Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «ποίημα Ρωμανού του ταπεινού».
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
Προοίμιο
Εμάς που ‒ω, Φιλεύσπλαχνε‒ τρεφόμαστε απ’ τη σάρκα Σου,
απ’ το λιμό τον φοβερό μα κι από κάθε ανάγκη, Χριστέ, Θεέ μας σώσε μας.
Ν’ αξιωθούμε κάνε των αιωνίων Σου αγαθών· κι είθε να ’ναι μεσίτρια που θα σε ικετεύει γι’ αυτό η Θεοτόκος μας.
Γιατί, Σωτήρα, υπάρχεις ως
Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
Οίκοι
α’. Του ουρανού οι άγγελοι όλοι αποθαυμάζουν μ’ όσα συμβαίνουνε στη γη.
Γιατί οι άνθρωποι οι θνητοί που κατοικούν δω κάτω,
πνευματικά ανυψώνονται και φτάνουν ως τα πάνω,
μερίδα έχοντες Χριστού, Χριστού Εσταυρωμένου.
Γιατί βάζουν στο στόμα τους το Σώμα Του όλοι αντάμα,
καθώς στον Άρτο της ζωής με προθυμία προσέρχονται,
με την ελπίδα ζωντανή πως με αυτό που κάνουνε θα βρούνε σωτηρία, και μάλιστα αιώνια.
Αν και με τις αισθήσεις τους αυτό που βλέπουν όλοι τους μοιάζει απλώς με άρτο,
με έναν τρόπο νοερό στο τέλος τούς αγιάζει, αφού στ’ αλήθεια υπάρχει ως
Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
β’. Ότι είναι του Εμμανουήλ η σάρκα αυτός ο άρτος που εμείς μεταλαβαίνουμε,
στους πάντες μάς το δίδαξε ο Ίδιος ο Δεσπότης,
τότε που ετοιμαζότανε να πάρει την εκούσια πορεία προς το Πάθος.
Τότε ήταν που έκοψε της σωτηρίας τον άρτο κομμάτια και τον μοίρασε
κι είπε στους Αποστόλους Του, καθώς είναι γραμμένο:
«Ελάτε, πλησιάστε με, κοντά μου ελάτε τώρα και φάτε όλοι απ’ αυτόν·
»κι έτσι, αιώνια ζωή θ’ αξιωθείτε τρώγοντας.
»Γιατί είναι τούτη η τροφή σάρκα από τη σάρκα μου.
»Έτσι, εγώ που βλέπετε να στέκομαι μπροστά σας, είμαι
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος».
γ’. Όσοι την πίστη ακέραια, άρτια και σε βάθος μες στην καρδιά μας βάλαμε και κτήμα μας την κάναμε με τη βοήθεια του Χριστού, όλοι καλά το ξέρουμε:
στον Άρτο αυτόν τον μυστικό αν είναι και προσέλθουμε με πάσα προθυμία,
κι επίσης μεταλάβουμε απ’ το Άγιο το Ποτήριο που σωτηρία χαρίζει,
Σώμα και Αίμα του Χριστού,
με καθαρή συνείδηση, χωρίς υποκρισία,
στην πίστη Του μετέχουμε όλοι μαζί
κι ελπίζουμε με τούτα ν’ αποκτήσουμε αγγελικό σε όλα του βίο και πολιτεία.
Γιατί το Σώμα του Ιησού Χριστού, το Σώμα το πανάγιο
που έπαθε για χάρη μας, στα αλήθεια μας προσφέρεται ως
Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
δ’. Και τώρα πάλι ήρθανε και μαζευτήκαν όλοι ν’ ακούσουν τι έχουν να μας πουν ‒τι λένε και φωνάζουνε‒ τα άγια Ευαγγέλια
και να θαυμάσουν τον Ιησού μ’ αυτά που θα ακούσουν. Γιατί, Αυτός με τρόπο τελείως υπερφυσικό,
κάποτε μες στην έρημο, πέντε χιλιάδες κόσμο τάισε και τον χόρτασε.
