Ο Παύλος Τσιλογλανίδης είναι γνωστός ως «ήρεμη δύναμη» ανάμεσα στους χορευτές παραστάσεων των ποντιακών συλλόγων. Την ημέρα θα τον βρεις στο συνεργείο του, στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης να επισκευάζει αυτοκίνητα.
Τα βράδια διακτινίζεται διανύοντας χιλιόμετρα για να κάνει αυτό που αγαπάει: διδάσκει χορό στις νέες γενιές και μοιράζεται το πάθος του για την ποντιακή παράδοση μαζί τους.
Ξεκίνησε έφηβος στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 στον Σύλλογο Ποντίων Σταυρούπολης «Ακρίτες του Πόντου» της Θεσσαλονίκης ως χορευτής, δουλεύοντας και φοιτώντας παράλληλα στη νυχτερινή τεχνική σχολή του «Δημόκριτου». Από το ΄80 και έπειτα, εποχή που οι ποντιακοί σύλλογοι αρχίζουν και ιδρύονται ο ένας μετά τον άλλο στη Θεσσαλονίκη και σε ολόκληρη την επικράτεια, αναλαμβάνει τον ρόλο του χοροδιδασκάλου.

Το βιογραφικό του βαρύ: 30 σύλλογοι στους νομούς Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Κατερίνης, Σερρών. Οι μαθητές του χιλιάδες. Όποιον και να ρωτήσεις θα σου πει πως τον είχε δάσκαλο κάποια στιγμή στη ζωή του.
Τα τελευταία χρόνια είναι ο επικεφαλής χοροδιδάσκαλος για την παρουσίαση του Πυρρίχιου στα Φεστιβάλ της ΠΟΕ. Μαζί με τον Αμανάτιο Πετρίδη, ανέλαβε την προετοιμασία των χορευτών-χοροδιδασκάλων που απέδωσαν τον Πυρρίχιο στο βίντεο καταγραφής του χορού για την εγγραφή του στο Εθνικό Ευρετήριο, ως στοιχείο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας μας.
Ο Παύλος Τσιλογλανίδης είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, που οι μαθητές του σε όποια βαθμίδα και εάν βρίσκονται, είτε είναι αρχάριοι στον χορό είτε είναι και οι ίδιοι χοροδιδάσκαλοι, τον σέβονται και τον αποκαλούν με επίγνωση Δάσκαλο, και αυτό έχει μεγάλη σημασία.
Από πού κατάγεται η οικογένειά σας κ. Τσιλογλανίδη;
Η παλιότερη μαρτυρία σχετικά με την καταγωγή των προγόνων μου είναι αυτή που τους θέλει να κατάγονται από την Αργυρούπολη της Χαλδίας. Όμως ξέρεις πολύ καλά πως κάθε τόσο οι Οθωμανοί ανάγκαζαν τον χριστιανικό πληθυσμό να μετακινείται. Έτσι και οι δικοί μου πήγαν από την Αργυρούπολη στη Σεβάστεια. Αυτό όσον αφορά στην πλευρά του πατέρα μου Ευστάθιου Τσιλογλανίδη. Από την πλευρά της μητέρας μου Σουμέλας Τσιλογλανίδου το γένος Αντωνιάδου, κατάγονταν από τα Κοτύωρα, ήταν Όρτουλήδες. Και η οικογένεια της μητέρας μου κινήθηκε προς τη Σεβάστεια. Έτσι γνωρίστηκαν ο παππούς μου και η γιαγιά μου.

Οι οικογένειες τότε ήταν πολυπληθείς.
Πολλά αδέλφια του παππού μου ήταν αντάρτες και είχαμε και καπετάνιους στα βουνά. Ο πιο γνωστός ήταν ο Κοσμάς Τσιλογλανίδης που έδρασε στην περιοχή της Σεβάστειας.
Οι ιστορίες που ακούγαμε παιδιά για αυτούς τους ανθρώπους ήταν συνταρακτικές. Εμείς τα ακούγαμε σαν παραμύθια, οι πρόγονοί μας ήταν οι ήρωές μας, αυτοί που αντιμάχονταν το κακό. Στο παιδικό μας μυαλό οι αφηγήσεις της γιαγιάς έπαιρναν άλλες διαστάσεις.
Πείτε μας μια από αυτές τις ιστορίες για την οικογένειά σας που σας είπε η γιαγιά σας.
Ήμασταν μεγάλη οικογένεια, εννιά αδέλφια, εγώ ο όγδοος κατά σειρά, επομένως τη γιαγιά μου την έζησα σχετικά λίγο σε σχέση με τα αδέλφια μου. Όταν βράδιαζε μαζευόμασταν όλοι γύρω από τη φωτιά και της λέγαμε να μας πει ιστορίες από την Πατρίδα. Ούτε μια φορά η γιαγιά μας δεν έβγαλε μίσος και κακία για τα όσα είχε τραβήξει αυτή και η οικογένειά της από τους Τούρκους. Μπορεί να μην την είχα δει ποτέ να χαμογελάει, αλλά δεν δηλητηρίαζε τις παιδικές ψυχές μας με μίσος.

