργήθηκε.
Στο δεξί χέρι ο νεαρός κρατά ένα μικρό καρπό, πιθανότατα κυδώνι. Οι αρχαιολόγοι εξετάζουν το ενδεχόμενο να πρόκειται για προσφορά προς κάποιον θεό ή θεά, κάτι που θα μπορούσε να συνδέει τη μορφή με ιερό ή με αναθηματική χρήση.

Οι Σάρδεις του Κροίσου και των Ιώνων
Για τους αρχαίους Έλληνες, οι Σάρδεις δεν αποτελούσαν μια μακρινή και άγνωστη πόλη της Ανατολής. Ήταν η έδρα του Κροίσου, του βασιλιά του οποίου ο πλούτος έγινε παροιμιώδης, αλλά και ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς και οικονομικούς πόλους της δυτικής Μικράς Ασίας.
Ο Κροίσος διατηρούσε στενές σχέσεις με τον ελληνικό κόσμο. Έστειλε περίφημα αναθήματα στο μαντείο των Δελφών, ζήτησε τη συμβουλή του Απόλλωνα πριν από την εκστρατεία του εναντίον των Περσών και συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες. Στην αφήγηση του Ηροδότου συνδέθηκε ακόμη και με τον Αθηναίο νομοθέτη Σόλωνα, ο οποίος φέρεται να τον προειδοποίησε για την αστάθεια της ανθρώπινης ευτυχίας.
Η κατάκτηση των Σάρδεων από τον Κύρο, στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., έθεσε τέλος στο βασίλειο της Λυδίας. Η πόλη μετατράπηκε στη συνέχεια σε διοικητικό κέντρο της Αχαιμενιδικής Περσικής Αυτοκρατορίας.
Λίγες δεκαετίες πριν από τη δημιουργία του αγάλματος, οι Σάρδεις είχαν βρεθεί και στο επίκεντρο της Ιωνικής Επανάστασης. Ίωνες και Αθηναίοι έφθασαν στην πόλη και την πυρπόλησαν, σε ένα επεισόδιο που προανήγγειλε τη μεγάλη ελληνοπερσική σύγκρουση.
Το νέο άγαλμα δημιουργήθηκε, επομένως, σε μια πόλη που διοικούνταν από τους Πέρσες, διατηρούσε ισχυρές λυδικές παραδόσεις και βρισκόταν σε συνεχή επαφή –ειρηνική και πολεμική– με τις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου.
Αναζητούν ακόμη και τα αρχαία χρώματα
Η επιφάνεια του αγάλματος καλύπτεται σήμερα από σκληρές επικαθίσεις. Κατά τη συντήρηση θα εξεταστεί εάν έχουν διασωθεί ίχνη από τις αρχικές χρωστικές ουσίες, καθώς τα μαρμάρινα γλυπτά της αρχαιότητας δεν ήταν κατάλευκα, αλλά συχνά έφεραν έντονα χρώματα.
Μετά τον καθαρισμό, τη συγκόλληση και την αποκατάστασή του, το άγαλμα πρόκειται να εκτεθεί στο Μουσείο της Μανίσας (της Μαγνησίας των Ελλήνων).
Να σημειωθεί ότι οι Σάρδεις και οι λυδικοί τύμβοι του Μπιν Τεπέ περιλαμβάνονται πλέον στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

















