Ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης γεννήθηκε στον οικισμό Κιρισχανά (Κιρετσχανέ, Kireçhan, δηλαδή η περιοχή που παράγει ασβέστη), ο οποίος ήταν χτισμένος στην κοιλάδα του ποταμού Πυξίτη, πάνω στον δημόσιο δρόμο Τραπεζούντας–Αργυρούπολης. Ο πληθυσμός του ανερχόταν περίπου σε 580 Έλληνες κατοίκους, που προέρχονταν από την Κρώμνη και μιλούσαν ποντιακά.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, κτίστηκε η εκκλησία του οικισμού που ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Θεόδωρο, ενώ η οικονομία βασιζόταν στην καλλιέργεια φουντουκιών και καλαμποκιού, τα οποία οι κάτοικοι διέθεταν στην αγορά της Τραπεζούντας. Καθώς η παραγωγή δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του πληθυσμού, πολλοί κάτοικοι κατέβαιναν στην Τραπεζούντα όπου εργάζονταν ως ξυλουργοί, κτίστες, παπλωματάδες, ράφτες. Άλλοι έπαιρναν τον δρόμο της ξενιτιάς, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη και τη Ρωσία.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Με το Σεφερμπελίκ, το 1914, πολύ λίγους βρήκαν οι Τούρκοι να επιστρατεύσουν από μας. Και εγώ ο ίδιος είχα φύγει στη Ρωσία. Άμα έρχονταν η ηλικία για επιστράτευση, εύκολα βρίσκαμε τον τρόπο να γλιτώνομε, από τον Τούρκικο στρατό, αφού εμείς ήμασταν και κοντά στην Τραπεζούνται απ’ όπου φεύγαμε πιο εύκολα.
Το 1915* ήρθαν οι Ρώσοι στην Τραπεζούντα και από κει αμέσως έφτασαν στο χωριό μας.
Οι Τούρκοι έφυγαν με την εισβολή: ο στρατός, οι αρχές και οι πολίτες μαζί. Έμειναν κάτι πολύ φτωχοί, που δεν μπορούσαν να φύγουν. Αυτούς τους προστατέψαμε εμείς από τους Ρώσους στρατιώτες. Οι άλλοι πάλι που έφυγαν, δεν μπορούσαν να τα κουβαλήσουν όλα και τ’ άφησαν στα σπίτια τους. Πολλοί δικοί μας τότε κάνανε πλιάτσικα.
Με τον ερχομό των Ρώσων άρχισαν πολλές δουλειές με την κατασκευή δρόμων, γεφυρών και οχυρών. Μέχρι τότε το χωριό μας συνδεόταν με μονοπάτια με την Τραπεζούντα. Μετά, όμως, έγινε δρόμος που πήγαιναν κάρα. Το ίδιο έγινε και με τα γύρω χωριά. Εγώ γύρισα πίσω στο χωριό με την εισβολή των Ρώσων και περάσαμε όλοι καλά μαζί τους μέχρι το 1918, που έφυγαν. Τότε ξαναγύρισαν πίσω και οι Τούρκοι που είχαν φύγει στο εσωτερικό. Όσοι από μας κάνανε πλιάτσικα στους Τούρκους βρήκανε τον μπελά τους. Ό,τι κάνανε το βρήκανε. Γι’ αυτό πολλοί που το καταλάβαιναν δεν κάθισαν στο χωριό κι έφυγαν με τους Ρώσους.
Το 1919 που αποβιβάστηκαν οι Έλληνες στη Σμύρνη, ο Κεμάλ έδωσε γενική διαταγή να εξορίσουν όλους τους άνδρες μας στο εσωτερικό. Έτσι πήρε και μένα το σχέδιο τότε που ήμουν είκοσι χρονών. Οι τόποι της εξορίας μας ήταν το Σαρίκαμις, Ερζερούμ και Ερζιγκιάν.
Μέχρι τους τόπους της εξορίας μας πήγαμε πεζοί και νηστικοί και μέναμε στο ύπαιθρο. Εκεί μας μοίρασαν σε διάφορα τούρκικα χωριά, να δουλεύομε για ένα κομμάτι ψωμί. Από τις κακουχίες, αρρώστιες και πείνα πέθαναν αρκετοί.
