Κλιμακώνεται επικίνδυνα η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, με διαδοχικά πλήγματα, ενεργειακές υποδομές στο στόχαστρο και τη διεθνή κοινότητα να επιχειρεί να αποτρέψει περαιτέρω ανάφλεξη σε ένα ήδη εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ζήτησε από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να μην προχωρήσει σε επίθεση κατά ιρανικών ενεργειακών κοιτασμάτων και, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός συμφώνησε. Παράλληλα, ξεκαθάρισε πως οι ΗΠΑ δεν προτίθενται να αναπτύξουν χερσαίες δυνάμεις στο Ιράν, παρότι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί συνεχίζονται εδώ και εβδομάδες, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αυξημένης χρηματοδότησης για στρατιωτικούς λόγους.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε επίσης ότι η ιρανική ηγεσία έχει αποδυναμωθεί σημαντικά, κάνοντας λόγο για «λιποταξίες σε όλα τα επίπεδα» και για αναζήτηση νέας ηγεσίας στην Τεχεράνη.
Ωστόσο, η εικόνα περιπλέκεται από τις αποκαλύψεις Ισραηλινών αξιωματούχων, σύμφωνα με τους οποίους η πρόσφατη επίθεση σε ιρανικό κοίτασμα φυσικού αερίου στο Νότιο Παρς είχε συντονιστεί με τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ δήλωσε δημόσια πως «δεν γνώριζε τίποτα». Οι ίδιοι εκτιμούν ότι το πλήγμα δύσκολα θα επαναληφθεί, εκτός εάν υπάρξει νέα ιρανική επίθεση.
Η συγκεκριμένη επίθεση αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς προκάλεσε ευρείας κλίμακας ιρανικά αντίποινα: πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές στο Κατάρ, ζημιές στη μεγαλύτερη μονάδα αερίου παγκοσμίως, επίθεση σε διυλιστήριο στη Σαουδική Αραβία και αναστολή λειτουργίας εγκαταστάσεων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι εξελίξεις αυτές ανησύχησαν έντονα τις χώρες του Κόλπου, οι οποίες ζήτησαν εξηγήσεις από την Ουάσινγκτον.
Σύμφωνα με πηγές, αρχικά η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) ανέφερε ότι δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για το ισραηλινό πλήγμα. Ωστόσο, ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, φέρεται να διευκρίνισε ότι, αν και δεν επρόκειτο για κοινή επιχείρηση, οι ΗΠΑ είχαν ενημερωθεί νωρίτερα. Το Ισραήλ δεν έχει αναλάβει επίσημα την ευθύνη για την επίθεση.
Παρά τον στενό συντονισμό που προβάλλουν δημόσια οι δύο χώρες, αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι οι στρατηγικοί τους στόχοι διαφέρουν. Όπως επισήμανε η διευθύντρια των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ, το Ισραήλ εστιάζει στην αποδυνάμωση της ιρανικής ηγεσίας, ενώ οι ΗΠΑ στοχεύουν κυρίως στην καταστροφή των δυνατοτήτων βαλλιστικών πυραύλων και του ναυτικού του Ιράν.
Την ίδια στιγμή, η ανησυχία για ευρύτερη αποσταθεροποίηση παραμένει έντονη και στην Ευρώπη. Ο Ιταλός υπουργός Άμυνας προειδοποίησε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις χώρες που δεν εμπλέκονται άμεσα είναι η τρομοκρατία, τονίζοντας την ανάγκη διεθνούς παρουσίας – ενδεχομένως υπό τον ΟΗΕ – στα Στενά του Ορμούζ, προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια και η ελεύθερη ναυσιπλοΐα.
Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και η ένταση στο Στενό του Ορμούζ
Στο πεδίο των επιχειρήσεων, ιρανική πυραυλική επίθεση είχε ως στόχο διυλιστήριο πετρελαίου στη Χάιφα, στο βόρειο Ισραήλ. Αν και η πλειονότητα των πυραύλων αναχαιτίστηκε από τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις, θραύσματα προκάλεσαν υλικές ζημιές στις εγκαταστάσεις, ενώ σημειώθηκαν και προσωρινές διακοπές στην ηλεκτροδότηση. Παράλληλα, οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι έπληξαν στόχους τόσο στη Χάιφα όσο και στην Ασντόντ, κάνοντας λόγο για «πυραύλους ακριβείας» που στόχευσαν ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές.
Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι κατάφερε να πλήξει αμερικανικό μαχητικό F-35 στον εναέριο χώρο του κεντρικού Ιράν, με την τύχη του αεροσκάφους να παραμένει ασαφής, ενώ αμερικανικά μέσα αναφέρουν ότι πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση. Παράλληλα, οι ιρανικές Αρχές εντείνουν τις εσωτερικές επιχειρήσεις ασφαλείας, ανακοινώνοντας τη σύλληψη 178 υπόπτων για κατασκοπεία, οι οποίοι φέρονται να είχαν επαφές με αμερικανικές και ισραηλινές υπηρεσίες.
Στον Λίβανο, η ένταση αποτυπώνεται πλέον και σε κρίσιμες υποδομές. Ισραηλινή επίθεση στον νότιο τομέα της χώρας έθεσε εκτός λειτουργίας τον βασικό υποσταθμό ηλεκτρικής ενέργειας στο Μπιντ Τζμπέιλ, επηρεάζοντας την ηλεκτροδότηση στην ευρύτερη περιοχή και εντείνοντας τους φόβους για περαιτέρω επιδείνωση της ανθρωπιστικής κατάστασης.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι εξελίξεις γύρω από το Στενό του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως. Ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών, Αντόνιο Ταγιάνι, υπογράμμισε ότι η κοινή δήλωση Ιταλίας, Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Γερμανίας, Ολλανδίας και Ιαπωνίας για το Ορμούζ αποτελεί «πολιτικό και όχι στρατιωτικό κείμενο», με στόχο τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και την αποτροπή ενεργειακής κρίσης. Τόνισε επίσης ότι οι χώρες αυτές δεν επιθυμούν να εμπλακούν άμεσα στη σύγκρουση, επιδιώκοντας αποκλιμάκωση μέσω διπλωματικών διαύλων.
Στο περιφερειακό επίπεδο, η Τουρκία εμφανίζεται σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα. Ο υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ δήλωσε ότι η χώρα έχει λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα σε στεριά, θάλασσα και αέρα, επισημαίνοντας τον ρόλο της ως «νησίδα σταθερότητας» αλλά και ως δύναμη με αυξανόμενο γεωπολιτικό βάρος. Η στάση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη γενικότερη στρατηγική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη διπλωματία και την αποτρεπτική ισχύ, σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων.
Η συνολική εικόνα παραπέμπει σε μια σύγκρουση που ξεφεύγει από τα στενά γεωγραφικά όρια και αγγίζει την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και τη διεθνή σταθερότητα. Με τα πλήγματα να συνεχίζονται και τις διπλωματικές προσπάθειες να εντείνονται, το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο.
















