Δεν είναι απλώς ένα δρώμενο. Είναι αγερμός.
…
Κίνηση από σπίτι σε σπίτι, από αυλή σε αυλή, με τραγούδι, θόρυβο, μεταμφίεση και ευχές. Ένας τρόπος να «ξυπνήσει» η φύση, να καλωσοριστεί ο νέος χρόνος, να δεθεί ξανά η κοινότητα γύρω από την προσδοκία της καλοχρονιάς.
Οι Καμήλες και οι Ντιβιτζήδες (Καμήλις κι Ντιβιτζήδις), το αγαπημένο έθιμο των Ανατολικορωμυλιωτών προσφύγων –των λεγόμενων Μοναστηριωτών– εγγράφηκαν τον Ιούλιο του 2025 στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, στο πλαίσιο εφαρμογής της Σύμβασης του 2003 της UNESCO για τη διαφύλαξη της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Τι είναι ο αγερμός
Οι ομάδες γυρίζουν στο χωριό, μπαίνουν στα σπίτια, τραγουδούν, παινεύουν τους νοικοκύρηδες, δέχονται κεράσματα και φιλοδωρήματα. Ανταλλάσσουν ευχές για υγεία, γονιμότητα, αφθονία. Η κοινότητα συμμετέχει ολόκληρη – κανείς δεν είναι απλός θεατής.
Έτσι λειτουργούν και οι Καμήλες και οι Ντιβιτζήδες: ως ευετηριακό έθιμο του Δωδεκαήμερου, που σηματοδοτεί την αρχή της νέας χρονιάς και το ξύπνημα της γης από τη χειμερία νάρκη.
Το δρώμενο
Το έθιμο ξεκινά νωρίς το βράδυ της παραμονής και ολοκληρώνεται αργά το βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Συμμετέχουν οι Καμήλες, οι Ντιβιτζήδες, οι μουσικοί, οι σάρτες (χορωδίες) και οι οικοδεσπότες που τους υποδέχονται.
Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, η τέλεση μεταφέρεται στην πλατεία, όπου ανοίγει ο χορός με καθολική συμμετοχή.
Οι ντιβιτζήδες φορούν προβιές και το χαρακτηριστικό καούκι – καπέλο και μάσκα μαζί, φτιαγμένο από κιτσιά (αρνίσιο μαλλί), στολισμένο με καθρεφτάκια για τον ξορκισμό των πνευμάτων και πολύχρωμες κορδέλες.
Στη θέση των δοντιών κρέμονται αρμάθες από ξερά φασόλια, ενώ μικρά κουδουνάκια στη μέση και στα πόδια γεμίζουν τον χώρο ήχο. Στα χέρια κρατούν το τοπούζ’, το ξύλινο ρόπαλο που χτυπά τη γη, «εκβιάζοντας» συμβολικά τη γονιμότητά της.
Η καμήλα –ξύλινη κατασκευή σκεπασμένη με τσόλι από τραγίσιο μαλλί– φέρει μακρύ λαιμό και κεφάλι από προβιά, στολισμένα με μεγάλα μπρούτζινα κουδούνια. Ο θόρυβός τους, καθώς κινείται, δεν είναι τυχαίος: είναι κάλεσμα ζωής.
Πίστη, φύση και μνήμη
Οι ρίζες του εθίμου φτάνουν ως την Αρχαιότητα και τις διονυσιακές τελετουργίες, όπου η μεταμφίεση, ο χορός και η σάτιρα συνδέονταν άμεσα με τη γονιμότητα και την αναγέννηση. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, το δρώμενο προσαρμόστηκε για να επιβιώσει.
Ο λαογράφος Βάλτερ Πούχνερ το χαρακτήρισε μεταμφίεση τελετουργικού χαρακτήρα με «αόριστη γονιμοποιητική σημασία», ενώ ο Δημήτριος Κτενίδης το συνέδεσε με την αναπαράσταση του ταξιδιού του Αγίου Βασιλείου από την Ανατολή.
Όπως κάθε αγερμός, έτσι και αυτός στηρίζεται στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δεν στέκεται απέναντι στη φύση, αλλά μέσα σε αυτήν. Ότι με τον θόρυβο, τον χορό, τη συλλογική πράξη, μπορεί να τη «συγκινήσει».
Από την Ανατολική Ρωμυλία στο σήμερα
Το έθιμο ήταν διαδεδομένο όχι μόνο στην Ανατολική Ρωμυλία, αλλά και στον Πόντο, στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια και σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.
Στην Ελλάδα αναβιώνει δυναμικά, με πιο γνωστή την τέλεση στο Νέο Μοναστήρι Δομοκού, αλλά και στην Κομοτηνή και τη Λάρισα, στην πλατεία Φιλιππούπολης.
Η εγγραφή του στο Εθνικό Ευρετήριο δεν είναι απλώς θεσμική αναγνώριση. Είναι υπενθύμιση ότι τέτοια έθιμα δεν ανήκουν στο παρελθόν. Ανήκουν στους ανθρώπους που συνεχίζουν να περπατούν μαζί, να τραγουδούν μαζί, να εύχονται μαζί.
×
















