Το όνομα του Ιωάννη Καποδίστρια ξανακούγεται έντονα το τελευταίο διάστημα με αφορμή την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή. Μαζί του ας έλθουν στην επιφάνεια οι άνθρωποι που τον πλαισίωσαν, τον συμβούλεψαν ή συγκρούστηκαν μαζί του, συμβάλλοντας στη γέννηση του ελληνικού κράτους.
Ανάμεσά τους, μια φιγούρα ξεχωριστή: ο Ιάκωβος (ή Ιακωβάκης) Ρίζος-Νερουλός. Ένας Φαναριώτης λόγιος και πολιτικός που έζησε τη ζωή του πάνω στον άξονα Κωνσταντινούπολη-Μολδοβλαχία-Ελλάδα και βρέθηκε από τις αίθουσες των Ηγεμονιών στα υπουργεία της Αθήνας.
Από τη σχέση του με τον Καποδίστρια και την παρουσία του στην πρώτη φάση του ελληνικού κράτους, μέχρι την πνευματική του συμβολή, ο Νερουλός αποτελεί έναν κόσμο από μόνος του· έναν κόσμο που ενώνει την αριστοκρατία των Φαναριωτών, την Επανάσταση, την ευρωπαϊκή πνευματική σκηνή και την κρατική συγκρότηση.
Καταγωγή και οικογενειακές διαδρομές
Γεννημένος το 1778 στην Κωνσταντινούπολη, ο Ιακωβάκης προερχόταν από οικογένεια με βαθιές ρίζες στον Πόντο: οι Νερουλοί είχαν εγκατασταθεί στην Πόλη γύρω στο 1700, έχοντας έρθει από την Τραπεζούντα. Από τη μητέρα του πήρε την επωνυμία «Ρίζος» που θα παραμείνει δίπλα στο «Νερουλός» για να τον ξεχωρίζει από άλλους κλάδους του ονόματος.
Ορφανός από πολύ μικρός, ανατράφηκε και μορφώθηκε υπό την προστασία του θείου του Σαμουήλ, μητροπολίτη Εφέσου. Η εκπαίδευσή του υπήρξε ενδεικτική του φαναριώτικου περιβάλλοντος: κλασικές σπουδές, άριστα ελληνικά, φιλοσοφία από τον λόγιο Δανιήλ Φιλιππίδη, γαλλικά και μαθηματικά από Γάλλο αββά.
Η γλώσσα και ο πολιτισμός δεν ήταν… διακοσμητικές γνώσεις· ήταν εργαλεία διοίκησης και διπλωματίας. Σ’ αυτό το κλίμα ο Νερουλός έγινε αυτό που έπρεπε να γίνει: ένας άνθρωπος έτοιμος για τις Ηγεμονίες.
Μολδοβλαχία: Πολιτική στα υψηλά κλιμάκια
Σε ηλικία 20 ετών ακολούθησε τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη στη Μολδαβία ως υπασπιστής του – μια πορεία κοινή για πολλούς Φαναριώτες της εποχής που έβρισκαν στις αυλές των Ηγεμονιών χώρο πολιτικής δράσης. Μετά την αποχώρηση του Υψηλάντη, ο Αλέξανδρος Σούτσος τον διόρισε επιτετραμμένο στην Υψηλή Πύλη.
Οι τίτλοι και τα αξιώματα εναλλάσσονταν με το ρυθμό των ανακατατάξεων.
Με τον Ιωάννη Καρατζά ανέβηκε στο ύπατο αξίωμα του «μεγάλου ποστελνίκου» –πρωθυπουργού της Βλαχίας–, θέση που κράτησε έξι χρόνια (1812-1818). Για έναν Φαναριώτη της εποχής αυτό δεν ήταν απλώς μια διοικητική θέση· ήταν ένας από τους ψηλότερους βαθμούς που μπορούσε να φτάσει ένας Έλληνας πριν από την Επανάσταση.
Το πολιτικό αυτό κεφάλαιο θα αποδεικνυόταν πολύτιμο αργότερα στη νεοσύστατη Ελλάδα.

