Το Γυναικόκαστρο, το «καρτερώτατον» δηλαδή το απόρθητο κάστρο σύμφωνα με τον Ιωάννη Καντακουζηνό, δεσπόζει σε λόφο με υψόμετρο 106 μέτρων, αγναντεύοντας εδώ και εφτά ολόκληρους αιώνες χιλιάδες ανατολές ηλίου που ξεπροβάλουν από τα Κρούσσια όρη και ισάριθμες δύσεις, όταν ο ήλιος χάνεται πίσω από το Πάικο και την Τζένα, βάφοντας τον κιλκισιώτικο ουρανό σε αποχρώσεις του πορτοκαλί και του μωβ.
Είναι ένα υστεροβυζαντινό κάστρο θεμελιωμένο τον 14ο αιώνα από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ τον Παλαιολόγο (περίοδος βασιλείας: 1328-1341). Στην περιοχή υπάρχουν αρχαιολογικές μαρτυρίες από την προϊστορική εποχή. Τι το κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα κάστρα;
Το όνομά του – Γ υ ν α ι κ ό κ α σ τ ρ ο !
Γιατί ονομάστηκε έτσι; Προφανώς γιατί ήταν τόσο καλά οχυρωμένο και σε τόσο πλεονεκτική θέση, που μπορούσε να το υπερασπιστεί μια φρουρά αποτελούμενη από γυναίκες, όταν ο αντρικός πληθυσμός έλειπε στις μάχες! Το λέει εξάλλου και ο ίδιος ο Καντακουζηνός στα απομνημονεύματά του: […] ως και γυναικείας ούσης φρουράς, κρείττων εσόμενος παντοίας πολεμίων προσβολής».

Η τοποθεσία είχε επιλεγεί στρατηγικά από τους Βυζαντινούς ώστε να εποπτεύεται η κοιλάδα μεταξύ των ποταμών Αξιού και Γαλλικού (του αρχαίου Εχέδωρου) και να αποτελεί προμαχώνα για την προστασία της συμβασιλεύουσας Θεσσαλονίκης από τους βαρβάρους προερχόμενους από τον Βορρά και όχι μόνο. Η φυσική και η τεχνητή του οχύρωση το καθιστούσε οχυρό υψηλής στρατιωτικής αξίας.

Στις παρυφές του λόφου που έστεκε αγέρωχα η άλλοτε κραταιά καστροπολιτεία, υπάρχει ο οικισμός του Παλαιού Γυναικόκαστρου, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τα χωριά Πεπερέκ και Τοροσκώφ της επαρχίας Αρνταχάν του Καρς.

Περνώντας το ποταμάκι που χωρίζει το χωριό από το κάστρο, ορθώνεται ο απόκρημνος βράχος στην κορυφή του οποίου διακρίνονται τα χαλάσματα της υστεροβυζαντινής ακρόπολης.
Τα 614 τρέχοντα μέτρα του εξωτερικού περίδρομου περικλείουν έκταση εμβαδού 25 στρεμμάτων στην οποία δεσπόζει μέχρι τις ημέρες μας η ακρόπολη με τον διώροφο πύργο. Στα χρόνια που πέρασαν, εξαιτίας συστηματικής λιθαρπαγής, τα εξωτερικά τείχη που διακόπτονταν με ορθογώνιους και ημικυκλικούς πύργους έχουν αισθητά κοντύνει και σε μερικά σημεία έχουν εξαφανιστεί πλήρως.

Το σωζόμενο τμήμα των τειχών μετράει περίπου 450 μ., τα οποία φτάνουν μέχρι και τα 8 μέτρα σε ύψος σε κάποια σημεία.




Η τειχοποιία αποτελείται από αργολιθοδομή, δηλαδή από ακανόνιστες πέτρες που συνδέονται μεταξύ τους με ασβεστοκονίαμα και «αγκωνάρια» (επεξεργασμένους ακρογωνιαίους λίθους τοποθετημένους στις γωνίες). Το κάστρο είχε δύο εισόδους, την κύρια από τα νοτιοανατολικά που δεν υπάρχει πια, η οποία διέθετε λιθόστρωτο δρόμο, και την βορειοανατολική μικρότερη και δυσπρόσιτη λόγω της βραχώδους και απότομης τοποθεσίας.

Σήμερα, κεντρικά του φρουρίου σώζεται ο διώροφος τετράγωνος πύργος ο οποίος αποτελούσε διοικητικό κέντρο και κατοικία του διοικητή. Η είσοδος στον πύργο γινόταν με μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στον όροφο. Στον υπόγειο και ισόγειο χώρο του κτηρίου, υπήρχαν δύο πανομοιότυπες υδατοδεξαμενές –βυζαντινές κιστέρνες, χωρητικότητας 176 τ.μ. οι οποίες εξασφάλιζαν πόσιμο νερό για μακρά χρονική περίοδο.

Στο υψηλότερο σημείο του πύργου ορθώνονταν επάλξεις οι οποίες ενίσχυαν την επιβλητική εικόνα του και παράλληλα προσέφεραν προστασία στους αμυνόμενους σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης. Στον όροφο του πύργου υπήρχε παρεκκλήσιο από το οποίο η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κιλκίς μας πληροφορεί πως διασώθηκε θραύσμα κτητορικής επιγραφής με το μονόγραμμα των Παλαιολόγων.

Στις ταραγμένες εποχές των υστεροβυζαντινών χρόνων το «απόρθητο» κάστρο έπεσε στα χέρια του Σέρβου κράλη Στέφανου Ντουσάν, ο οποίος αξιοποιώντας τις βυζαντινές έριδες προς όφελός του, κατόρθωσε να κυριέψει όλη σχεδόν τη Μακεδονία εκτός από το αληθινό «απόρθητο φρούριο», το άπιαστο όνειρο όλων των γειτόνων μας, τη συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη! Με την άνοδο του Καντακουζηνού στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Ντουσάν κατόπιν συμφωνίας με τον αυτοκράτορα, επέστρεψε πολλά από τα κάστρα της Μακεδονίας μεταξύ των οποίων και το Γυναικόκαστρο.
Συγχρόνως με την πολιορκία της Θεσσαλονίκης κατά τα έτη 1383-1387 το Γυναικόκαστρο πέφτει στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων. Σύμφωνα με τον θρύλο οι άντρες έλειπαν στην μάχη.
Το κάστρο το υπερασπιζόταν η Μαρουλία, μια ηγετική γυναικεία μορφή, χήρα του διοικητή.
Η Μαρουλία και οι υπόλοιπες γυναίκες του κάστρου άντεξαν μήνες ολόκληρους την πολιορκία και τις επιθέσεις των Τούρκων. Πάλεψαν σαν λέαινες, οργάνωσαν την άμυνα και πολέμησαν ηρωικά υπερασπιζόμενες το κάστρο, περιμένοντας βοήθεια η οποία δεν ερχόταν από πουθενά.


Έτσι αποφασίστηκε η παράδοση του κάστρου στον στρατηγό-γαζή Εβρενός Μπέη. Αξίζει να σημειωθεί πως οι Τούρκοι κατακτητές του, διατήρησαν την ονομασία του κάστρου μεταφράζοντάς την σε «Αβρέτ Χισάρ» δηλαδή κάστρο των Γυναικών.
















