Στο όνομα του Τζον Κασσαβέτης «ορκίζονταν» οι δημιουργοί που έφεραν όλα τα μοντέρνα κινηματογραφικά κινήματα στον 20ό αιώνα. Από νουβέλ βαγκ μέχρι το αγγλικό free cinema, και από την άνθηση του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου μέχρι το δανέζικο Δόγμα 95, αλλά και σύγχρονοι δημιουργοί όπως ο… συμπατριώτης του Γιώργος Λάνθιμος. Ειδικά όμως τα τελευταία κινήματα και οι θεωρητικοί τον ανακάλυψαν εκ των υστέρων.
Όσο ήταν εν ζωή, ειδικά από ένα σημείο και μετά, προσπαθούσε να βρει χρήματα για τις ταινίες του.
Ο Κασσαβέτης είχε όλα τα καλά και τα άσχημα του ελληνικού DNA: Δουλευταράς και πεισματάρης, έξυπνος αλλά και απίστευτα οξύθυμος σε σημείο πολλές φορές να τα έχει τινάξει όλα στον αέρα. Οικογενειάρχης αλλά και δέσμιος των παθών του (βλ. αλκοόλ). Αν και ξεκίνησε ως ηθοποιός που μάλιστα έφτασε μέχρι οσκαρική υποψηφιότητα, στην ουσία εκμεταλλεύτηκε ότι ήταν αγαπητός στο φακό για να κερδίζει χρήματα ώστε να κάνει μόνος του τις ταινίες, χωρίς την ανάγκη των μεγάλων στούντιο με τα οποία –όπως θα δείτε πιο κάτω– οι σχέσεις του ήταν τραγικές.

Ο Τζον Κασσαβέτης έφυγε σαν σήμερα το 1989, λίγο πριν κλείσει τα 60 του χρόνια (είχε γεννηθεί στις 9 Δεκεμβρίου 1929), ελαφρώς ξεχασμἐνος. Να όμως που φέτος δύο φιλμ, το Πέθανε, αγάπη μου με την Τζένιφερ Λόρενς και το υποψήφιο για Όσκαρ ερμηνείας (Ρόουζ Μπερν) Αν είχα πόδια θα σε κλοτσούσα, φέρνουν στο νου το κασσαβετικό Μια γυναίκα εξομολογείται. Και όπως γίνεται, έτσι και ο πατριώτης μας, αναγνωρίζεται μετά θάνατον.
Νέα Υόρκη – Λάρισα
Ο Κασσαβέτης γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και ήταν γιος της Ελληνοαμερικανίδας ηθοποιού Κάθριν Κασσαβέτη (το γένος Δημητρίου) και του Έλληνα μετανάστη, επιχειρηματία Νικόλαου-Ιωάννη Κασσαβέτη. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε με την οικογένειά του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Λάρισα, λόγω του οικονομικού κραχ, και όταν επέστρεψε σε ηλικία 7 ετών στις ΗΠΑ, δεν μιλούσε αγγλικά.
Θεωρητικά στη νέα του πατρίδα θα ξεχνούσε τα ελληνικά, αν δεν φρόντιζαν οι γονείς του να τα μιλάνε στο σπίτι αλλά και στην ελληνική κοινότητα, όπου ήταν πολύ ενεργοί.
Κακός μαθητής, εθισμένος από μικρός σε μικροπαρανομίες, ενδιαφερόταν μόνο για τα σπορ και για τον κινηματογράφο. Ειδικά στις ταινίες που πρωταγωνιστούσε ο Τζέιμς Κάγκνεϊ, λόγω…ύψους. Ήταν και ο ίδιος κοντός, και η ταύτιση με τον μικρόσωμο αλλά μάτσο άντρα, σούπερ σταρ της εποχής, ήταν από τις εφηβικές του αναμνήσεις. Βέβαια ο Κασσαβέτης, όσο μεγάλωνε τόσο προς ζεν πρεμιέ πήγαινε.

