Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιγ’. Πανούργες μα και μοχθηρές
θα στήσω τώρα μηχανές σε όλους τους αντίθεους.
Σ’ αυτές δεν θα μπορέσουνε διόλου ν’ αντισταθούνε όσοι μας αντιμάχονται και μας αντιμιλάνε.
Εσείς, όμως, σταθήκατε πρόμαχοι των Ρωμαίων
κι έτσι σας εμπιστεύομαι ότι θα πειθαρχήσετε σε όλα όσα πρέπει.
Με πλούτη και με δόξα θα σας τιμήσει σίγουρα ο Αυτοκράτοράς μας,
καθώς θ’ αποδειχτείτε άνδρες καθόλα σεβαστοί,
γεμάτοι σωφροσύνη.
Εσείς, βεβαίως, τώρα, γνωρίζετε πολύ καλά τους ιερούς κανόνες που έχουν τα θρησκευτικά πράγματα των Ρωμαίων.
Εμπρός, ελάτε, το λοιπόν, αγαπημένοι φίλοι μου, κι εσείς μαζί με όλους που είναι καθωσπρέπει απάνω στη θρησκεία μας,
να πάμε στους θεούς μας και να τους προσκυνήσουμε, ώστε να μας γλιτώσουν απ’ τον σκληρό το θάνατο.
Ναι, απ’ αυτόν τον ίδιο, που του Χριστού οι μαθητές τρέχουν να συναντήσουν,
γιατί νομίζουν πως θα βρουν
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
ιδ’. Ατρόμητοι δεχτήκανε τα βέλη που εκτόξευσε το στόμα του τυράννου
κι έτσι κατατροπώσανε τη δολιότητά του.
Άτρωτοι αυτοί παρέμειναν σε όσα είπε τούτος, ο άδικος ο άνθρωπος, κι έτσι του ανταπάντησαν οι δίκαιοι οι άνδρες:
«Ω, της αλήθειας συ εχθρέ και της απώλειας υιέ!
»Καλώς σε ονομάσανε μας φαίνεται
»Αγρικόλαο ‒ είσαι όνομα και πράμα! Θηρίο είσαι ανήμερο εσύ στην κολακεία,
»ίδιος με τον πατέρα σου, τον Σατανά, βεβαίως. Εκείνον που συμβούλευσε την Εύα και της είπε:
»”Φάτε από τούτο το δεντρί και θα γενείτε σαν θεοί».
Και συ μας λες τα ίδια, πως πρέπει να διαλέξουμε τη δόξα την εφήμερη.
Αλλά εμάς δεν πρόκειται συ να μας ξεγελάσεις! Δεν θ’ αρνηθούμε τον Χριστό, που είναι ο Θεός των όλων
κι εξουσιάζει αιώνια, όχι μονάχα τη ζωή μα και τον θάνατο μαζί,
και στους πιστούς χαρίζει
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
ιε’. Ο πλάνος τόσο οργίστηκε που απ’ τον αφόρητο θυμό του σπάσανε τα νεύρα,
σαν άκουσε τα λόγια αυτά από τους πράους άνδρες.
Λες και λιοντάρι ανήμερο έτριξε αυτός τα δόντια και σαν το φίδι σφύριξε.
Απ’ το θυμό χτυπιότανε κι έτσι πεισματωμένος ο δούκας τότε γύρισε και λέει στον ηγεμόνα:
«Όλους πετροβολήστε τους, συντρίψτε τους με πέτρες!».
Κι αμέσως εμφανίστηκε ο ίδιος ο Βελίαρ, μ’ ένα σπαθί στα χέρια του,
ώστε με βιάση και αυτός, μαζί μ’ αυτούς τους άθεους,
τους άνδρες του φιλόθεους να καταπολεμήσει.
Ξεχύθηκαν σαν αστραπές κι αρχίσανε τον πόλεμο,
ρίχναν βροχή τις πέτρες. Αλλ’ όμως αποδείχτηκε πως οι άνομοι
τσακίζονταν οι ίδιοι από τις κοτρόνες. Γιατί, η κακία επέστρεφε και έπεφτε επάνω τους·
το άδικο που κάνανε έπεφτε στο κεφάλι τους!
Έτσι, δεν βρήκανε ποσώς ετούτοι οι κακιασμένοι
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
ις’. Κι όπως κατασυντρίβονταν απ’ τα λιθάρια οι ίδιοι ‒αυτοί,
των Αγίων οι εχθροί‒, γίναν τελείως αναίσχυντοι και αποθρασυνθήκαν.
