Υπήρξε, φωτογραφήθηκε, μελετήθηκε – και ύστερα χάθηκε τόσο ολοκληρωτικά, ώστε σήμερα δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα ούτε το ακριβές σημείο στο οποίο στεκόταν.
Η εκκλησία των Ταξιαρχών στην περιοχή της Σαχνόης ή Σαχανόης, του σημερινού Köprüyanı της Ματσούκας, επανέρχεται στην επικαιρότητα μέσα από τουρκικό δημοσίευμα που αναζητά τα ίχνη ενός από τα πλέον αινιγματικά χριστιανικά μνημεία του Πόντου.
Οι ακαδημαϊκές πηγές είναι προσεκτικές ως προς την ακριβή θέση της. Τοποθετούν το ναό στη Σαχνόη ή κοντά σε αυτή, στη δυτική όχθη του ποταμού Πρύτανη και στην ευρύτερη περιοχή της Μονής Βαζελώνα. Το χωριό δεν διέθετε έναν ενιαίο οικιστικό πυρήνα, αλλά αποτελούνταν από διάσπαρτες κατοικίες και εγκαταστάσεις – κάτι που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τον σημερινό εντοπισμό του μνημείου.
Η «εκκλησία-φάντασμα» στον τουρκικό Τύπο
Η ιστορία της χαμένης εκκλησίας επανήλθε πρόσφατα στην επικαιρότητα μέσα από δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας Günebakış, με τον εύγλωττο τίτλο «Ένα φάντασμα στα βουνά της Τραπεζούντας: Η χαμένη εκκλησία που αναζήτησαν Ευρωπαίοι ερευνητές».
Το δημοσίευμα περιγράφει τον μικρό ναό ως «μια πινακοθήκη κρυμμένη ανάμεσα στα βουνά» και υπογραμμίζει ότι σήμερα «δεν στέκει ούτε μία πέτρα του».
Αναρωτιέται τι συνέβη στο διάστημα ανάμεσα στο 1929, όταν η εκκλησία ήταν ακόμη όρθια, και το 1957, όταν είχε πλέον εξαφανιστεί: αν οι πέτρες της χρησιμοποιήθηκαν για την οικοδόμηση σπιτιών, αν καταστράφηκε από χρυσοθήρες ή αν αφέθηκε στο έλεος της φύσης.
Το κείμενο κλείνει με την προσδοκία ότι μια συστηματική επιφανειακή έρευνα θα μπορούσε κάποτε να φέρει ξανά στο φως τα θεμέλιά της. Ως τότε, γράφει χαρακτηριστικά, οι Ταξιάρχες θα παραμένουν «ένα φάντασμα στα ομιχλώδη βουνά της Τραπεζούντας».

Η τουρκική «ανακάλυψη», πάντως, έρχεται αρκετές δεκαετίες μετά την καταγραφή του μνημείου από Έλληνες και Βρετανούς ερευνητές. Περιγραφές, επιγραφές και φωτογραφίες του ναού είχαν δημοσιευτεί ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Σαχνόη ή Σαχανόη, το σημερινό Köprüyanı
Το χωριό εμφανίζεται στις πηγές με περισσότερες από μία ονομασίες. Οι ελληνικές καταγραφές χρησιμοποιούν τους τύπους Σαχνόη και Σαχανόη, ενώ στη διεθνή βιβλιογραφία απαντούν οι γραφές Sachnoe και Sahanoy.
Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν ελληνικό χωριό της επαρχίας Ματσούκας, με περίπου 270 κατοίκους, και εκκλησιαστικά ανήκε στην εξαρχία της Μονής του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου του Βαζελώνα.
Οι ακαδημαϊκοί Άντονι Μπράιερ (Anthony Bryer) και Ντέιβιντ Γουίνφιλντ (David Winfield) περιγράφουν τη Σαχνόη ως έναν διάσπαρτο οικισμό, μέσα από τον οποίο ένας περιστασιακός επισκέπτης θα μπορούσε να περάσει χωρίς να αντιληφθεί ότι βρισκόταν σε χωριό.
Στο μνημειώδες έργο τους The Byzantine Monuments and Topography of the Pontos τοποθετούν την εκκλησία «στη Σαχνόη ή κοντά σε αυτή», στη δυτική όχθη του Πρύτανη, περίπου δέκα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Δικαισίμου.
Ένας μικρός αλλά ξεχωριστός ναός
Η εκκλησία ήταν ένα μικρό παρεκκλήσι, μήκους περίπου έξι έως επτά μέτρων και πλάτους τριών έως τεσσάρων. Διέθετε μία πεντάπλευρη εξωτερικά κόγχη, σταυροειδή στέγη και οκταγωνικό τύμπανο που κατέληγε σε τρούλο καλυμμένο με πέτρινες πλάκες.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ήταν ότι έφερε τοιχογραφίες σχεδόν σε ολόκληρο το εσωτερικό της, αλλά και σε μεγάλο μέρος των εξωτερικών τοίχων.
