Δεν ζητούσαν πλοία. Δεν ζητούσαν χρήματα. Δεν ζητούσαν καν να μεταφερθούν στην Ελλάδα. Ζητούσαν από την ελληνική κυβέρνηση να εξασφαλίσει ένα πράγμα: να τους επιτραπεί να εγκαταλείψουν την επικράτεια που βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Μπολσεβίκων.
Στις 22 Οκτωβρίου 1920, ο Βασίλειος Ιωαννίδης, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Ποντίων, απηύθυνε από την Αθήνα ένα πεντασέλιδο υπόμνημα προς το Πολιτικό Γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου.
Στις σελίδες του μιλούσε για περίπου 100.000 Πόντιους εγκλωβισμένους στη Ρωσία, κατήγγελλε αδράνεια και λανθασμένους χειρισμούς των ελληνικών υπηρεσιών στον Καύκασο και ζητούσε να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με την μπολσεβικική κυβέρνηση.
Το αίτημά του ήταν διατυπωμένο με τρόπο που δύσκολα αφήνει περιθώρια παρερμηνείας:
«Ζητούμεν μόνον να επιτύχητε άδειαν εξόδου και τίποτε περιπλέον».
Το δακτυλογραφημένο αντίγραφο φυλάσσεται σήμερα στο Πολιτικό Αρχείο του Πόντου* της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει ψηφιοποιηθεί από τη Βιβλιοθήκη και το Κέντρο Πληροφόρησης του ΑΠΘ.
Δεν ζητούσαν να έρθουν στην Ελλάδα
Το υπόμνημα αποτελούσε απάντηση σε επικοινωνία του Πολιτικού Γραφείου, την οποία ο Βασίλειος Ιωαννίδης είχε λάβει δύο ημέρες νωρίτερα. Μαζί του υπέβαλλε προηγούμενα υπομνήματα, έγγραφο του Εθνικού Συμβουλίου των Ποντίων του Βατούμ προς το υπουργείο Περιθάλψεως, και αναφορά Ποντίων αντιπροσώπων που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη.
Η βασική του διευκρίνιση ήταν πως δεν ζητούσε από το κράτος να αναλάβει τη μεταφορά των προσφύγων στην Ελλάδα.
Ζητούσε να υπάρξει συνεννόηση με την κυβέρνηση των Μπολσεβίκων, ώστε να επιτραπεί η έξοδος σε όσους μπορούσαν να ταξιδέψουν με δικά τους μέσα.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των Ποντίων, οι άνθρωποι αυτοί διέθεταν ακόμη χρήματα ή είχαν συγγενείς στη Γεωργία και σε άλλες περιοχές που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Αν παρέμεναν εγκλωβισμένοι, όμως, υπήρχε ο κίνδυνος να χάσουν και αυτή τη δυνατότητα.

Στο υπόμνημα υπολογίζεται ότι στην μπολσεβικική επικράτεια βρίσκονταν περίπου 100.000 Πόντιοι. Ο συντάκτης υποστήριζε ότι οι περισσότεροι ήταν Έλληνες υπήκοοι και ότι περίπου 80.000 κατάγονταν από την Ελλάδα. (Οι αριθμοί αυτοί πρέπει να διαβάζονται ως εκτιμήσεις του Εθνικού Συμβουλίου των Ποντίων και όχι ως αποτέλεσμα επίσημης απογραφής.)
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Βασίλειος Ιωαννίδης ήταν δραματικός· κυρίως όμως ήταν πραγματιστής: εφόσον δεν ήταν δυνατό να σωθούν όλοι, έγραφε, ας σώζονταν τουλάχιστον εκείνοι που δεν ζητούσαν τίποτε περισσότερο από το δικαίωμα να απομακρυνθούν μόνοι τους.
Πώς βρέθηκαν τόσοι Πόντιοι στη Ρωσία και στον Καύκασο
Η παρουσία των Ποντίων στη ρωσική επικράτεια διαμορφώθηκε μέσα από διαδοχικά μεταναστευτικά κύματα, ιδιαιτέρως κατά τον 19ο αιώνα, όταν οικογένειες από τον οθωμανικό Πόντο εγκαταστάθηκαν στον Καύκασο, στην Κριμαία και στη νότια Ρωσία.
Οι μετακινήσεις συνδέθηκαν με τους ρωσοτουρκικούς πολέμους, την αποχώρηση χριστιανικών πληθυσμών μαζί με τα ρωσικά στρατεύματα, την αναζήτηση ασφάλειας σε ένα περιβάλλον διώξεων, και τις οικονομικές δυνατότητες που προσέφεραν οι νέες περιοχές εγκατάστασης. Η διασπορά των Ποντίων στη Ρωσική Αυτοκρατορία και τα κίνητρα αυτών των μετακινήσεων έχουν μελετηθεί από την ιστορικό Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού.
Στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν ισχυρές ελληνικές κοινότητες στο Καρς, στην Τσάλκα, στην Αμπχαζία, στην Ατζαρία, στην Τιφλίδα και σε άλλες περιοχές του Καυκάσου.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Ρωσική Επανάσταση. Η αποχώρηση του ρωσικού στρατού από τα εδάφη του Ανατολικού Πόντου, ο ρωσικός εμφύλιος, οι συγκρούσεις στον Καύκασο και η διαμόρφωση νέων συνόρων προκάλεσαν νέα κύματα προσφύγων.
Ιστορική μελέτη για την ελληνική αποστολή στον Καύκασο υπολογίζει ότι στο τέλος του πολέμου ζούσαν στην Υπερκαυκασία περίπου 200.000 Έλληνες, ενώ άλλοι 85.000 είχαν καταφύγει εκεί από τον οθωμανικό Πόντο.
Οι αριθμοί δεν ταυτίζονται με εκείνους του υπομνήματος, καθώς αφορούν διαφορετικές κατηγορίες και περιοχές πληθυσμού, δείχνουν όμως το μέγεθος της ανθρωπιστικής κρίσης.
Το Βατούμ ανάμεσα στη σωτηρία και την παγίδευση
Το Βατούμ έγινε ένα από τα σημαντικότερα σημεία συγκέντρωσης των Ποντίων του Καυκάσου. Ήταν λιμάνι διαφυγής, κέντρο των ποντιακών οργανώσεων και τόπος από τον οποίο θα μπορούσαν να αναχωρήσουν πλοία για την Ελλάδα.
Αλλά ταυτόχρονα ήταν και μια παγίδα. Χιλιάδες άνθρωποι συνωστίζονταν σε μια περιοχή που βρισκόταν κοντά στα μέτωπα του ρωσικού εμφυλίου και στις συγκρούσεις μεταξύ Γεωργιανών, Αρμενίων, Ρώσων και μουσουλμανικών πληθυσμών.
Οι πρόσφυγες αντιμετώπιζαν ελλείψεις τροφίμων, επιδημίες και συνεχή πολιτική αβεβαιότητα.
Ακόμη και όσοι είχαν τα χρήματα ή τους συγγενικούς δεσμούς που θα τους επέτρεπαν να φύγουν, κινδύνευαν να εγκλωβιστούν λόγω των κλειστών συνόρων και της έλλειψης ταξιδιωτικών εγγράφων.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το Εθνικό Συμβούλιο των Ποντίων του Βατούμ προσπαθούσε να οργανώσει την περίθαλψη και τη μετακίνηση του πληθυσμού, ενώ ταυτόχρονα πίεζε την Αθήνα να αναλάβει πολιτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες.
Ο Καζαντζάκης και η αποστολή για τον Καύκασο
Τον Ιούλιο του 1919 η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου έστειλε ειδική αποστολή στον Καύκασο, σε μια προσπάθεια να οργανώσει την περίθαλψη των ελληνικών πληθυσμών και να διαμορφώσει σχέδιο για το μέλλον τους.
Στην αποστολή συμμετείχε ο Νίκος Καζαντζάκης, τότε γενικός διευθυντής του υπουργείου Περιθάλψεως, μαζί με τον Ιωάννη Σταυριδάκη, τον συνταγματάρχη Ηρακλή Πολεμαρχάκη, τον Ιωάννη Αγγελάκη, τον Ιωάννη Κωνστανταράκη και άλλα στελέχη.
Πρωταρχικός στόχος ήταν η εξασφάλιση εφοδίων για τις ελληνικές κοινότητες που απειλούνταν από το λιμό, τον τύφο και την ισπανική γρίπη. Η αποστολή έπρεπε, παράλληλα, να καταγράψει την κατάσταση και να εισηγηθεί λύσεις για τους Πόντιους του Καυκάσου.
Όμως, δεν υπήρχε ενιαία αντίληψη για το τι έπρεπε να συμβεί.
Στο τραπέζι βρίσκονταν διαφορετικά σχέδια: η μεταφορά προσφύγων στη Μακεδονία και τη Θράκη, η παραμονή τους στον Καύκασο ή η μελλοντική εγκατάστασή τους στον Πόντο, εφόσον δημιουργούνταν εκεί αυτόνομο κράτος.

