Στη φωτογραφία είναι έξι: ο πατέρας, η μητέρα και τα τέσσερα παιδιά τους. Ο Τζον Τσίλια είχε γεννηθεί στη Σμύρνη, όπως και πολλοί άλλοι απόγονοι Μαλτέζων που είχαν εγκατασταθεί στην πόλη. Εκεί εργαζόταν ως αρτοποιός. Εκεί ήταν το σπίτι και η ζωή της οικογένειάς του.
Τον Σεπτέμβριο του 1922 όμως, η Σμύρνη καιγόταν και η οικογένεια βρέθηκε σε ένα πλοίο με προορισμό τη Μάλτα. Δύο χρόνια αργότερα η ζωή θα τους οδηγούσε στη Νέα Κοκκινιά, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους ανθρώπους που προσπαθούσαν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Η διαδρομή τους διασώζεται στα Εθνικά Αρχεία της Μάλτας, μαζί με τα ονόματα, τις φωτογραφίες και τα έγγραφα άλλων προσφύγων από τη Σμύρνη.
Άνθρωποι με διαφορετικές καταγωγές και διαβατήρια, που μοιράστηκαν την ίδια ανάγκη: να βρουν έναν ασφαλή τόπο.
Μαλτέζοι στη Σμύρνη
Η παρουσία Μαλτέζων στη Σμύρνη δεν ήταν καινούργια. Είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται εκεί τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, αναζητώντας εργασία και ευκαιρίες σε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου.
Στην πολυεθνική πόλη οι οικογένειες μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, απέκτησαν παιδιά και συνδέθηκαν με την τοπική κοινωνία. Σύμφωνα με τον ερευνητή Τζόρτζιο Περέσο, αρκετοί από τους απογόνους τους είχαν γεννηθεί στη Σμύρνη και δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ τη Μάλτα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τέσσερις γενιές τους χώριζαν από το νησί των προγόνων τους.
Το 1922, αυτή η καταγωγή μπορούσε να αποκτήσει κρίσιμη σημασία. Η Μάλτα βρισκόταν υπό βρετανική κυριαρχία και αρκετοί Σμυρνιοί μαλτέζικης καταγωγής ήταν Βρετανοί υπήκοοι. Το διαβατήριο ή η αναγνώριση της υπηκοότητάς τους μπορούσε να τους ανοίξει το δρόμο προς ένα βρετανικό πλοίο.
Τα πλοία για τη Μάλτα
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1922 τα τουρκικά στρατεύματα μπήκαν στη Σμύρνη. Λίγες ημέρες αργότερα η μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε μεγάλο μέρος της πόλης, ενώ χιλιάδες άνθρωποι αναζητούσαν τρόπο να φύγουν από την προκυμαία.
Στις 15 Σεπτεμβρίου, το νοσοκομειακό πλοίο «Maine» έφτασε στη Μάλτα μεταφέροντας πρόσφυγες από τη Σμύρνη. Ήταν μία από τις πρώτες αφίξεις. Στα επόμενα πλοία θα επιβιβάζονταν Βρετανοί υπήκοοι, άνθρωποι μαλτέζικης καταγωγής, Έλληνες, Κύπριοι και πρόσφυγες άλλων εθνικοτήτων.
Ο Τζόρτζιο Περέσο υπολογίζει ότι, από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τις αρχές Δεκεμβρίου του 1922, περίπου 1.540 πρόσφυγες από τη Σμύρνη έφτασαν στη Μάλτα με οργανωμένα θαλάσσια δρομολόγια. Ο αριθμός δεν είναι απόλυτος: υπήρχαν και άνθρωποι που έφτασαν ακολουθώντας άλλες διαδρομές.
Για όσους είχαν τη δυνατότητα, η παραμονή στη Μάλτα μπορούσε να είναι σύντομη. Άλλοι χρειάστηκαν στέγη, τροφή και βοήθεια για πολύ περισσότερο χρόνο.
Ένα νησί που πολλοί δεν γνώριζαν
Η άφιξη δεν σήμαινε ότι τα προβλήματα είχαν τελειώσει. Οι πρόσφυγες περνούσαν από υγειονομικό έλεγχο και πολλοί φιλοξενήθηκαν σε χώρους που χρησιμοποιήθηκαν για την υποδοχή τους, όπως το Λαζαρέτο και το Φορτ Μανουέλ.
Παράλληλα, οι Αρχές έπρεπε να αποφασίσουν ποιος θα κάλυπτε τα έξοδα συντήρησης και πού θα μπορούσε να μεταβεί στη συνέχεια κάθε οικογένεια.