Φιλική Εταιρεία και το 1821
Ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία το 1816. Το σπίτι του στο Ιάσιο υπήρξε καταφύγιο για μελλοντικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης: εκεί τον Φεβρουάριο του 1821 φιλοξενήθηκαν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και τα αδέλφια του Γεώργιος και Νικόλαος, καθώς και σημαίνοντες Φιλικοί. Εκεί υψώθηκε και η σημαία της εθνεγερσίας, με τα βυζαντινά χρώματα, το κίτρινο και το μαύρο, που είχε από τη μια όψη της τον Φοίνικα και από την άλλη τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη.
Ο ίδιος όμως δεν θα καταφέρει να «κατέβει» στον ελλαδικό χώρο εκείνη την ώρα: η κατάσταση στη Βεσσαραβία, η ασθένεια της συζύγου του (ήταν παντρεμένος με την εγγονή του Αλέξανδρου και κόρη του Κωνσταντίνου Υψηλάντη), και οι ξένες Αρχές θα τον κρατήσουν μακριά.
Αυτό το «εκτός μάχης» θα του κοστίσει λίγο στην υστεροφημία σε σχέση με άλλους Φαναριώτες, όμως η συμβολή του θα έρθει αλλιώς – μέσα από τη διπλωματία, τα γράμματα και κυρίως μέσα από την πολιτική δίπλα στον Καποδίστρια.
Άνοιγμα στην Ευρώπη – και η γνωριμία με τον Καποδίστρια
Μετά το 1821, ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός μετακινήθηκε στη Βεσσαραβία και στη συνέχεια στην Ιταλία και τη Γενεύη. Στην Ελβετία έδωσε διαλέξεις στα γαλλικά για τη νεοελληνική λογοτεχνία –πράγμα σπάνιο για Έλληνα του 1820– και έγραψε την Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως μέχρι το 1825.

Εκεί γνωρίστηκε ουσιαστικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχέση τους δεν ήταν απλώς φιλική· ήταν πολιτικά συμβατή.
Ο ένας προερχόταν από την υψηλή διπλωματία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο άλλος από την αριστοκρατία των Ηγεμονιών. Τα μονοπάτια τους ήταν διαφορετικά, αλλά η εποχή τους ήθελε μαζί.
Το 1828 ο Καποδίστριας τον έφερε στην Ελλάδα ως προσωπικό του σύμβουλο. Για πρώτη φορά ένας Φαναριώτης αναλάμβανε κρίσιμα πόστα σε μια Ελλάδα που δοκιμαζόταν ανάμεσα σε νησιώτες, στρατιωτικούς, φαναριώτες, ρωσόφιλους, αγγλόφιλους και γαλλόφιλους.
Στην πρώτη κυβέρνηση της Ελλάδας
Με τον ερχομό του, ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός ανέλαβε αμέσως το υπουργείο Εξωτερικών. Λίγο αργότερα του ανατέθηκαν και το Εμπορικό Ναυτικό, ενώ θα διατελέσει κατά διαστήματα υπουργός Εσωτερικών, Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης, καθώς και μέλος του Συμβουλίου Επικρατείας.
Σε μια Ελλάδα που είχε μόλις βγει από επανάσταση, οι υπουργοί ασχολούνταν με το να υπάρχει κράτος.
Σε αυτό το πλαίσιο είχε τρεις καταλυτικές συμβολές:
• Ανώτερη εκπαίδευση: Στην πράξη θεωρείται ο πρώτος που συνέταξε οργανωμένο σχέδιο για την ανώτατη παιδεία.
• Ίδρυση θεσμών: Επί των ημερών του ιδρύθηκαν το Εθνικόν Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον και η Αρχαιολογική Εταιρεία, όπου διετέλεσε και πρώτος πρόεδρος. Επίσης, το 1836 συνέβαλε στην ίδρυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.
• Διοίκηση στο πεδίο: Το 1833 διορίστηκε νομάρχης Κυκλάδων, σε μια περίοδο όπου η νησιωτική Ελλάδα έπρεπε να ενσωματωθεί πολιτικά στο νέο κράτος.

Η ρήξη με τον Καποδίστρια
Όπως συχνά συνέβαινε εκείνη την εποχή, η αρχική ταύτιση δεν κράτησε για πάντα. Οι διαφωνίες με την κυβέρνηση οδήγησαν τον Ιάκωβο Ρίζο-Νερουλό σε αποχώρηση από το υπουργείο Εξωτερικών από την ενεργό πολιτική και σε απομόνωση στην Αίγινα.