Αφού πέρασε με αποτυχία από διάφορα κολέγια, γύρισε με οτοστόπ διάφορες πολιτείες και γράφτηκε στην αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών, με δέλεαρ ότι αυτή η σχολή ήταν γεμάτη με ωραία κορίτσια.
Και όντως, πέφτει πάνω στην κόρη ενός πολιτικού, ένα πανέμορφο κορίτσι που έμελλε να γίνει η γυναίκα της ζωής του. Το όνομά της, Τζίνα Ρόουλαντς. Παντρεύτηκαν το 1954, αφού τελείωσαν τις σπουδές τους, και απέκτησαν τρία παιδιά: τον Νικ Κασσαβέτη (γεν. 1959), την Αλεξάνδρα Κασσαβέτη (γεν. 1965) και τη Ζωή Ρόουλαντς Κασσαβέτη (γεν. 1970).

Σταρ από ανάγκη
Είχε άκρως κινηματογραφικό πρόσωπο, και αν και υπήρξε αρχικά πολύ επιλεκτικός στους ρόλους και βγάζοντας την φήμη του δύσκολου και δύστροπου συνεργάτη, είχε μεγάλη ζήτηση και από τον κινηματογράφο και από την τηλεόραση. Μάλιστα στο πολεμικό φιλμ Και οι 12 ήταν καθάρματα ήταν ο μόνος από τους ηθοποιούς που προτάθηκε για Όσκαρ ερμηνείας (β’ αντρικού ρόλου• έχασε από τον Τζορτζ Κένεντι για τον Μεγάλο δραπέτη).
Μιλάμε για το 1968, τη χρονιά που πρωταγωνιστεί με τη Μία Φάροου στο Μωρό της Ρόζμαρι του Ρομάν Πολάνσκι – μια ταινία που έγινε τεράστια επιτυχία και τον έκανε μεγάλο αστέρι.
Μόνο που εκείνος είχε ήδη επιλέξει άλλο δρόμο. Όπως είχε ομολογήσει, η υποκριτική ήταν η πηγή εσόδων και πιθανών πιέσεων για να βρίσκει χρήματα και για την οικογένειά του και για τις ταινίες.

Πολλά χρόνια αργότερα, είχε πει σε συνέντευξη του: «Έγινα αναγκαστικά επαγγελματίας ηθοποιός. Θα προτιμούσα να ήμουν ερασιτέχνης. Αλλά πρέπει να κερδίσω χρήματα για να κάνω ταινίες. Δυστυχώς, η σκηνοθεσία είναι ένα εξαιρετικά ακριβό χόμπι».
Μακριά από τα στούντιο
Γυρνώντας πίσω στο χρόνο, και συγκεκριμένα στο 1956, μαζί με έναν φίλο του νοικιάζουν έναν χώρο και τον μεταμορφώνουν σε εργαστήρι ηθοποιών, το «The Cassavetes-Lane Drama Workshop».
Στη διάρκεια ενός αυτοσχεδιασμού μαζί με τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, ο Κασσαβέτης αποφασίζει ότι το υλικό εκείνο είναι η αρχή μιας ταινίας που θα γυριζόταν στους δρόμους της Νέας Υόρκης ή σε φυσικούς χώρους, μέσα από συνεχείς αυτοσχεδιασμούς. Έπρεπε, ωστόσο, να συγκεντρωθούν περίπου 40.000 δολάρια. Και αρχίζει η προσπάθεια εξεύρεσης τους.
Έτσι ένα βράδυ που ήταν καλεσμένος σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, κάνει έκκληση στους ακροατές να του στείλουν χρήματα για να κάνει την ταινία του. Όταν τις επόμενες μέρες συγκεντρώθηκαν 2.500 δολάρια, προς μεγάλη του φυσικά έκπληξη, η καριέρα του ως ανεξάρτητου παραγωγού, σκηνοθέτη και σεναριογράφου μόλις είχε αρχίσει.
Τα υπόλοιπα χρήματα συγκεντρώθηκαν από εισφορές φίλων, από άλλες δουλειές του Κασσαβέτη, ενώ ένα μικρό πόσο συνέβαλε και ο Νίκος Παπατάκης. Ύστερα από οκτώ εβδομάδες γυρισμάτων και 24 ώρες κινηματογραφημένου υλικού, ο Κασσαβέτης έβγαλε μια 60λεπτη ταινία, η οποία δεν του άρεσε.
Επρόκειτο για το φιλμ Σκιές που στην ουσία ολοκληρώθηκε το 1958 με επιπλέον υλικό που έφτασε κοντά τα 90′ διάρκειας.
Το φιλμ φυσικά δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε για μεγάλο κοινό, όμως τσίγκλισε τα μεγάλα στούντιο να τον δουν εκτός από ηθοποιό και σαν σκηνοθέτη. Γι’ αυτό του αναθέτουν δύο φιλμ. Αρχικά το Όταν ο πόθος προστάζει, με την ιστορία ενός μουσικού της τζαζ. Ο Κασσαβέτης είχε ομολογήσει ότι το σενάριο –που υπέγραψε μαζί με τον φίλο του, Ρίτσαρντ Καρ– ολοκληρώθηκε μέσα σε τέσσερις μέρες, και όταν το έγραφε ήταν το μεγαλύτερο διάστημα μεθυσμένος.