Στην εξορία μείναμε ενάμιση περίπου χρόνο, μέχρι αρχάς του 1922. Όσοι έζησαν, κούτσα κούτσα δουλεύοντας στο δρόμο για ψωμί, φθάσαμε μέχρι το χωριό. Μαζί μας ήταν και άλλοι Έλληνες από μέσα από την Τραπεζούντα και τα χωριά της. Ευτυχώς τα σπίτια μας και οι οικογένειές μας δεν έπαθαν τίποτε. Από πείνα μόνο λίγο υπόφεραν, γιατί έλειπαν οι προστάτες τους.
Μόλις γυρίσαμε, ξαναρχίσαμε τις δουλειές μας, αλλά ο νους μας ήταν πότε να φύγωμε για την Ελλάδα, γιατί ακούσαμε για την Ανταλλαγή.
Από το χωριό μας κατεβήκαμε το 1922 στην Τραπεζούντα όλοι μαζί και με δικά μας χρήματα βρήκαμε βαπόρι μαζί με άλλους Έλληνες άλλων χωριών και της Τραπεζούντας και ήρθαμε στην Πόλη.
Η έξοδός μας έγινε χωρίς κακοποίηση από τις τουρκικές αρχές γιατί βλέπανε που έφευγαν από τα χωριά τους κάθε τόσο Έλληνες για την Ελλάδα. Ύστερα, μέσα στην Τραπεζούντα που ζούσαμε και εφημερίδα διαβάζαμε, αλλά και από τους εγγράμματους μαθαίναμε πως αργά ή γρήγορα θα φεύγαμε για την Ελλάδα, γιατί θα γινόταν Ανταλλαγή. Γι’ αυτό, πολλά από τα έπιπλά μας και τα ζώα μας όλα τα πουλήσαμε με το καλό και οικονομήσαμε αρκετά χρήματα. Οι Τούρκοι πάλι δεν μας έλεγαν τίποτε, γιατί έβλεπαν πως θα τους έμεναν τα σπίτια μας και τα χωράφια μας.
Ακίνητα δεν μπορούσαμε να πουλήσωμε γιατί το απαγόρευαν οι τούρκικες αρχές αλλά και οι Τούρκοι δεν τα αγόραζαν, αφού ξέρανε πως θα τα πάρουν τζάμπα.
Η αλήθεια είναι πως οι Τούρκοι συγχωριανοί μας, που περάσαμε τόσα χρόνια καλά, στενοχωρέθηκαν λίγο, γιατί θα έχαναν για πάντα τόσους καλούς γειτόνους.
Έτσι, όταν φθάσαμε στην Πόλη, μείναμε κάπου είκοσι μέρες εκεί, ώσπου να συγκεντρωθούν και άλλοι, και από εκεί πια το Πατριαρχείο μάς έστελνε δωρεάν με βαπόρι και τρόφιμα για την Ελλάδα.
Την άνοιξη του 1923 βρεθήκαμε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί μας έβαλαν σε θαλάμους στην Καλαμαριά, αφού μας κλιβάνισαν όλα τα ρούχα και μας εμβολίασαν όλους να μην αρρωστήσωμε. Το κλίμα, ωστόσο, δεν μας ήρθε καλά και μας έτρωγαν οι πυρετοί. Πέθαναν μερικοί χωριανοί μας στη Θεσσαλονίκη από τους πυρετούς. Γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να φύγωμε έξω στην ύπαιθρο.
Ομαδικά το χωριό μας τράβηξε κατά την Καστοριά και αποκαταστάθηκαν ως γεωργοί στα χωριά Σλίβενη και Μεσοποταμία. Δύο οικογένειες είμαστε εδώ, στην Πτολεμαΐδα. Εγώ, προσωπικά, εδώ ζω καλύτερα από ό,τι στην Κιρισχανά, αλλά οι άλλοι πατριώτες μου που είναι φτωχότεροι έχουν διαφορετική γνώμη.
