Η καταγωγή, η γλώσσα και το διαβατήριο δεν έδιναν πάντοτε την ίδια απάντηση.
Κάποιοι είχαν μαλτέζικες ρίζες, αλλά είχαν γεννηθεί στη Σμύρνη και μιλούσαν ελληνικά. Άλλοι είχαν συγγενείς διασκορπισμένους σε διαφορετικούς τόπους ή αναζητούσαν τρόπο να φτάσουν στην Ελλάδα. Οι φάκελοι καταγράφουν και τις συζητήσεις των Αρχών για το ποιος είχε την ευθύνη της περίθαλψής τους.
Στην υπόθεση παρενέβη και η μικρή ελληνική κοινότητα της Μάλτας: μέλη της, μαζί με φιλανθρωπικό γυναικείο σωματείο, συνέβαλαν οικονομικά στην ανακούφιση προσφύγων.
Η οικογένεια Τσίλια στην Κοκκινιά
Ο Τζον Τσίλια έφτασε στη Μάλτα στις 18 Σεπτεμβρίου 1922, με το πλοίο «Bavarian». Μαζί του ήταν η σύζυγός του, Κυριακή, και τα παιδιά τους.
Η οικογενειακή φωτογραφία που σώζεται σε φάκελο διαβατηρίου δίνει πρόσωπο σε μια από τις διαδρομές που αλλιώς θα έμεναν μια καταχώριση σε κατάλογο επιβατών.
Αργότερα, η οικογένεια έφυγε από τη Μάλτα και εγκαταστάθηκε στη Νέα Κοκκινιά. Εκεί το επώνυμο αποδόθηκε στα ελληνικά ως Τσίλιας.
Η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη. Το όνομά του εμφανίζεται ξανά σε έγγραφα το 1935, όταν, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες, ζήτησε βρετανική βοήθεια. Όπως αναφέρει η αρχειακή έρευνα, το αίτημά του απορρίφθηκε από τις Αρχές της Μάλτας.
Το έγγραφο της 31ης Οκτωβρίου
Στη μελέτη για τους Σμυρνιούς πρόσφυγες στη Μάλτα υπάρχει και μια παραπομπή σε έγγραφο με ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 1922: πρόκειται για επικοινωνία του Βρετανού προξένου στη Μυτιλήνη με τον κυβερνήτη της Μάλτας.
Ο ερευνητής τη συνδέει με την περίπτωση της οικογένειας του Άλφρεντ Χάντκινσον, η οποία είχε φτάσει στον Πειραιά και επιθυμούσε να μεταβεί στη Μυτιλήνη. Η Λέσβος βρισκόταν πολύ πιο κοντά στη Σμύρνη – και μαζί της κρατούσε πιο κοντά την ελπίδα μιας επιστροφής.
Η ίδια η αρχειακή παραπομπή δεν μας δίνει εδώ ολόκληρο το κείμενο της επιστολής. Μας επιτρέπει όμως να δούμε πώς ακόμη και ένας επόμενος σταθμός του ταξιδιού μπορούσε να εξαρτάται από συνεννοήσεις και άδειες.
Από τη Σμύρνη σε πολλές κατευθύνσεις
Δεν ακολούθησαν όλοι τον ίδιο δρόμο. Από τη Μάλτα, πρόσφυγες της Σμύρνης μετακινήθηκαν προς την Ελλάδα, τη Βρετανία, την Αυστραλία και άλλες χώρες. Ορισμένοι έμειναν στο νησί για μεγαλύτερο διάστημα.
Ανάμεσά τους ήταν και ο νεαρός Άλεκ Ισιγώνης, ο μετέπειτα σχεδιαστής του Mini. Είχε φύγει από τη Σμύρνη με τους γονείς του· ο πατέρας του πέθανε στη Μάλτα και ο ίδιος συνέχισε αργότερα με τη μητέρα του προς τη Βρετανία.
Στα χαρτιά των Αρχών οι άνθρωποι αυτοί εμφανίζονται ως επιβάτες, υπήκοοι, δικαιούχοι βοήθειας ή αιτούντες διαβατήριο. Στις φωτογραφίες και στις οικογενειακές τους ιστορίες, η προσφυγιά αποκτά ξανά πρόσωπο: μια οικογένεια από τη Σμύρνη στη Μάλτα, κι από εκεί στην Κοκκινιά.

















