Η Μαρία Ναυπλιώτου έχει ομολογήσει ότι στην παιδική της ηλικία ήταν αγοροκόριτσο, άτακτη και η καλύτερη τερματοφύλακας στη γειτονιά της. «Δεν πέρναγε η μπάλα από τα δίχτυα μου, με διάλεγαν όλες οι ομάδες», θυμάται με νοσταλγία η ίδια.
Όλα άλλαξαν όταν στα 12 της η μητέρα της, την έγραψε σε σχολή χορού πιστεύοντας ότι δεν είχε καλή στάση σώματος. Από εκεί και πέρα αρχίζει το ταξίδι της. «Με το που μπήκα στην αίθουσα χορού, είπα “εγώ θα γίνω χορεύτρια”. Και δεν το αμφισβήτησα ποτέ», είχε πει.
Και μπορεί ο χορός να είχε συγγενική σχέση με το θέατρο, όμως δεν ήταν ο άμεσος στόχος. Αυτό προέκυψε στην πορεία.
Και όταν ήρθε η αγάπη για την υποκριτική, στα 26 της αποφάσισε να τα αφήσει όλα πίσω της και να μπει στην περιπέτεια του να γίνει ηθοποιός.
Γιατί η γυναίκα, που γεννήθηκε σαν σήμερα, έχει καταφέρει να είναι από τις κορυφαίες ηθοποιούς της γενιάς της. Και δεν στηρίχτηκε στην εξωτερική της ομορφιά, που έπρεπε να την αφήσει να αφήνεται στους ρόλους της. Πάρτε για παράδειγμα τους δυο τελευταίους της ρόλους· αρχικά την «Φιλουμένα» του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο, που υποδύθηκε μια λαϊκή γυναίκα με τρεις γιους και το αμέσως επόμενο Το Ακρωτήρι, του Σαρ Γουάϊτ όπου η ηρωίδα είναι στα όρια του Αλτσχάιμερ.
«Αν αρχίσεις να έχεις άγχος για το πώς φαίνεσαι επάνω στη σκηνή, το έχεις χάσει το παιχνίδι. Πρέπει στην πραγματικότητα να μην έχεις καμία αίσθηση για το πώς φαίνεσαι, αν είσαι όμορφη, αν δεν είσαι, αν έχεις ατέλειες ή αν δεν έχεις, η δουλειά μας δεν είναι να είμαστε όμορφοι, είναι να μπαίνουμε όσο βαθύτερα γίνεται στα παπούτσια ενός άλλου ανθρώπου», είχε πει σε τηλεοπτική της συνέντευξη.
Η Μαρία Ναυπλιώτου λοιπόν έχει δοκιμαστεί σχεδόν σε όλα τα είδη θεάτρου. Είναι μακριά από την προβολή της ζωής της. Επιλογή της. Όπως και όταν πριν από χρόνια έγινε γνωστή στο μεγάλο κοινό μέσω της τηλεόρασης, για να μην χαθεί σε ένα ανούσιο show off προτίμησε να παίξει θέατρο και να μην υποκύψει στις τηλεοπτικές σειρήνες της εποχής. Και δικαιώθηκε.

