Σε μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας του ποντιακού ελληνισμού, η πίστη δεν χάθηκε – απλώς κρύφτηκε για να επιβιώσει.
Μετά την οριστική κατάληψη του Πόντου από τους Οθωμανούς, οι Έλληνες βρέθηκαν αντιμέτωποι με βίαιους εξισλαμισμούς, σφαγές και διώξεις. Για πολλούς, η επιλογή ήταν σκληρή και απόλυτη: ή θα αλλαξοπιστούσαν ή θα έχαναν τη ζωή τους.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο γεννήθηκε το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών.
Πρόκειται για ανθρώπους που εξωτερικά εμφανίζονταν ως μουσουλμάνοι, για να γλιτώσουν, αλλά διατηρούσαν μέσα τους ακέραιη την ορθόδοξη πίστη. Την ημέρα ακολουθούσαν τα τυπικά του Ισλάμ, όμως τη νύχτα συγκεντρώνονταν κρυφά –σε σπίτια, υπόγεια ή ακόμη και σπηλιές– για να προσευχηθούν και να τελέσουν τα χριστιανικά τους καθήκοντα.
Η Εκκλησία όχι μόνο γνώριζε αυτή την κατάσταση, αλλά τη στήριξε ενεργά. Ιερείς και μοναχοί, πολλές φορές μεταμφιεσμένοι, περιόδευαν για να κοινωνούν και να ενισχύουν πνευματικά τους κρυπτοχριστιανούς, ενώ διατηρούνταν ακόμη και μυστικοί κατάλογοι για την προστασία τους.
Οι Οθωμανοί τους αποκαλούσαν περιφρονητικά «κλώστους» – δηλαδή «γυριστούς», αυτούς που «γυρίζουν» ανάμεσα σε δύο θρησκείες. Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο για ανθρώπους που με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να σώσουν την ταυτότητα και την πίστη τους.
Ολόκληρες τέτοιες οικογένειες υπήρχαν σε περιοχές όπως η Αργυρούπολη, η Σάντα και η Κρώμνη. Η καθημερινότητά τους ήταν γεμάτη συμβολισμούς και μυστικά: δύο ονόματα (ένα μουσουλμανικό και ένα χριστιανικό), διπλές τελετές, κρυφές βαπτίσεις και γάμοι, ακόμη και ιερείς που συνόδευαν «αθέατα» μουσουλμανικές κηδείες ψάλλοντας τη νεκρώσιμη ακολουθία.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο εντάσσεται και η μαρτυρία που έχει καταγράψει ο ομότιμος καθηγητής Κωνσταντίνος Φωτιάδης*, το οποίο αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο το δίλημμα, τον φόβο αλλά και τη βαθιά πίστη των κρυπτοχριστιανών:
Τον καιρό της παραμονής μου στην Κερασούντα, μ’ επισκέφτηκε ο μουσουλμάνος Σουλεϊμάν. Εάν αυτός δεν επέμενε τόσο πολύ να μου μιλήσει, θα αρνιόμουν να τον δεχτώ, γιατί δεν είχα ούτε καιρό ούτε διάθεση να συζητήσω μ’ ένα μουσουλμάνο πάνω σε θέματα του Κορανίου.
Όταν όμως ο δυστυχισμένος μουσουλμάνος Σουλεϊμάν με πληροφόρησε ότι συγχρόνως είναι και Έλληνας ιερέας με το όνομα Παρθένιος, η έκπληξή μου ήταν μεγάλη. Ακριβώς γι’ αυτό είχε αποφασίσει να μ’ ενοχλήσει.
»Αυτός με παρακάλεσε ως χριστιανός να τον βοηθήσω να βγει από μία τρομερά δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκεται. «Τι βοήθεια τη χρειάζομαι εγώ», μου είπε ο γέρος, και ένα χοντρό δάκρυ κύλησε στα άσπρα μακριά και μεταξωτά γένια του.
»Εμένα δε μου έμεινε πολύς καιρός να ζήσω και μπορώ να συνεχίζω κρυφά να υπηρετώ τον δικό μου Θεό, έτσι όπως τον υπηρετώ σχεδόν 70 χρόνια. Εγώ, όμως, έχω μία κόρη την οποία μπροστά στον κόσμο την φωνάζω Φατιμέ, όμως όταν είμαστε οι δυο μας, την σφίγγω στο στήθος μου και τρυφερά προφέρω το όνομά της, Σοφία. Εγώ πρέπει να γλιτώσω το άγιο αυτό πλάσμα.
»Ήρθε ο καιρός να παντρευτεί και δεν μπορώ πολύ καιρό ακόμη να αρνούμαι να την δώσω στους μουσουλμάνους που άκουσαν πολλά για την ομορφιά της. Μεταξύ τους υπάρχουν και παντοδύναμοι μουσουλμάνοι. Εγώ νιώθω ότι δεν θα επιζήσω εκείνη την ημέρα, όταν ο Τούρκος που θα την παντρευτεί θα κλείσει τον άγγελό μου στο χαρέμι.
»Σας παρακαλώ να βοηθήσετε την αγαπημένη μου Σοφία και έναν συγγενή συνόδό της, και αυτός χριστιανός, να περάσουν στην Κριμαία, στην Τιφλίδα ή σε κάποια άλλη χριστιανική χώρα. Θα του δώσω λεφτά για να εξασφαλίσει την ύπαρξη της κόρης μου και θα αφιερώσω την υπόλοιπη ζωή μου στις προσευχές παρακαλώντας τον Θεό να ανταμείψει την καλοσύνη σας».
«Τα λόγια του γέρου με συγκίνησαν βαθιά», γράφει ο Τσιχάτσεφ, «και εγώ βιάστηκα να κάνω ό,τι μπορώ κι ό,τι μου επέτρεπε η θέση μου για την κόρη του ιερέα Παρθενίου».
Η μαρτυρία αυτή φωτίζει μια λιγότερο γνωστή αλλά συγκλονιστική πτυχή της ιστορίας: ανθρώπους που έζησαν ανάμεσα σε δύο κόσμους, αλλά δεν εγκατέλειψαν ποτέ αυτό που θεωρούσαν αληθινό.
















