Το φως χαμηλώνει στο Dolby Theatre του Λος Άντζελες, τα φλας των φωτογράφων αναβοσβήνουν ασταμάτητα και η τελετή που κάθε χρόνο συγκεντρώνει τα βλέμματα του παγκόσμιου κινηματογράφου ετοιμάζεται να κορυφωθεί. Μια φράση αιωρείται στην αίθουσα, γνωστή όσο καμία άλλη στο Χόλιγουντ: «And the Oscar goes to…»
Για τον Γιώργο Λάνθιμο, αυτή η φράση είναι εδώ και χρόνια ένα είδος… κινηματογραφικής μοίρας. Τη νιώθει να πλησιάζει, να τον αγγίζει, να τον προσπερνά και να επιστρέφει ξανά. Φέτος, όμως, ίσως να είναι η χρονιά που το όνομα του Έλληνα δημιουργού θα ακουστεί επιτέλους εκείνη τη στιγμή που ολόκληρη η κινηματογραφική βιομηχανία κρατά την ανάσα της.
Η νέα του ταινία, Βουγονία (Bugonia), μπήκε στην κούρσα των 98ων Βραβείων Όσκαρ με τέσσερις υποψηφιότητες, σε μια χρονιά όπου η βιομηχανία δείχνει να κινείται ανάμεσα σε μεγάλες παραγωγές, φιλόδοξα καλλιτεχνικά έργα και έντονες δημιουργικές προσωπικότητες.
Και όμως, πίσω από αυτές τις υποψηφιότητες κρύβεται μια μακρά ιστορία. Εκείνη ενός σκηνοθέτη που άλλαξε το σύγχρονο σινεμά, αλλά δεν έχει ακόμη κατακτήσει το δικό του χρυσό αγαλματίδιο.
Η Βουγονία και η επιστροφή του Λάνθιμου στην κούρσα των Όσκαρ
Η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, Βουγονία, εξασφάλισε τέσσερις σημαντικές υποψηφιότητες:
- Καλύτερης Ταινίας
- Α’ Γυναικείου Ρόλου για την Έμα Στόουν
- Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου
- Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής
Η παρουσία της ταινίας στις μεγάλες κατηγορίες επιβεβαιώνει κάτι που εδώ και χρόνια θεωρείται δεδομένο στο Χόλιγουντ. Ότι ο Γιώργος Λάνθιμος, που πιτσιρικάς έπαιζε μπάσκετ στο Παγκράτι και αργότερα σκηνοθετούσε βίντεο κλιπ για εφήμερα σουξέ, θα εξελισσόταν όχι μόνο σε έναν επιτυχημένο σκηνοθέτη αλλά σε έναν δημιουργό με ισχυρή υπογραφή και από τους λίγους που μπορούν να συνδυάσουν καλλιτεχνικό όραμα και εμπορική απήχηση.

Η υποψηφιότητα της Έμα Στόουν, μάλιστα, φέτος, αποτελεί ακόμη μία επιβεβαίωση της δημιουργικής τους σχέσης. Η συνεργασία τους θεωρείται πλέον μία από τις σημαντικότερες και πιο ισχυρές στο σύγχρονο σινεμά. Από το Poor Things μέχρι τη Βουγονία, η Στόουν μοιάζει να βρίσκει στους κόσμους του Λάνθιμου ρόλους που επαναπροσδιορίζουν την καριέρα της.
Και κάπως έτσι, για ακόμη μία φορά, ο Έλληνας δημιουργός βρίσκεται στο κέντρο της οσκαρικής σκηνής.