Το μεγάλο βήμα
Σαν σήμερα λοιπόν γεννήθηκε η Μαρία Ναυπλιώτου, στην Αθήνα. Έζησε τα παιδικά της χρόνια στου Μακρυγιάννη και μετά στο Παλαιό Φάληρο. Τα καλοκαίρια της όμως είχαν άρωμα Κρήτης. «Εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, η μητέρα μου όμως γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό στη μέση του νομού Ρεθύμνης. Όταν ανοίξεις το παράθυρο του σπιτιού μας βλέπεις την κορυφή του Ψηλορείτη. Είναι ένα πανέμορφο μέρος με το οποίο διατηρώ πολύ ισχυρούς δεσμούς ακόμη και σήμερα. Πηγαίναμε εκεί όλα τα καλοκαίρια και είναι τόσο έντονα τα εκεί βιώματά μου που αισθάνομαι περισσότερο Κρητικιά, παρόλο που η άλλη μισή καταγωγή μου είναι από τις Κυκλάδες», είχε πει σε συνέντευξή της.
Όπως είπαμε πιο πάνω ήταν ένα πολύ ζωηρό παιδί. Μάλιστα έχει ομολογήσει ότι στο νηπιαγωγείο έκλεβε τις εργασίες των άλλων παιδιών. Όμως τότε επικρατούσε και ο κανόνας του εκπαιδευτικού με τη βίτσα στο χέρι. Εξαιτίας αυτού του φόβου –και του πόνου– άρχισε να αλλάζει. Βέβαια όπως έχει εξομολογηθεί «Για μένα το σχολείο ήταν ένας πολύ μεγάλος εφιάλτης. Αν και ήμουν καλή μαθήτρια, δεν έμαθα ούτε κατάλαβα τίποτα».
Η ενασχόλησή της με τον χορό την έβαλε και σε ένα σύστημα πειθαρχίας. «Η πειθαρχία του χορού ήταν σωτήρια για μένα· μου έβαλε όρια, μου έδωσε στόχο, με συμμάζεψε από τα χαοτικά κομμάτια της εφηβείας», είχε πει. Αν και μικρή σε ηλικία, λόγω του χορού φτάνει μέχρι την τότε Σοβιετική Ένωση. «Μεγάλωσα σε ένα σπίτι Αριστερό, ο θείος μου ήταν στο κόμμα, πήγα στη Σοβιετική Ένωση το 1987 με υποτροφία από τον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο για να σπουδάσω μπαλέτο. Το είδα από μέσα, είδα και τον ολοκληρωτισμό».
Από το 1987 μέχρι το 1992 συνεργάζεται με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου και με το μοντέρνο χορευτικό συγκρότημα Ανδρομέδα. Από το 1992 έως το 1996 συμμετείχε στο χοροθέατρο Ροές της Σοφίας Σπυράτου.

Παράλληλα με τον χορό κάνει και κάποια διαφημιστικά. Εκεί την βλέπουν σκηνοθέτες όπως ο Νίκος Περάκης και ο Γιώργος Πανουσόπουλος και την προτείνουν για πρωταγωνίστρια στην ταινία μικρού μήκους της Από δω και πέρα της Μαρίας Ντούζα. Αποφασίζει στα 26 της να γραφτεί σε δραματική σχολή. «Ήταν δύσκολη η απόφαση να αφήσω τον χορό. Είχα κάνει μια καριέρα και έπρεπε να αναμετρηθώ με ένα καινούργιο εργαλείο, τον λόγο. Είχα ήδη εξοικειωθεί και με τη σκηνή και με την έκθεση. Το είχα απομυθοποιήσει», είχε πει, για αυτή της την απόφαση. Και συνέχισε: «Μου πήρε τρία χρόνια να αφήσω τον χορό. Οι χορευτές έχουν σύντομη ημερομηνία λήξης. Δεν είχα κλίση για χορογράφος ή δασκάλα. Με απασχολούσε το μετά».

Η μεγάλη έκθεση
Η μεγάλη αναγνωρισιμότητα ήρθε το 1998 με την τηλεοπτική Αίθουσα του θρόνου. «Η σειρά ήταν η πρώτη μου δουλειά ως επαγγελματία, χωρίς να έχω βγει ακόμα στο θέατρο. Είναι μια σειρά για την οποία είμαι πολύ περήφανη καθώς συνεργάστηκα με ανθρώπους από τον χώρο του θεάτρου που έχουν πολύ ισχυρή προσωπικότητα, με τους οποίους δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα συνεργαζόμουν. Καθώς η σκηνοθέτις Πηγή Δημητρακοπούλου δούλεψε με εντελώς κινηματογραφικούς όρους, έχει μείνει στη συνείδηση του κόσμου ως μια πολύ καλή δουλειά. Όταν μπήκα μετά από λίγο στο θέατρο, με προστάτευσε η άγνοιά μου και αυτό μου έδινε έναν τεράστιο ενθουσιασμό», είχε πει η ίδια.