Ναι αυτό είναι γεγονός, όλοι όσοι είχαμε την ευλογία να γνωρίσουμε τις γιαγιάδες μας τις ηρωίδες που ήρθαν από τον Πόντο, αυτό λέμε. Δεν ήθελαν να μεταφέρουν το τραύμα στις επόμενες γενιές. Είχαν σοφία οι γιαγιάδες μας!
Οι ιστορίες πολλές, μπορούμε να μιλάμε για ώρες. Η πιο δυνατή όμως, αυτή που από τα παιδικά μου χρόνια με έκανε εντύπωση ήταν η ιστορία της θείας Σοφίας. Η θεία Σοφία ήταν εξάχρονο κοριτσάκι. Ζούσε με την οικογένειά της και τους συγγενείς της πάνω στο βουνό για να μην εξισλαμιστεί. Το χωριό από το οποίο έφυγαν, εκεί που ζούσαν οι παππούδες μου, απείχε 6-7 χλμ από το «Σέβας» όπως έλεγαν την Σεβάστεια, ήταν το Μαύρο Λιθάρ’, Καρατάς στα τουρκικά, επειδή ακριβώς υπήρχε μια μεγάλη μαύρη πέτρα στην τοποθεσία. Οι Τούρκοι είχαν αντιληφθεί το μέρος που κρύβονταν οι αντάρτες με τις οικογένειές τους και ο κλοιός στένευε. Τότε πάρθηκε η δύσκολη απόφαση από τους προκρίτους, μεταξύ των οποίων και ο αντάρτης (Καπετάνιος) Κοσμάς Τσιλογλανίδης πρώτος ξάδελφος του δικού μου παππού, να θανατώσουν όλα τα παιδιά από ηλικία τεσσάρων ετών και κάτω για να μην προδώσουν με τις φωνές τους τη θέση τους κατά την διαφυγή τους. Κάποιοι που είχαν παιδιά κάτω από τεσσάρων χρονών διαμαρτυρήθηκαν και είπαν στον Κοσμά γιατί όρισε αυτό το όριο, αφήνοντας αλώβητη την μικρότερη κόρη του;
Ο Κοσμάς τότε χωρίς κανέναν δισταγμό συμπεριέλαβε και την κόρη του Σοφούλα ανάμεσα στα παιδιά που έπρεπε να θανατωθούν.
Η Σοφία ήταν όπως είπα έξι χρονών, καταλάβαινε τα πάντα και είχε ακούσει τι πρόκειται να συμβεί. Άρχισε να κλαίει, δεν ήθελε να πεθάνει. Πριν γίνει το κακό και της αφαιρέσουν τη ζωή, ο θείος της, ο αδελφός του Κοσμά που λεγόταν Κωνσταντίνος, την πήρε προστατευτικά αγκαλιά και είπε πως δεν θα ακολουθήσει την ομάδα αλλά θα διακινδυνέψει να διαφύγει μόνος και ό,τι είναι να γίνει ας γίνει. Πήρε λοιπόν την εξάχρονη Σοφούλα αγκαλιά, την έδεσε επάνω του και έβαλε το πρόσωπό της μέσα στο πουκάμισό του ώστε να μην βλέπει τίποτα από τη διαδρομή διαφυγής τους, για να μην τρομάξει, φωνάξει και προδοθούν.

Είναι συγκλονιστικό! Η ιστορία με τους Σανταίους επαναλαμβάνεται, και άλλα παιδιά Ποντίων θυσιάστηκαν ως Ιφιγένειες από το μαχαίρι των δικών τους… Τι έγινε η Σοφούλα τελικά;
Ο Κωνσταντίνος τα κατάφερε! Μετά από ημέρες περιπλάνησης στο δάσος, συνάντησε τους δικούς του σε ασφαλές μέρος και είχε και τη Σοφούλα μαζί του, ταλαιπωρημένη αλλά καλά! Είχε αλλάξει όμως χαρακτήρα, δεν ήταν το ανέμελο παιδάκι. Μέχρι που πέθανε δεν ξαναείπε πατέρα τον πατέρα της. Αντιθέτως έτρεφε σε όλη της τη ζωή μεγάλη αγάπη για τον θείο της που την έσωσε!
Άλλη ιστορία που με έχει στιγματίσει είναι ο θάνατος του αδελφού του παππού μου. Λόγω της δράσης τους οι περισσότεροι άνδρες από το σόι μου ήταν επικηρυγμένοι ως αντάρτες. Όσοι μπόρεσαν να φύγουν φόρεσαν γυναικεία ρούχα για να ανέβουν στο πλοίο και «εταράγαν με τα γαρήδες» (ανακατεύτηκαν με τις γυναίκες). Ο αδελφός του παππού μου ήταν πολύ ψηλός άντρας. Δεν επιχείρησε να φορέσει γυναικεία ρούχα γιατί θα ξεχώριζε αμέσως λόγω του ύψους του. Έτρεξε να μπει στο καράβι και εκεί οι Τούρκοι τον τουφέκισαν. Τον άφησαν πίσω οι δικοί του μην μπορώντας να κάνουν κάτι άλλο.