Στις παραστάσεις εμφανίζονταν ο Χριστός Παντοκράτορας, σκηνές από τα Ευαγγέλια, οι δύο Αρχάγγελοι, άγιοι, μοναχοί και λαϊκές μορφές.
Ορισμένοι από τους λαϊκούς δωρητές εικονίζονταν με τα χαρακτηριστικά καλύμματα της κεφαλής που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της Τραπεζούντας κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο. Οι εικόνες αυτές αποτελούσαν πολύτιμη μαρτυρία όχι μόνο για τη θρησκευτική τέχνη, αλλά και για την κοινωνία και την ενδυμασία του Πόντου.
Πώς ταυτίστηκε με την εκκλησία των Ταξιαρχών
Πριν από το 1910 ο Κυριακίδης και ο Περικλής Τοπαλίδης είχαν καταγράψει στη Σαχνόη μια εκκλησία αφιερωμένη στους Ταξιάρχες, δηλαδή στους Αρχιστρατήγους Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Όταν ο Βρετανός βυζαντινολόγος Ντέιβιντ Τάλμποτ Ράις (David Talbot Rice) επισκέφθηκε την περιοχή το 1929, οι κάτοικοι δεν μπόρεσαν να του δώσουν την πραγματική ονομασία του ναού. Έτσι τον κατέγραψε ως Kurt Boghan, από την ονομασία της πλησιέστερης τοποθεσίας, εκτιμώντας πάντως ότι πιθανότατα ήταν αφιερωμένος στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
Στις εξωτερικές τοιχογραφίες επάνω από την είσοδο διέκρινε δύο έφιππες μορφές. Τη μία την αναγνώρισε ως τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Οι Μπράιερ και Γουίνφιλντ εκτίμησαν αργότερα ότι η δεύτερη μορφή ήταν πιθανότατα ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Η συμμετρική παρουσία των δύο Αρχαγγέλων στην είσοδο ενίσχυε την ταύτιση με την εκκλησία των Ταξιαρχών.
Πρώτος συνέδεσε τον ναό που ο Τάλμποτ Ράις είχε καταγράψει ως Kurt Boghan με την εκκλησία της Σαχνόης ο τότε μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης. Οι Μπράιερ και Γουίνφιλντ συμφώνησαν αργότερα με την ταύτιση.

Η επιγραφή και το πρόβλημα με τον Νικόδημο
Η χρονολόγηση του παρεκκλησιού στηρίζεται κυρίως σε δύο παλαιότερες καταγραφές.
Το 1900 ο Κυριακίδης, επικαλούμενος ένα χειρόγραφο της Μονής Βαζελώνα που σήμερα θεωρείται χαμένο, ανέφερε ότι την εκκλησία είχε ιδρύσει το 1391 ο ιερομόναχος Νικόδημος Λαζαρόπουλος.
Το 1909, όμως, ο Περικλής Τοπαλίδης δημοσίευσε κτητορική επιγραφή που ανέφερε μόνο τον ιερομόναχο Νικόδημο ως κτήτορα του ναού, χωρίς το επώνυμο Λαζαρόπουλος. Η επιγραφή χρονολογούσε το μνημείο στα 1390-1391, κατά την περίοδο του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Γ’ Μεγάλου Κομνηνού.

Οι Μπράιερ και Γουίνφιλντ προειδοποιούν ότι δεν υπάρχει ασφαλής βάση για να ταυτιστεί ο συγκεκριμένος Νικόδημος με τη γνωστή οικογένεια Λαζαρόπουλου. Επισημαίνουν, επίσης, ότι η επιγραφή και η προσωπογραφία που είχε δει ο Τοπαλίδης δεν εμφανίζονται στις φωτογραφίες του Τάλμποτ Ράις από το 1929. Ενδέχεται να είχαν καταστραφεί στο μεσοδιάστημα ή να μην αναγνωρίστηκαν κατά την καταγραφή.
Άλλωστε, η μορφή του δωρητή που διακρίνεται σε μία από τις σωζόμενες φωτογραφίες δεν μπορεί να ταυτιστεί με βεβαιότητα με τον ιερομόναχο Νικόδημο.