Φυσικά η αναγνωρισιμότητα την τρόμαξε αρχικά. Και ευτυχώς η ίδια επέλεξε την θεατρική οικογένεια, για να μπει και να δημιουργήσει.
Την ίδια περίοδο που προβαλόταν η σειρά, η Ναυπλιώτου έκανε τα πρώτα της θεατρικά βήματα, ως ηθοποιός πλέον. Αρχικά στο Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι του Τένεσι Ουίλιαμς στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη και το καλοκαίρι του ’99 κατεβαίνει για πρώτη φορά στην Επίδαυρο. Ήταν η «Αντιγόνη», στις Φοίνισσες του Ευριπίδη που παρουσίασε το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία του Νίκου Χουρμουζιάδη.

Και λίγο μετά ξεκινάνε οι συνεργασίες με τον Στάθη Λιβαθινό στην Πειραματική σκηνή του Εθνικού, με τον Κωνσταντίνο Ρήγο, τον Γιάννη Κακλέα, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, τον Περικλή Μουστάκη και πρόσφατα με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, δηλαδή με την αφρόκρεμα του εγχώριου θεάτρου. Και όχι μόνο αφού το 2010 συνεργάστηκε με τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς στα Ημερολόγια μιας Θλιμμένης βασίλισσας στο Ηρώδειο και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Την περίοδο 2012-2013 πρωταγωνίστησε στην Οδύσσεια του Ρόμπερτ Ουίλσον που βασιζόταν στο έπος του Ομήρου, μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του Piccolo Teatro di Milano που παρουσιάστηκε στην Ελλάδα και την Ιταλία.

Οι απώλειες
Η πιο δύσκολη στιγμή στη ζωή της ήταν ο θάνατος των γονιών της. «Οι γονείς μου έφυγαν και οι δύο νωρίς, μέσα σ’ έναν χρόνο, από καρκίνο. Ήταν ακριβώς την περίοδο που ξεκίνησα να είμαι ηθοποιός και συγχρόνως μπαινόβγαινα σε νοσοκομεία. Μια μεγάλη αγωνία κι ένα μακρόχρονο πένθος. Πρόλαβαν να με δουν και χάρηκαν. Μας αγαπούσαν πολύ κι εμένα και τον αδελφό μου και δεν μας έφεραν κανένα εμπόδιο στο να γίνουμε ακριβώς αυτό που θέλαμε», είχε εξομολογηθεί. Θυμάται πως «Λίγο πριν πεθάνει ο πατέρας μου, γιατί είπε ότι “για τα παιδιά μου δεν έχω ανησυχία, γιατί εγώ τα μεγάλωσα και ξέρω”».

Πιστεύει στην λυτρωτική αξία του πένθους «Τις μεγάλες απώλειες τις διαχειρίζεσαι με το πένθος. Αν δεν πενθήσεις, δεν επιστρέφεις. Έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή μου αλλά δεν με καθόρισαν. Δεν κουβαλάω τραύματα, γιατί επέτρεψα στον εαυτό μου να βυθιστεί σ΄αυτό το κομμάτι που μένει ορφανό. Είναι πρωτόγνωρη αίσθηση αυτή η αίσθηση. Δεν επιστρέφουν ποτέ στο λεξιλόγιό σου οι λέξεις μαμά και μπαμπάς. Δεν υπάρχει κανείς για να πεις μαμά και μπαμπά», είχε εξομολογηθεί.

