Το καλοκαίρι στον ιστορικό Πόντο, από τα παράλια της Τραπεζούντας και της Κερασούντας μέχρι τα ορεινά χωριά της Ματσούκας και τα ξακουστά παρχάρια, η ζωή μεταφερόταν έξω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Η αυλή μετατρεπόταν στον απόλυτο πρωταγωνιστή της καθημερινότητας.1
Η ημέρα ξεκινούσε με το πρώτο φως, πριν ακόμα ο ήλιος αρχίσει να καίει. Η μάνα ή η γιαγιά του σπιτιού ήταν η πρώτη που έβγαινε έξω.
Με μια αυτοσχέδια σκούπα από θάμνους καθάριζε σχολαστικά τον χώρο και αμέσως μετά κατάβρεχε το χώμα. Αυτό το καθημερινό τελετουργικό κρατούσε το έδαφος δροσερό και εμπόδιζε τη σκόνη να σηκωθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας.2

Λίγο μετά, η αυλή αποκτούσε ζωή από τους ήχους των ζώων. Το άρμεγμα των αγελάδων ή των προβάτων γινόταν συχνά στο στεγασμένο μέρος της αυλής. Το φρέσκο γάλα μεταφερόταν αμέσως στον μεγάλο ξύλινο πάγκο, όπου άρχιζε η απαιτητική διαδικασία για την παρασκευή των γαλακτοκομικών της χρονιάς. Εκεί γεννιόταν το «ξύγαλαν» (γιαούρτι), το «πασκιτάν» και φυσικά το «ταν», το δροσιστικό ρόφημα που ξεδιψούσε τους εργάτες στα χωράφια.3
Η ιεροτελεστία του φαγητού
Η καρδιά της αυλής χτυπούσε γύρω από τον πέτρινο ή πήλινο ξυλόφουρνο, όπου μία ή δύο φορές την εβδομάδα οι γυναίκες έψηναν τα παραδοσιακά ξυλοφουρνιστά ψωμιά4.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι γυναίκες της οικογένειας κάθονταν σε χαμηλά ξύλινα σκαμνιά (τα σκαμνία) στον ίσκιο της αυλής για να προετοιμάσουν το φαγητό, να καθαρίσουν τα λαχανικά (φασούλια, τομάτες) και να ανοίξουν φύλλο για πίτες, όπως τα τηγανητά πισία ή τα ωτία.5 Το μεσημεριανό τραπέζι στρωνόταν σχεδόν πάντα έξω, κάτω από τον ίσκιο των δέντρων.6
Το απόγευμα της «μουσαφιρίας» και οι ήχοι της λύρας
Μετά τη μεσημεριανή ανάπαυλα, η αυλή αποκτούσε κοινωνικό χαρακτήρα. Ήταν η ώρα που οι γυναίκες επιδίδονταν στο γνέσιμο του μαλλιού, το πλέξιμο ή το κέντημα των προικών7.

Οι πόρτες των σπιτιών παρέμεναν ανοιχτές και οι γειτόνισσες («μουσαφιρίσες») επισκέπτονταν η μία την άλλη κρατώντας το εργόχειρό τους, μοιραζόμενες τα νέα του χωριού.8 Αν κάποιος από την οικογένεια ή τους καλεσμένους γνώριζε να παίζει κεμεντζέ, το απόγευμα έκλεινε με ένα αυτοσχέδιο, μικρό γλέντι στην αυλή.9
Το σούρουπο και η ησυχία της νύχτας
Καθώς ο ήλιος έπεφτε, τα ζώα επέστρεφαν από τη βοσκή, ενώ οι γυναίκες φρόντιζαν για το πότισμα των λουλουδιών που στόλιζαν το χώρο.10
Το βραδινό φαγητό ήταν ελαφρύ –συχνά μια κρύα σούπα, όπως ο τανωμένος σορβάς– και καταναλωνόταν γύρω από το λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου, με τους μεγαλύτερους να κλείνουν την ημέρα διηγούμενοι ιστορίες στα παιδιά.11
