Μετά τον θάνατο του Καποδίστρια, ο Νερουλός επανήλθε ενεργά: ανέλαβε ξανά υπουργικά χαρτοφυλάκια και συνέχισε να υπηρετεί το κράτος μέχρι και τη δεκαετία του 1840.
Συγγραφέας και λόγιος
Αν ο δραστήριος αυτός Φαναριώτης είχε σταματήσει στην πολιτική, θα ήταν ήδη αξιοσημείωτος. Όμως η δράση του στα Γράμματα τον κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.
Μνημονεύεται κυρίως για το βιβλίο του Cours de Littérature Grecque Moderne (Γενεύη, 1827) το οποίο αποτελεί το πρώτο έργο ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Λιγότερο γνωστό αλλά σημαντικό θεωρείται το βιβλίο του Histoire Moderne de la Grèce depuis la chute de l’Empire d’Orient (Γενεύη, 1828) το οποίο είναι η πρώτη απόπειρα συγγραφής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας από Έλληνα ιστορικό.
Σύμφωνα με τον Ιάκωβο Ρίζο-Νερουλό, οι Έλληνες συνέχισαν να υπάρχουν ως ξεχωριστή πολιτικοκοινωνική οντότητα στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συμβολή της θρησκείας και της Εκκλησίας στη διατήρηση του εθνικού χαρακτήρα.
Πιστεύει στην ιστορική αναγκαιότητα (νομοτέλεια) της Επανάστασης του 1821, την οποία θεωρεί όχι αποτέλεσμα της ιστορίας αλλά της «Θείας Πρόνοιας». Κατά τη συγγραφή αυτού του έργου, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια με τον οποίο αντάλλαξε αλληλογραφία, καθώς και εκείνος είχε ξεκινήσει ένα ανάλογο πόνημα.
Οι προσπάθειες αυτές ήταν πρωτοποριακές – όχι για την Ελλάδα μόνο, αλλά και για τα ευρωπαϊκά Γράμματα, που μόλις τότε αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την ελληνική υπόθεση ιστορικά και όχι μόνο φιλελληνικά.

Πριν από όλα αυτά όμως, ήταν θεατρικός συγγραφέας. Η κωμωδία Κορακίστικα (1813) προκάλεσε σεισμό στην εποχή της ως σάτιρα των οπαδών του Κοραή – όπως αναφέρει στη σελ. 3, η κωμωδία είναι «το μέσον το δραστηριώτερον προς σφαλμάτων διόρθωσιν», εξού και αποφασίζει να συγγράψει το πόνημά του, για να καταπολεμήσει τον Κοραϊσμόν, «ως επιδημικώτερον εις τους προκομμένους μας».
Οι τραγωδίες Ασπασία (1813) και Πολυξένη (1814) άνοιξαν το δρόμο για τη νεοελληνική δραματουργία, ενώ η έμμετρη Κούρκας αρπαγή: Ποίημα ηρωικοκωμικόν εις τρία άσματα (1816) έδειξε πόσο ευέλικτα μπορούσε να περνά από είδος σε είδος.
Τελευταία χρόνια και θάνατος
Στο τέλος της πορείας του διορίστηκε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη – μια από τις πιο λεπτές διπλωματικές αποστολές της εποχής. Εκεί πέθανε τον Δεκέμβριο του 1849. Εκείνη τη χρονιά είχε γεννηθεί ο μετέπειτα ζωγράφος, ο συνονόματος εγγονός του Ιάκωβος Ρίζος, ή Jacques Rizo όπως ήταν γνωστός στο εξωτερικό.
Ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός δεν ήταν ο «ήρωας με το σπαθί». Ήταν ο άνθρωπος των θεσμών, των ιδεών και της διοίκησης – ένας ικανός εκπρόσωπος της φαναριώτικής αριστοκρατίας.
Και ίσως σήμερα, που συζητάμε ξανά τον Καποδίστρια, αξίζει να κοιτάμε και αυτούς που περπάτησαν δίπλα του.
