Μια φωτογραφία που τραβήχτηκε στην Κωνσταντινούπολη, στις 17 Ιουλίου 1919, αποτυπώνει τρία κεντρικά πρόσωπα λίγο πριν από την αναχώρηση: τον Ηρακλή Πολεμαρχάκη, τον Ιωάννη Σταυριδάκη και τον Νίκο Καζαντζάκη.
Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα από το υπόμνημα του 1920. Ο Πολεμαρχάκης, ο αξιωματικός που στέκεται δίπλα στον Καζαντζάκη, είναι εκείνος τον οποίο ο Βασίλειος Ιωαννίδης κατηγορούσε έναν χρόνο αργότερα για προσβλητική συμπεριφορά απέναντι στους πρόσφυγες και για άγνοια της πραγματικής κατάστασης στον Πόντο.
Με τη σημερινή ανάγνωση, η φωτογραφία δείχνει την επίσημη όψη της αποστολής· το υπόμνημα που ακολούθησε αποκαλύπτει τις συγκρούσεις, την απογοήτευση και το ρήγμα εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε στην πορεία.
Η επίθεση στους εκπροσώπους της Αθήνας
Το πιο αιχμηρό τμήμα του υπομνήματος δεν στρέφεται μόνο εναντίον των Μπολσεβίκων ή των τοπικών Αρχών. Στρέφεται κατά των ίδιων των εκπροσώπων της ελληνικής κυβέρνησης στον Καύκασο.
Ο Ιωαννίδης τούς καταλόγιζε αδράνεια, ακατάλληλους χειρισμούς και έλλειψη κατανόησης της πραγματικής κατάστασης. Τόνιζε ότι οι Πόντιοι δεν ζητούσαν κρατικά πλοία ούτε οικονομική βοήθεια, εφόσον τα οικονομικά της χώρας δεν το επέτρεπαν.
Ζητούσαν, όπως επέμενε, μόνο μια διπλωματική παρέμβαση που θα άνοιγε τα σύνορα. Για όλα τα υπόλοιπα δήλωνε ότι θα φρόντιζαν οι ίδιοι.
Είναι ένα ντοκουμέντο για το ρήγμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στις ποντιακές οργανώσεις και στις κρατικές υπηρεσίες που είχαν σταλεί για να τις βοηθήσουν.
Η ίδια η ελληνική κυβέρνηση είχε οργανώσει μηχανισμό περίθαλψης προσφύγων στη νότια Ρωσία και στον Πόντο, όπως προκύπτει και από την επίσημη έκδοση του υπουργείου Περιθάλψεως για την περίοδο 1917-1920.
Το ερώτημα που έθετε ο Ιωαννίδης δεν ήταν εάν δαπανήθηκαν χρήματα –κάτι που ο ίδιος αναγνώριζε–, αλλά εάν οι αποφάσεις και οι άνθρωποι που ανέλαβαν την εφαρμογή τους ανταποκρίθηκαν στην πραγματική ανάγκη.
Ο Πολεμαρχάκης και η λέξη που άναψε τη φωτιά
Στο επίκεντρο των καταγγελιών βρισκόταν ο Ηρακλής Πολεμαρχάκης· ο Βασίλειος Ιωαννίδης ισχυριζόταν ότι ο αξιωματικός θεωρούσε τον εαυτό του επαρκώς ενημερωμένο για τον Πόντο έπειτα από παραμονή μόλις δύο ωρών σε πλοίο που είχε αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Τραπεζούντας.
Ακόμη βαρύτερη ήταν η καταγγελία για επεισόδιο το οποίο ο συντάκτης τοποθετούσε τον Ιούλιο. Σύμφωνα με όσα έγραφε, είχε προσβάλει δημόσια τους πρόσφυγες, μπροστά και σε ξένους, αποκαλώντας τους «Τουρκοσπόρους».
Ο Βασίλειος Ιωαννίδης υποστήριζε ότι χρειάστηκε να παρέμβει προσωπικά για να προστατεύσει τον Ηρακλή Πολεμαρχάκη από την οργή των συγκεντρωμένων προσφύγων και να αποτρέψει αιματηρά επεισόδια.
Οι συλλήψεις στη Γεωργία και η διπλωματική σιωπή
Ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Ποντίων περιέγραφε επίσης τη θέση των Ελλήνων στη Γεωργία ως εξαιρετικά επισφαλή. Κατήγγελλε συλλήψεις, φυλακίσεις και πιέσεις από τις γεωργιανές Αρχές, ενώ υποστήριζε ότι ο Έλληνας πρόξενος στο Βατούμ και η Πολιτική Αντιπροσωπεία στην Τιφλίδα δεν είχαν αντιδράσει όπως θα έπρεπε.
