Πέρασε κιόλας ένας χρόνος από εκείνο το παγωμένο ξημέρωμα της 26ης Φεβρουαρίου 2025, όταν η είδηση του θανάτου του Μανώλη Λιδάκη βύθισε στο πένθος τον κόσμο που τον αγάπησε. Μόλις δύο ημέρες πριν συμπληρώσει τα 65 του χρόνια, η καρδιά του τον πρόδωσε στις Κάτω Γούβες Ηρακλείου. Και όμως, η φωνή του – εκείνη η βαθιά, καθάρια, δωρική φωνή – μοιάζει σαν να μην σώπασε ποτέ.
Ο Εμμανουήλ Σπυρλιδάκης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1960 στο Ηράκλειο της Κρήτης, με ρίζες από τους Πλατανές Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης. Από παιδί έδειξε πως δεν θα φλέρταρε μόνο με τη μουσική και το τραγούδι αλλά θα γίνονταν η μοίρα του. Στα εννέα του χρόνια ξεκίνησε σπουδές στην κιθάρα, στα πνευστά και στη θεωρία της μουσικής. Έπαιξε ευφώνιο και τρομπέτα στις φιλαρμονικές του Ηρακλείου, κουβαλώντας από νωρίς μέσα του την πειθαρχία και τη συλλογικότητα της ορχήστρας.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, με μια βαλίτσα όνειρα, ανέβηκε στην Αθήνα. Η συμμετοχή του στην εκπομπή «Να η Ευκαιρία» στάθηκε η αφορμή για να ανοίξει ο δρόμος. Το πρώτο του συμβόλαιο και ο δίσκος Μετά από σένα ήταν μόνο η αρχή. Κι όμως, τίποτα δεν ήρθε εύκολα. Πριν από τη δισκογραφία, υπήρχαν μικρές ταβέρνες, μπουάτ, μεροκάματα τίμια και σιωπηλά. Όπως έλεγε ο ίδιος, ξεκίνησε «για λίγες μέρες» και έμεινε για μια ζωή.
Η μεγάλη αναγνώριση ήρθε σταδιακά. Με τον δίσκο «Ούτε που ρώτησα» καθιερώθηκε ως μία από τις πιο ιδιαίτερες φωνές του σύγχρονου έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού. Συνεργάστηκε με σπουδαίους δημιουργούς και ερμηνευτές, άγγιξε το κρητικό ρεπερτόριο με σεβασμό, διασκεύασε ριζίτικα, τίμησε τις επιρροές του – από τον Ξυλούρη και τον Καζαντζίδη μέχρι τον Νταλάρα και τη Χαρούλα Αλεξίου – χωρίς ποτέ να χάσει το προσωπικό του αποτύπωμα.
Πίσω από αυτή την ξεχωριστή φωνή υπήρχε ένας άνθρωπος σεμνός, εσωστρεφής, σχεδόν ντροπαλός. Ο Ανδρέας Μικρούτσικος λίγα 24ωρα μετά τον θάνατο του είχε αποκαλύψει μια άγνωστη ιστορία για το τραγούδι «Δεν μετανιώνω», στο οποίο είχε γράψει ο ίδιος τους στίχους και τη μουσική.
Ένα κομμάτι που βρισκόταν χαμηλά στη λίστα ενός δίσκου, σχεδόν «ξεχασμένο». Ο Λιδάκης μπήκε στο στούντιο για να κάνει απλώς φωνητικά – μια χάρη. Κι όμως, όταν «άπλωσε» τη φωνή του, το τραγούδι μεταμορφώθηκε. Έγινε επιτυχία «στα κρυφά», σχεδόν πεισματικά, σαν να ήθελε να αποδείξει πως το αληθινό ταλέντο δεν χρειάζεται φανφάρες.
Άνθρωποι που τον έζησαν από κοντά μιλούν για την ντομπροσύνη και την μπέσα του. Ο ηθοποιός Μιχάλης Αεράκης, πολύ καλός φίλος και συνεργάτης του Μανώλη Λιδάκη, λίγες μέρες μετά τον θάνατό του, συγκινημένος, περιέγραψε έναν καλλιτέχνη που «έδωσε πολλά και έφυγε πικραμένος». Δεν ήξερε να υπολογίζει το κόστος. Δεν «πουλούσε» φίλους, δεν έκανε εκπτώσεις στις σχέσεις του. Ίσως γι’ αυτό και δεν κυνήγησε τον πλούτο, παρότι θα μπορούσε. Επέλεξε να μείνει πιστός στον εαυτό του.