Οι ανταγωνιστές είναι… «Αμαρτωλοί» και με ρεκόρ
Η φετινή χρονιά, ωστόσο, έχει έναν σαφή πρωταγωνιστή. Το μπλουζ-βαμπιρικό έπος Αμαρτωλοί (Sinners) του Ράιαν Κούγκλερ κατέγραψε ένα ιστορικό ρεκόρ με 16 υποψηφιότητες, τις περισσότερες στην ιστορία των Όσκαρ.
Η ταινία ξεπέρασε το φράγμα των 14 υποψηφιοτήτων που κρατούσαν για δεκαετίες έργα όπως το Όλα για την Εύα, ο Τιτανικός και το La La Land, γράφοντας τη δική της σελίδα στην ιστορία της Ακαδημίας.
Στην ίδια κούρσα βρίσκονται και άλλες μεγάλες παραγωγές, όπως το One Battle After Another του Πολ Τόμας Άντερσον, το οποίο συγκέντρωσε 13 υποψηφιότητες.
Σε αυτό το περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού, η παρουσία της Βουγονίας στις κορυφαίες κατηγορίες αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Η μακρά –και «πονεμένη»– σχέση του Λάνθιμου με τα Όσκαρ
Η σχέση του Γιώργου Λάνθιμου με τα Όσκαρ μοιάζει με μια ιστορία σχεδόν μυθιστορηματική. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο οσκαρικό… ραντάρ με τον Κυνόδοντα, που προτάθηκε για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας το 2011. Από εκείνη τη στιγμή, η καριέρα του άρχισε να κινείται με σταθερή πορεία προς το κέντρο του διεθνούς κινηματογράφου. Γιατί ακόμα και η υποψηφιότητα από την Ακαδημία, έχει τη βαρύτητά της. Δεν είναι και λίγο να καταφέρνεις να βάλεις στον… χάρτη μία χώρα σαν την Ελλάδα που αν και διαθέτει σπουδαίους κινηματογραφιστές, δεν καταφέρνει συχνά να ζει τέτοιες ένδοξες στιγμές. Και επειδή τα καλά πρέπει να τα λέμε, αρκεί μόνο να θυμίσουμε ότι μόλις τέσσερις ελληνικές ταινίες έχουν καταφέρει να φτάσουν στην τελική πεντάδα υποψηφιότητας για Όσκαρ. Οι εξής:
- Ηλέκτρα (1962) του Μιχάλη Κακογιάννη
- Τα Κόκκινα Φανάρια (1963) του Βασίλη Γεωργιάδη
- Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο (1965) του Βασίλη Γεωργιάδη
- Ιφιγένεια (1977) του Μιχάλη Κακογιάννη

Και για να μην βιαστείτε να αναφερθείτε στην ταινία Ζ (1969) του Κώστα Γαβρά, η οποία μάλιστα κέρδισε το πολυπόθητο βραβείο το 1970, αν και έχει ελληνικό χρώμα, δεν εκπροσωπούσε τη χώρα μας αλλά την Αλγερία!
Επιστρέφοντας στον Γιώργο Λάνθιμο και τη δύσκολη πορεία του μέχρι τα φετινά Όσκαρ, αξίζει να αναφερθούν οι ταινίες – σταθμός που αποτέλεσαν για τον ίδιο ακόμα ένα βήμα πιο κοντά προς τη σκηνή των βραβείων. Πρόκειται για τις ταινίες The Lobster, The Favourite, Kinds of Kindness και Poor Things που έγιναν αντικείμενο λατρείας για κοινό και κριτικούς. Κάθε μία από αυτές άφησε το δικό της αποτύπωμα.

Και όμως, παρά τις υποψηφιότητες και την αναγνώριση, ο Γιώργος Λάνθιμος δεν έχει ακόμη κερδίσει προσωπικό Όσκαρ σκηνοθεσίας ή καλύτερης ταινίας.
Η μεγαλύτερη στιγμή του ήρθε το 2024, όταν το Poor Things συγκέντρωσε 11 υποψηφιότητες και τελικά κέρδισε τέσσερα Όσκαρ:
- Α’ Γυναικείου Ρόλου για την Έμα Στόουν
- Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης
- Κοστουμιών
- Μακιγιάζ και Κομμώσεων
Ήταν μια μεγάλη νίκη για την ταινία – αλλά όχι ακόμη για τον ίδιο. Και αν δεν είναι αυτή μία πικρή ιστορία, τότε ποια είναι;

Ένας δημιουργός που άλλαξε το σύγχρονο σινεμά
Σήμερα, ο Γιώργος Λάνθιμος θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς σκηνοθέτες της εποχής του. Και ο λόγος είναι απλός: κατάφερε να μεταφέρει στο Χόλιγουντ μια αυστηρά προσωπική κινηματογραφική γλώσσα, χωρίς να την αλλοιώσει.
Το στυλ του είναι αναγνωρίσιμο από τα πρώτα κιόλας λεπτά μιας ταινίας του. Σκοτεινό χιούμορ, παράδοξοι διάλογοι, δυστοπικά σύμπαντα, παράξενες γωνίες λήψης και ένας ψυχρός, σχεδόν αποστασιοποιημένος τόνος που συνθέτουν μία άλλη κινηματογραφική οπτική που δύσκολα συναντά κανείς. Αυτή η αισθητική, όμως, που πολλοί περιγράφουν ως «weird cinema», δεν τον εμπόδισε να γίνει εμπορικά επιτυχημένος. Αντίθετα, τον καθιέρωσε ως έναν δημιουργό με πλήρη καλλιτεχνική ελευθερία – κάτι εξαιρετικά σπάνιο στο σύγχρονο Χόλιγουντ.