Η χαρά της καθημερινότητας
Θυμάται πάντα με νοσταλγία και πίκρα τον ρόλο της ως «Πόπη» στην ταινία του Γιάννη Οικονομίδη Η ψυχή στο στόμα. Υποδύθηκε μια λαϊκή γυναίκα, άκρως τοξική που ειδικά σε μια σκηνή λέει απίστευτα γαλλικά. Εκείνη την περίοδο ήταν στο νοσοκομείο λόγω της μητέρας της. Αφού έκανε απίστευτες πρόβες το βράδυ που έκαναν το γύρισμα, πήγε στο νοσοκομείο ο αδελφός της Στάθης, για να κάτσει στο πόδι της και εκείνη πήγε στο γύρισμα. Μάλιστα στα διαλείμματα κοιμόταν στο γραφείο που εμφανίζεται στην ταινία. Και όλο αυτό με τις βρισιές ήταν για την ίδια μια εκτόνωση.
Αυτό που έχει να θυμάται ήταν πως στην πρεμιέρα είχε πάει με τον σύντροφό της. Και όταν κόντευε να τελειώσει η ταινία, εκείνος αναρωτιόταν πότε θα εμφανιστεί στην ταινία. Ήταν τέτοια η μεταμόρφωσή της που δεν την είχε αντιληφθεί. Για την ιστορία η Μαρία Ναυπλιώτου βραβεύτηκε για αυτή την ερμηνεία.
Η ίδια έχει καταφέρει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα την προσωπική της ζωή. Δηλώνει ότι της αρέσει να ζει μόνη της, αλλά δεν είναι μοναχική. «Είμαι των σχέσεων. Οι άνθρωποι είναι το ουσιαστικότερο κομμάτι της ζωής και της ευτυχίας μου. Όσο μεγαλώνω το θεωρώ πάνω και από την τέχνη».
Όσον αφορά τη δουλειά της έχει πει πως: «Αυτή τη δουλειά δεν την επέλεξα για να γίνω γνωστή, σταρ ή celebrity, αλλά γιατί ικανοποιούσε μία μεγάλη ανάγκη έκφρασης και εκτόνωσης των ανησυχιών μου. Μέσα στον κόσμο της Τέχνης βρήκα παρηγοριά, διαφυγή και καταφύγιο. Γι’ αυτό επέλεξα να γίνω καλλιτέχνιδα. Το “εκτός Ελλάδας” συνεπάγεται ένα μεγάλο κομμάτι αναγνωρισιμότητας. Είμαι φιλόδοξη στη δουλειά μου, αλλά όχι ματαιόδοξη.»
Σε λίγες μέρες κατεβαίνει ξανά στην Επίδαυρο, αυτή την φορά με τους Πέρσες σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, όπου υποδύεται την αυτοκράτειρα Άτοσσα. Συν ότι από την νέα σεζόν επιστρέφει και στην τηλεόραση με την μίνι σειρά Οι άλλοι (στον Alpha).

Στα περσινά της γενέθλια πόσταρε στο Facebook της, το παρακάτω: «Η ευγνωμοσύνη είναι το πιο φωτεινό φίλτρο. Για όσα με έκαναν να γίνω αυτό που είμαι. Για την τέχνη που με συγκινεί. Για τους ανθρώπους που επιλέγω και με επιλέγουν. Για κάθε νέα αρχή. Και κάθε χρόνος που περνά είναι ένα δώρο, όταν τον ζεις με ουσία.»

Και αυτή η εκτυφλωτικά όμορφη γυναίκα ζει και κυνηγάει την ουσία σε όλους τους τομείς της ζωής της. Και ότι κάνει αφήνει το καλαίσθητο αποτύπωμά της. Η ίδια δεν έχει διστάσει να παραδεχτεί ότι έχει πληρώσει την επιθυμία της να ζει ελεύθερη. Έχει γίνει πρωθιέρεια των Ολυμπιακών αγώνων το 2008 και το 2009, έχει τραγουδήσει με μπάντα και γενικότερα έχει διευρύνει τον όρο καλλιτεχνία όποτε της δίνεται η ευκαιρία. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να κάνει συνέχεια καλές δουλειές, έχει ομολογήσει ότι έχει βιώσει τις μαύρες στιγμές της, δεν λατρεύει το πέρασμα του χρόνου και πλέον αυτό που πιστεύει ακράδαντα είναι πως: «Αν δεν ζεις το τώρα, δεν ζεις τίποτα».
Σπύρος Δευτεραίος
