Τα τελευταία χρόνια δοκιμάστηκε. Η απώλεια της μητέρας του τον λύγισε. «Τον πήρε από κάτω», λένε όσοι τον γνώριζαν καλά. Κι όμως, σχεδίαζε την επιστροφή του. Ετοίμαζε νέες συνεργασίες, έναν σχεδόν ολοκληρωμένο δίσκο με τραγούδια του Κώστα Μουντάκη, εμφανίσεις που δεν πρόλαβαν να γίνουν. Τίποτα δεν προμήνυε το τέλος. Ανάρρωνε από ένα χειρουργείο στο πόδι, έκανε όνειρα, μιλούσε για το καλοκαίρι που ερχόταν.
«Ό,τι έζησα αυτές τις μέρες το έζησα σαν ταινία…»
Tίποτα δεν προμήνυε το τέλος. Η αδελφή του, Χαρά Σπυρλιδάκη, μιλώντας στο «Πρωινό» του ΑΝΤ1, λίγες μέρες μετά τον θάνατό του, περιέγραψε με σπασμένη φωνή τις τελευταίες ημέρες του αδελφού της και τη στιγμή που όλα πάγωσαν.
«17 Ιανουαρίου έκανε την εγχείρηση ο Μανώλης και 15 μέρες μετά ήρθε εδώ γιατρός του, ο εξαίρετος επιστήμονας και άνθρωπος, ο κύριος Γιώργος Κουβίδης που τον λάτρευε, για να μην τον ταλαιπωρήσει, έφερε εδώ τα εργαλεία του και έβγαλε τα ράμματα ημέρα Σάββατο. Δευτέρα έφυγε, βρήκε κάτι φιλαράκια του σε μια περιοχή κοντά στη Χερσόνησο.

Δεν ήταν ο Μανώλης από τους ανθρώπους που τον έπαιρνε η αδερφή του πέντε φορές τη μέρα. Ήθελε το χώρο του και 10 του μήνα, που είναι η γιορτή μου, του Αγίου Χαραλάμπους, ήρθε από εδώ πέρα να μου πει τα χρόνια πολλά και πήρε και μερικά πράγματα. Ρουχαλάκια, την κολόνια του, τη βούρτσα για τα μαλλιά του, πήρε και ένα ορθοπεδικό μαξιλάρι για τον αυχένα του.
Πήγε να μείνει εκεί για να ξεκουραστεί. Είχε σχέδια. Μετά είχε μια εκδήλωση να τραγουδήσει στο πολιτιστικό κέντρο εδώ στο Ηράκλειο και ήθελε να κάτσει εκεί, να ηρεμήσει λίγο, να αλλάξει περιβάλλον. Είχε αφήσει πλέον και το πι και την πατερίτσα και περπατούσε μόνος του.
Έκανε σχέδια και είχε στο μυαλό του να οργανώσει τις καλοκαιρινές συναυλίες. Εκεί λοιπόν, ο ιδιοκτήτης πήγε και του χτύπησε, για να του διορθώσει μια πόρτα και μόλις είδε ότι δεν του άνοιξε, πήγε από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας και ο Μανώλης φαινόταν να κοιμάται. Λέει «εντάξει αφού κοιμάται, ας τον αφήσω, μην τον ενοχλήσω». Ξαναπάει την επόμενη, και χτυπάει την πόρτα και πάλι δεν ανοίγει. Ξαναπάει στο παράθυρο και τον βλέπει ακριβώς στην ίδια στάση να κοιμάται.
Ο άνθρωπος υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πάει καλά και ειδοποίησε την Αστυνομία της Χερσονήσου που πήγανε με κλειδαρά. Πήγε ο γαμπρός μου, τον πήγανε στο νεκροτομείο και το επόμενο πρωί η νεκροψία έδειξε όλες τις στεφανιαίες αρτηρίες του φραγμένες στο 100%. Αν το είχε πάρει έγκαιρα χαμπάρι θα το προλάβαινε, αλλά το συγκεκριμένο περιστατικό 10 γιατροί να ήταν από πάνω του δεν τον προλαβαίναν πλέον. Ό,τι έζησα αυτές τις μέρες το έζησα να περνάει σαν από ταινία που την έβλεπα και που συνέβαιναν αλλού αυτά τα πράγματα. Δεν αφορούσαν τον αδερφό μου τον Μανώλη».

Η κηδεία του στο Νέο Κοιμητήριο Ηρακλείου, την 1η Μαρτίου 2025, ήταν ένα βουβό κύμα αγάπης. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, φίλοι, συνεργάτες, απλοί ακροατές. Όλοι με την ίδια φράση στα χείλη: «Τι φωνή…».
Ένας χρόνος χωρίς τον Μανώλη Λιδάκη. Χωρίς εκείνη τη φωνή που μπορούσε να γίνει ψίθυρος και κραυγή στην ίδια ανάσα. Με εκείνη τη λεβεντιά που δεν έκανε θόρυβο.
Κάθε φορά που ακούγεται ένα τραγούδι του, όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες, μοιάζει σαν να επιστρέφει. Σαν να μας θυμίζει ότι οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν φεύγουν ποτέ στ’ αλήθεια. Μένουν εκεί, μέσα στις νότες, να μας κρατούν συντροφιά.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