Από την άλλη είδε τι σημαίνει «μεγάλο στούντιο» αφού του επέβαλαν για πρωταγωνιστή τον ποπ σταρ της εποχής Μπόμπι Ντάριν και όχι τον Μοντγκόμερι Κλιφ που ήθελε ο σκηνοθέτης. Η ταινία ήταν αποτυχία σε όλους τους τομείς, αλλά το στούντιο του δίνει να κάνει και άλλη μία, σχεδόν αμέσως. Το φιλμ Το παιδί μας σε περιμένει αν και ως θέμα ήταν πρωτότυπο (ο χώρος δράσης ήταν ένα ινστιτούτο για αυτιστικά παιδιά), και πρωταγωνιστούσαν ο Μπαρτ Λάνκαστερ και η Τζούντι Γκάρλαντ, ήταν η απόλυτη καταστροφή.
Ο Κασσαβέτης εξαρχής συγκρούεται με τον συγγραφέα, μετά με την Τζούντι Γκάρλαντ, που έμελλε να είναι και η τελευταία της ταινία, και στο φινάλε ο παραγωγός τον απέλυσε χωρίς να τον αφήσει να το μοντάρει. Φυσικά κι αυτή η ταινία ήταν και εμπορική αποτυχία. Μάλιστα η κόντρα του με τον παράγωγο έφτασε στο σημείο ο Κασσαβέτης να ζητήσει να αφαιρεθεί το όνομά του από τους τίτλους – επιθυμία που ωστόσο δεν έγινε δεκτή.
Μια οικογένεια είμαστε
Το μόνο ευχάριστο από την παραπάνω ταινία ήταν ότι έπαιζε και η γυναίκα του. Βρισκόμαστε στο 1964 και η Ρόουλαντς βγαίνει για δουλειά, αφήνοντας τον σύζυγο στο σπίτι να μεγαλώνει τα δύο παιδιά τους. Εκείνος παίζει σε κάποιες τηλεοπτικές σειρές και ξεκινά να γυρίζει τη νέα του ταινία, Πρόσωπα. Τα γυρίσματα έγιναν σε διάστημα έξι μηνών το 1965, κυρίως στο υποθηκευμένο διαμέρισμα του σκηνοθέτη, ενώ το γκαράζ χρησίμευσε ως χώρος του μοντάζ. Το συνολικό υλικό ξεπερνούσε τις 125 ώρες, το οποίο μονταρίστηκε αρχικά στα 220 λεπτά και τελικά στα 130′. Η ταινία ήταν έτοιμη το 1968, χάρη στη δωρεάν συμμετοχή ηθοποιών και τεχνικών, αλλά και στα χρήματα που συγκέντρωσε ο Κασσαβέτης παίζοντας σε ταινίες.
Η ταινία όχι μόνο άρεσε, αλλά προτάθηκε για τρία Όσκαρ (σεναρίου για τον Κασσαβέτη και β’ ρόλου για τους Λιν Κάρλιν, Σέιμουρ Κάσελ). Όμως ο δημιουργός της αρνήθηκε να παραστεί στην απονομή.
Για τις επόμενες τρεις ταινίες (Σύζυγοι, Μίνι και Μόσκοβιτς και Μια γυναίκα εξομολογείται) η κατάσταση πήγαινε κάπως έτσι: Θυσίες για να γυριστούν, δωρεάν εθελοντική συνεργασία από φίλους και συγγενείς, υποθήκευση ακινήτων, και στο φινάλε κριτική αναγνώριση των Αμερικανών, αφού πρώτα είχε προηγηθεί η εξ Ευρώπης αναγνώριση.
Μάλιστα οι δημοσιογράφοι τον αποκαλούσαν «ο πιο Ευρωπαίος Αμερικανός σκηνοθέτης».
Το Μια γυναίκα εξομολογείται γυρίστηκε στο διάστημα 1972-73, αλλά η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1974. Αρχικά κανένας Αμερικανός διανομέας δεν δέχτηκε να την προβάλει, με αποτέλεσμα το ζεύγος Κασσαβέτη να αναλάβει μόνο του τη διανομή της, ακόμα και την αφισοκόλληση του διαφημιστικού υλικού. Η υποδοχή ήταν ενθουσιώδης, τηρουμένων των αναλογιών υπήρξε ως τότε η πιο μεγάλη εμπορική επιτυχία του, ενώ Κασσαβέτης και Ρόουλαντς ήταν υποψήφιοι για Όσκαρ σκηνοθεσίας και α’ γυναικείου ρόλου.