Σας άρεσε από μικρός ο χορός;
Η αλήθεια είναι πως ναι! Όλα τα αδέλφια μου χόρευαν και έτσι αγάπησα και εγώ τον χορό γιατί ήταν «οικογενειακή μας υπόθεση». Ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό τη Λιθαριά Αριδαίας, οι περισσότεροι ήμασταν Πόντιοι, λίγες μόνο οικογένειες ήταν ντόπιοι. Είχαμε ένα τουτ (μουριά) στην πλατεία. Εκεί στο καφενείο δίπλα στο τουτ θυμάμαι κάθονταν οι πατεράδες μας νέα παλικάρια τότε, και οι πατεράδες τους που ήρθαν από τον Πόντο και πολύ συχνά από το τίποτα ξεκινούσαν τον χορό.
Μια λύρα ήθελαν μόνο και γέμιζε η πλατεία με κόσμο. Χόρευαν και τα αδέλφια μου! Θυμάμαι τους αδελφούς και τις αδελφές μου να πιάνονται στον χορό και να παρακινούν και εμένα που ήμουν μικρός. Έτσι μπήκα στον κύκλο και εγώ, στην αρχή περπατούσα πιασμένος από το χέρι ενός αδελφού μου ή μιας αδελφής μου, μετά βρήκα τα βήματα! Άλλα παιδάκια της ηλικίας μου ήταν συνεσταλμένα, δεν χόρευαν. Εγώ από τότε που μπήκα στον κύκλο δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να έχει σταματήσει ποτέ τον χορό. Είναι συνυφασμένος με τη ζωή μου!

Χόρευαν κι οι γονείς σας;
Η μητέρα μου ήταν θαυμάσια χορεύτρια. Θυμάμαι την κίνησή της, τη σεμνότητά της, ξεχώριζε. Η μαμά μου μαζί με τη θεία μου τη Σοφία –το εξάχρονο κοριτσάκι που επέζησε χάρη στον θείο της– ήταν πολύ καλές χορεύτριες! Έπιαναν η μία μπροστάρισσα και η άλλη τελευταία στον χορό (σ.σ.: στον χορό ο πρώτος και ο τελευταίος χορευτής είναι οι εμπειρότεροι για να κρατάνε την ομάδα). Η μεγάλη μου αδελφή θυμόταν πως η μάνα μας και η θεία μας η Σοφία χόρευαν έναν χορό που πήγαινε και δεξιόστροφα και αριστερόστροφα.

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τις καταγραφές των χορών μας, ζήτησα να μου τον δείξει. Η μαμά μου όμως είχε ήδη μεγαλώσει και από τις δυσκολίες που πέρασε δεν θυμόταν πλέον. Μην ξεχνάμε πως οι Πόντιες γυναίκες εκτός από τα παιδιά τους και το σπίτι τους ήταν επιβαρυμένες και με εξωτερικές δουλειές, με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Χόρευα μπροστά της τους χορούς της περιοχής της, χόρευα το γιουβαλάντουμ μήπως μπορέσει και θυμηθεί, μήπως χόρευε κάποιο τοπικό ιδίωμα, αλλά δεν θυμόταν. Έτσι έμεινα με το παράπονο πως κατέγραψα τόσους χορούς και τους έδωσα σε «ερευνητές», τους γνωστούς του χώρου, αλλά τον χορό που χόρευε η μάνα μου και η θεία μου δεν μπόρεσα να τον διασώσω!
Τον πατέρα μου δεν τον είδα ποτέ να χορεύει. Μια φορά κάποιος τον ρώτησε γιατί δεν πιάνεται στον χορό άλλο κι αυτός απάντησε «έχω αντικαταστάτες τώρα», εννοώντας εμάς τα παιδιά του.
Συνεχίζεται…
Αλεξία Ιωαννίδου
