Οι φωτογραφίες που έγιναν η τελευταία μνήμη του
Το πρόσφατο τουρκικό δημοσίευμα αναφέρει ότι φωτογραφίες του ναού είχαν ληφθεί και κατά τις περιηγήσεις του Βρετανού γλωσσολόγου και αρχαιολόγου Ρίτσαρντ ΜακΓκίλιβρεϊ Ντόκινς (Richard MacGillivray Dawkins) στην περιοχή, στις αρχές του 20ού αιώνα.
Η πληρέστερη σωζόμενη φωτογραφική καταγραφή, ωστόσο, προέρχεται από την επίσκεψη του Ντέιβιντ Τάλμποτ Ράις το 1929. Οι εικόνες αποτυπώνουν το εξωτερικό του παρεκκλησιού, τον τρούλο, την κόγχη του ιερού και σημαντικό μέρος των τοιχογραφιών.

Το υλικό φυλάσσεται στο αρχείο του Barber Institute of Fine Arts και έχει ψηφιοποιηθεί από το Αρχείο Ανατολικής Μεσογείου του Μπέρμιγχαμ (Birmingham East Mediterranean Archive).
Η Παναγία που «λύνει τον πόνο»
Ανάμεσα στις τοιχογραφίες του ναού ξεχώριζε μια εξαιρετικά σπάνια παράσταση της Θεοτόκου, με την επιγραφή:
«Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ Η ΠΟΝΟΛΥΤΡΙΑ»
Η ονομασία Πονολύτρια σημαίνει εκείνη που λυτρώνει ή απαλλάσσει τον άνθρωπο από τον πόνο. Η παράσταση είναι γνωστή σήμερα μόνο χάρη στην παλιά φωτογραφική καταγραφή.
Η Παναγία εικονιζόταν όρθια, κρατώντας τον Χριστό στη δεξιά πλευρά της. Με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της άγγιζε το γόνατο του Παιδιού, ενώ ο Χριστός κρατούσε κλειστό ειλητάριο. Δίπλα τους βρισκόταν ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, με ειλητάριο που έφερε τη φράση «ΙΔΕ Ο ΑΜΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ».
Η ιστορικός τέχνης Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη έχει χαρακτηρίσει την παράσταση σημαντικό δείγμα της παλαιολόγειας ζωγραφικής. Η σύνθεσή της συνδέεται εικονογραφικά με τον τύπο της Παναγίας της Παρηγοριάς, γνωστό στη δυτική τέχνη ως Madre della Consolazione, χωρίς όμως να παρουσιάζει δυτικά τεχνοτροπικά στοιχεία.
Η χρονολόγησή της στα 1390-1391 την καθιστά πολύτιμη μαρτυρία για την εξέλιξη αυτού του σπάνιου εικονογραφικού τύπου.
Από το 1929 στην ολοκληρωτική εξαφάνιση
Όταν ο Ντέιβιντ Τάλμποτ Ράις επισκέφθηκε την περιοχή το 1929, η εκκλησία στεκόταν ακόμη όρθια και οι τοιχογραφίες της διατηρούνταν σε σχετικά καλή κατάσταση. Έως το 1957, όμως, το μνημείο είχε πλέον καταστραφεί ολοκληρωτικά.
Το τι ακριβώς συνέβη παραμένει άγνωστο. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι οι πέτρες του χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό, ότι ο ναός υπέστη καταστροφές από κυνηγούς θησαυρών ή ότι κατέρρευσε εξαιτίας της εγκατάλειψης και των δύσκολων καιρικών συνθηκών. Καμία από αυτές τις εκδοχές δεν έχει τεκμηριωθεί οριστικά.
Η εκκλησία των Ταξιαρχών επιβιώνει σήμερα μόνο μέσα από φωτογραφίες, επιστημονικές περιγραφές και παλαιές καταγραφές επιγραφών. Ένας ναός σχεδόν έξι αιώνων χάθηκε από τη γη της Ματσούκας – και μαζί του χάθηκε μία από τις σπανιότερες γνωστές παραστάσεις της Παναγίας Πονολύτριας.
Πηγές:
- Günebakış – Trabzon Dağlarında Bir Hayalet: Avrupalı Araştırmacıların İzini Sürdüğü Kayıp Kilise [link]
- Άντονι Μπράιερ και Ντέιβιντ Γουίνφιλντ – The Byzantine Monuments and Topography of the Pontos, Dumbarton Oaks Studies 20, 1985, τ. Α΄, σ. 251-298 και ιδιαίτερα σ. 285-288 [link]
- Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη – Icons: The Mother of God in the Incarnation and the Passion, 1994, σ. 275-276 [link]
- Birmingham East Mediterranean Archive – Το φωτογραφικό αρχείο του Ντέιβιντ Τάλμποτ Ράις από την Τραπεζούντα [link]

