Πράγματι, θαύμα φοβερό που καταπλήσσει ολότελα κείνον που το ακούει.
Πήρε ο Σωτήρας, δηλαδή, στα χέρια πέντε άρτους, όπως το γράφει στη Γραφή,
και με αυτούς κι από αυτούς τους έδωσε και φάγανε ‒πέντε χιλιάδες κόσμος!‒
και όλοι τους χορτάσανε με αυτήν τη λύση τη σοφή, την τόσο απερίγραπτη και θαυματουργική, που έδωσε ο Κύριος.
Αλλ’ άμα το καλοσκεφτείς δεν χρειαζότανε ψωμί όλο αυτό το πλήθος,
απ’ τη στιγμή που ήτανε παρών εκεί μαζί τους, Αυτός, ο Ίδιος ο Χριστός ως
Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
ε’. Θα ήθελα ν’ αναφερθώ τώρα για να σκεφτούμε, στο πώς το πλήθος χόρτασε.
Καθώς ο Μέγας Ιατρός και Γεωργός συνάμα, βρισκότανε στην έρημο,
ολάκερη η χώρα, που απ’ τη μια ήταν άρρωστη κι από την άλλη έμοιαζε με χέρσα γη όπου φύτρωναν μονάχα τα αγκάθια,
ευθύς με βιάση έτρεξε, ώστε να συναντήσει Αυτόν που πάντα ευεργετεί όπως κανένας άλλος.
Κοιτάει τριγύρω ο Χριστός όλους που μαζευτήκανε κι αμέσως τους σπλαχνίστηκε·
και για αρχή ο Πάνσοφος τους δίνει θεραπεία
και στις αδύναμες ψυχές για χάρισμα τους δίνει δύναμη που τους έλειπε.
Αυτοί, λοιπόν, που πήρανε δώρο
τη γιατρειά τους, κατάλαβαν πολύ καλά ότι ο Χριστός υπάρχει ως
Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
ς’. Ανεξαιρέτως γιάτρευε όλους τους πονεμένους, Αυτός των πάντων ο Θεός·
και, μάλιστα, θεράπευε και των ψυχών τα πάθη, ότι ήταν Παντοδύναμος.
Συγκληρονόμους Του έπαιρνε, ο πλούσιος Κληρονόμος,
όλους εκείνους τους φτωχούς ‒ αρκεί μόνο να θέλανε.
Κι όσο τους κήρυττε αυτά τα νέα τα χαρούμενα, ήγουν το Ευαγγέλιο,
ο ήλιος που πορεύεται κι είναι της μέρας μέτρο, στη δύση κοντοζύγωνε.
Κι όλοι οι συγκεντρωμένοι δεν βάλανε στο στόμα τους μπουκιά όλη τη μέρα, μα απ’ τη διδασκαλία Του ένιωθαν χορτασμένοι.
Κι έτσι μαθαίναν έμπρακτα ότι για τους ανθρώπους υπάρχει ο καλός Χριστός ως
Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
ζ’. Ας σπεύσουμε, όμως, τώρα με προθυμία να δούμε και να κατανοήσουμε αυτά που οι Απόστολοι είπανε τότε στον Χριστό,
κι επίσης τι απάντησε σ’ εκείνους ο Σωτήρας ευθύς μόλις τους άκουσε.
Αυτός, από τη μια μεριά, τα πάντα προγνωρίζει κι έβλεπε τα μελλούμενα.
Εκείνοι, από την άλλη, τίποτε δεν μπορούσανε απ’ όλα αυτά να ξέρουν.
Γιατί έτσι είχαν τα πράγματα: Αυτός μεν ήτανε Θεός και Κτίστης των απάντων,
αυτοί δε ήταν αδύναμοι, ως κτίσματα που ήταν.
Αυτός μεν ήταν δυνατός μα αδύνατοι εκείνοι.
Αλλά Αυτός τους χάρισε δύναμη για να έχουν,
χορταίνοντάς τους, τελικά, με τρόπο θεϊκό, καθώς υπάρχει για όλους ως
Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
