Κατά την αφήγησή του, Γεωργιανοί αξιωματούχοι χαρακτήριζαν «παράσιτα» τους Έλληνες μικρεμπόρους και δήλωναν ότι η χώρα τους δεν είχε ανάγκη από άλλους εμπόρους.
Το παράπονο του Βασίλειου Ιωαννίδη γινόταν εντονότερο επειδή θεωρούσε τη Γεωργία φυσικό φίλο της Ελλάδας. Υποστήριζε όμως ότι μέσα σε διάστημα λίγων μηνών οι χειρισμοί των έκτακτων απεσταλμένων είχαν στρέψει τις γεωργιανές Αρχές εναντίον των ελληνικών κοινοτήτων.
Οι πρόσφυγες δεν ήταν ένας αριθμός
Πίσω από τον αριθμό των 100.000 που υπάρχει στο υπόμνημα της 22ας Οκτωβρίου 1920 βρίσκονταν διαφορετικές ανθρώπινες διαδρομές. Υπήρχαν παλαιοί κάτοικοι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, πρόσφυγες από τον οθωμανικό Πόντο, οικογένειες που είχαν μετακινηθεί μαζί με τον ρωσικό στρατό και άνθρωποι που είχαν βρεθεί μέσα σε λίγα χρόνια σε δύο ή τρεις διαφορετικές κρατικές επικράτειες χωρίς να έχουν αλλάξει τόπο κατοικίας.
Άλλοι επιθυμούσαν να έρθουν στην Ελλάδα. Άλλοι ήθελαν απλώς να περάσουν στη Γεωργία, όπου είχαν συγγενείς. Και άλλοι περίμεναν ακόμη την πολιτική λύση που θα τους επέτρεπε να επιστρέψουν στον Πόντο.
Αυτό ακριβώς κάνει σημαντική τη διευκρίνιση του Ιωαννίδη ότι δεν ζητούσε τη μεταφορά όλων στην Ελλάδα. Το άμεσο αίτημα ήταν μικρότερο, αλλά απολύτως επείγον: να μην κλείσει η μοναδική οδός διαφυγής.
Τι ακολούθησε μετά την έκκληση
Κατά την περίοδο 1920-1923 το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων της Υπερκαυκασίας μετακινήθηκε προς την Ελλάδα. Οι αναχωρήσεις έγιναν μέσα σε συνθήκες πολέμου, επιδημιών, έλλειψης πλοίων και μεγάλης πολιτικής αβεβαιότητας.
Στη μαρτυρία του ο Χαράλαμπος Γαλανός (ή Τσαχουρίδης) περιγράφει πως οι εναπομείναντες πρόσφυγες συγκεντρώθηκαν στο Βατούμ, καθώς η ελληνική αποστολή αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Τιφλίδα.
Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1921, το ατμόπλοιο «Αραράτ» μετέφερε περίπου 8.000 ανθρώπους στο Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης. Η μεταφορά, όμως, δεν σήμαινε και το τέλος της δοκιμασίας: ακολουθούσαν η καραντίνα, οι ασθένειες και η δύσκολη εγκατάσταση.
Τι τεκμηριώνει –και τι δεν τεκμηριώνει– το υπόμνημα
Το έγγραφο είναι ένα υπόμνημα διεκδίκησης, γραμμένο από τον πρόεδρο μιας ποντιακής οργάνωσης που προσπαθούσε να πιέσει την ελληνική κυβέρνηση. Αποκαλύπτει την αγωνία των Ποντίων που είχαν εγκλωβιστεί ανάμεσα στη μπολσεβικική Ρωσία, στις συγκρούσεις του Καυκάσου και στις αντιφατικές πολιτικές της Αθήνας.
Δείχνει επίσης ότι η προσφυγική κρίση επιδεινωνόταν από γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, προσωπικές συγκρούσεις, διαφορετικά πολιτικά σχέδια και αποφάσεις ανθρώπων που βρίσκονταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τους πρόσφυγες.
Ο Βασίλειος Ιωαννίδης ολοκλήρωνε το κείμενο ζητώντας έρευνα. Παράλληλα προειδοποιούσε ότι, εάν δεν άλλαζε η κατάσταση, οι χειρισμοί των κρατικών εκπροσώπων θα οδηγούσαν στην «τελειωτικήν εξόντωσιν των Ποντίων Ελλήνων».

