Αρχίνησαν να ψάχνουνε όλοι μαζί αντάμα να βρουν βασανιστήριο άλλο για να παιδέψουν τους στρατιώτες του Χριστού.
Συμβούλιο με τον Διάβολο κάναν κι αποφασίσανε
και τιμωρία βρήκανε για εκείνους τρομερή.
Βλέποντας κρύο φοβερό να κάνει εκεί στη λίμνη,
καθώς φυσούσε ο Βοριάς με λύσσα παγωμένος
κείνη την άγρια τη νυχτιά,
προστάξανε τους Μάρτυρες γυμνοί μέσα στη λίμνη να μπουν κι εκεί να μείνουνε.
Κι αυτοί βγάλαν τα ρούχα τους κι απόμειναν γυμνοί· κι όπως μέσα στο στάδιο μπαίνουν οι αθλητές,
έτσι γυμνοί προχώρησαν και μπήκανε στη λίμνη και μες στη νύκτα ακούγονταν οι προσευχές που ανέπεμπαν συνέχεια στον Χριστό.
Εντόπισε, όμως, ο εχθρός έναν ανάμεσά τους και τον ξεχώρισε απ’ αυτούς,
καθώς δεν είχε τούτος ελπίδα, πίστη μέσα του πως θα έβρισκε αληθινά
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
ιζ’. Όμως, ο Κτίστης κει ψηλά, ήλιο ζεστό ανέτειλε που έστειλε τις αχτίδες του
στους αθλοφόρους μάρτυρες, λες κι ήταν καλοκαίρι.
Και έστειλε στεφάνια, τριάντα εννιά τον αριθμό, για εκείνους που αντέξανε το αφόρητο το κρύο.
Ένας από τους φύλακες, το πράγμα τούτο βλέποντας,
πίστεψε στον Χριστό· κι έπειτα οικειοθελώς μπήκε κι αυτός στη λίμνη.
Ο Ιούδας βγήκε κι έφυγε και μπήκε στο μαρτύριο στη θέση του ο Ματθίας.
Πριν λίγο αυτός στεκότανε σκληρός εκεί κι αυθάδης. Διώκτης τους ήταν μέχρι χθες
και τώρα πάει μαζί τους·
στους αθλοφόρους μάρτυρες κι αυτός συναριθμείται.
Μόλις τον είδαν το πρωί οι αθεόφοβοι εχθροί,
εξοργισμένοι πρόσταξαν με τα στειλιάρια τα βαριά να χτυπηθούν, να τσακιστούν οι αθλητές οι ακλόνητοι.
Και μάλιστα ανάψανε και μια φωτιά μεγάλη κι έκαψαν τ’ άγια σώματα
κι έριξαν ό,τι απόμεινε δίπλα μες στο ποτάμι.
Και έτσι βρήκαν οι πιστοί οι άγιοι Μάρτυρές μας,
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.
ιη’. Απ’ τους αγίους, όμως, ξέχασαν
έναν οι άνομοι, τον άφησαν ξοπίσω. Τον είδε η μητέρα του που παρακολουθούσε,
και πήγε τον φορτώθηκε στους ώμους και τον πήγε η ίδια και τον έριξε επάνω κει μες στο σωρό των άγιων σωμάτων.
Νίκησε έτσι η μάνα αυτή με την απόφασή της, τη φύση την ανθρώπινη και της καρδιάς τον πόνο
και βρήκε δόξα αιώνια αντάμα με τους Μάρτυρες.
Όπως και τότε, όμως, Χριστέ μου και Σωτήρα μου Εσύ και Βασιλιά μου,
που στους Αγίους Σου χάρισες τη νίκη στον αγώνα
ενάντια στους δαίμονες, αλλά και στους τυράννους,
έτσι και τώρα ‒επιεικής κι εύσπλαχνος όπως Είσαι‒ χάρισε και στον βασιλιά, ετούτον τον δικό μας που Σου είναι και πολύ πιστός,
νίκες να έχει πάντοτε απέναντι στους βάρβαρους, τρόπαια δώρισέ του.
Ειρήνη, Κύριε, χάρισε να έχει ο λαός Σου. Είθε να μεσιτεύει για τούτο εδώ που Σου ζητώ με ικεσίες και προσευχές, Εκείνη που Σε γέννησε κι ήρθες με σάρκα και οστά κάτω εδώ στον κόσμο,
αλλά, επίσης, πάντοτε, κι οι Άγιοι Σου οι δυνατοί, οι αλύγιστοι αθλοφόροι
που από Σένα έλαβαν
δόξα από τους ουρανούς και πλήθος τα στεφάνια.

