Το ελληνικό χρώμα των Όσκαρ
Η ιστορία των Ελλήνων στα Όσκαρ είναι μικρή σε αριθμούς αλλά μεγάλη σε σημασία. Η πρώτη μεγάλη στιγμή ήρθε το 1944, όταν η Κατίνα Παξινού κέρδισε το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ταινία Για ποιον χτυπά η καμπάνα. Ήταν η πρώτη μη Αμερικανίδα ηθοποιός που κατέκτησε το συγκεκριμένο βραβείο.
Ακολούθησε το 1961 ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος κέρδισε το Όσκαρ Πρωτότυπου Τραγουδιού για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία Ποτέ την Κυριακή.

Το 1965, ο Βασίλης Φωτόπουλος βραβεύτηκε για την καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας Αλέξης Ζορμπάς, ενώ το 1982 ο Βαγγέλης Παπαθανασίου (Vangelis) κατέκτησε το Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής για τους «Δρόμους της Φωτιάς».
Έναν χρόνο αργότερα, το 1983, ο Κώστας Γαβράς κέρδισε το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου για την ταινία Ο αγνοούμενος (Missing).
Στη λίστα των ελληνικής καταγωγής νικητών βρίσκονται επίσης ο σκηνοθέτης Ελία Καζάν, η ενδυματολόγος Θεώνη Βαχλιώτη-Aldredge και η ηθοποιός Ολυμπία Δουκάκη.
Μέσα σε όλη αυτή την ιστορία, ο Γιώργος Λάνθιμος αποτελεί ίσως τον πιο ισχυρό σύγχρονο Έλληνα δημιουργό στο διεθνές σινεμά.
Η μεγάλη μάχη φέτος
Οι προβλέψεις της παγκόσμιας κινηματογραφικής βιομηχανίας υποδεικνύουν μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική χρονιά. Το One Battle After Another του Πολ Τόμας Άντερσον εμφανίζεται ως το μεγάλο φαβορί για την καλύτερη ταινία, ενώ οι Αμαρτωλοί (Sinners) ακολουθούν με ισχυρή δυναμική.
Στις ερμηνείες, ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν και ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο δίνουν μάχη για το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, ενώ στην κατηγορία των γυναικών η Τζέσι Μπάκλεϊ θεωρείται η επικρατέστερη.
Η Βουγονία, αν και δεν θεωρείται το απόλυτο φαβορί, βρίσκεται σταθερά μέσα στις αγαπημένες επιλογές των κριτικών και των αναλυτών. Θα ακουστεί τελικά το όνομα του Γιώργου Λάνθιμου δίπλα στη χιλιοειπωμένη φράση «And the Oscar goes to…»; Όπως κάθε χρόνο, τα στοιχήματα και οι προβλέψεις δίνουν και παίρνουν.

Και στο τέλος της βραδιάς, όλα καταλήγουν σε μία μόνο στιγμή. Έναν φάκελο. Μια παύση και την ανακοίνωση! Για τον Γιώργο Λάνθιμο, αυτή η ανακοίνωση μοιάζει να πλησιάζει όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.
Η Βουγονία ίσως να μην είναι το μεγάλο φαβορί της βραδιάς. Όμως η παρουσία της επιβεβαιώνει κάτι βαθύτερο. Ότι ο Έλληνας δημιουργός έχει πλέον καθιερωθεί στην κορυφή του παγκόσμιου κινηματογράφου. Και αν το όνομά του δεν ακουστεί ούτε φέτος, ίσως να είναι απλώς θέμα χρόνου. Γιατί ο Λάνθιμος έχει ήδη πετύχει κάτι σπάνιο: Να κάνει το Χόλιγουντ να μιλά τη δική του κινηματογραφική γλώσσα.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