Η δόξα και το φινάλε
Ακολούθησε η για πολλούς καλύτερη ταινία του, η Νύχτα πρεμιέρας, που όμως έπεσε θύμα της μικρής διανομής της, και Ο θάνατος ενός Κινέζου μπούκερ που ήταν η μεγαλύτερη εισπρακτική αποτυχία. Η Νύχτα πρεμιέρας ανακαλύφθηκε εκ νέου τη δεκαετία του ’90 και μάλιστα ήταν η πηγή έμπνευσης του Πέδρο Αλμοδόβαρ για το οσκαρικό Όλα για τη μητέρα μου.
Η δεκαετία του 1980 μπαίνει πολύ δυναμικά για το ζευγάρι. Η ταινία του Γκλόρια όχι μόνο είναι η πρώτη του σε στούντιο από το 1963, αλλά έγινε και η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του. Τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας, και η Ρόουλαντς διεκδίκησε Όσκαρ ερμηνείας (έχασε από την Σίσι Σπέισεκ για την Κόρη των ανθρακωρύχων).
Είναι επίσης η περίοδος που επέστρεψε ως δημιουργός στο θέατρο. Όμως έχουν αρχίσει τα προβλήματα υγείας. Παρ’ όλα αυτά γυρίζει την Ερωτική θύελλα, που τιμήθηκε με τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1984. Για τελευταία φορά παίζει μαζί με τη σύζυγό του, μόνο που αυτή την φορά υποδύονται δύο αδέλφια.
Δυο χρόνια πριν, το 1982, είχε πρωτοαγωνιστήσει στην κινηματογραφική μεταφορά της σαιξπηρικής Τρικυμίας σε σκηνοθεσία Πολ Μαζούρσκι, που μέρος των γυρισμάτων έγιναν στη χώρα μας.
Δυστυχώς το 1984 διαγνώστηκε με καρκίνο, και ο γιατρός του έδωσε έξι μήνες ζωής. Ο Κασσαβέτης διέψευσε τη διάγνωση του γιατρού και παρά τα προβλήματα υγείας συνέχισε να δουλεύει.
Η τελευταία ταινία που σκηνοθέτησε το 1986 ήταν η κωμωδία Big Trouble, που στην ουσία δεν ήταν δική του, αφού ο προηγούμενος σκηνοθέτης απολύθηκε από τους υπεύθυνους του στούντιο. Οι τελευταίοι καλούν τον Κασσαβέτη να τον αντικαταστήσει στη μέση των γυρισμάτων. Εκείνος, παρότι άρρωστος, δέχεται.
Η τελευταία του δουλειά ήταν το 1987 στο θέατρο, το Μια γυναίκα μυστηρίου, ένα έργο που προοριζόταν για το σινεμά, αλλά, επειδή γνώριζε ότι το τέλος του ήταν κοντά, προτίμησε να το ανεβάσει ως θεατρικό.

Σπύρος Δευτεραίος
















