Με απόφαση του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη τροποποιείται ο πίνακας εξετάσεων βιοδεικτών που συνδέονται με διαφορετικές μορφές καρκίνου. Οι αλλαγές αφορούν τις μεθόδους εξέτασης, τις τιμές και τις θεραπευτικές ενδείξεις, καλύπτοντας, μεταξύ άλλων, περιπτώσεις καρκίνου του μαστού, του πνεύμονα, του προστάτη και των ωοθηκών, καθώς και άλλες κακοήθειες, ανάλογα με το στάδιο της νόσου και τις ανάγκες κάθε ασθενούς.
Οι βιοδείκτες αποτελούν βασικό εργαλείο της Ιατρικής Ακριβείας, καθώς παρέχουν πληροφορίες για τα βιολογικά χαρακτηριστικά ενός όγκου και συμβάλλουν στην επιλογή της καταλληλότερης θεραπευτικής προσέγγισης. Μέσα από τις συγκεκριμένες εξετάσεις, οι γιατροί μπορούν να αξιολογήσουν ποιες θεραπευτικές επιλογές είναι κατάλληλες για κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της σύγχρονης ογκολογικής φροντίδας.
Ωστόσο, η δυνατότητα αξιοποίησης αυτών των εξελίξεων στην καθημερινή κλινική πράξη εξαρτάται και από το κατά πόσο οι ασθενείς μπορούν να υποβληθούν εγκαίρως στις απαραίτητες εξετάσεις, χωρίς οικονομικά ή άλλα εμπόδια.
Το ζήτημα της αποζημίωσης παραμένει στο προσκήνιο, καθώς σχεδόν έναν χρόνο μετά τη δημοσίευση του ΦΕΚ Β΄ 5627/20.10.2025, που προέβλεψε την τιμολόγηση νέων προβλεπτικών βιοδεικτών οι οποίοι εκκρεμούσαν από το 2014, εξακολουθεί να τίθεται το ερώτημα της εφαρμογής των σχετικών προβλέψεων και της πραγματικής πρόσβασης των ασθενών στις εξετάσεις.
Τις καθυστερήσεις έχουν επισημάνει επανειλημμένα εκπρόσωποι της επιστημονικής κοινότητας και Σύλλογοι Ασθενών, αναδεικνύοντας τη σημασία της έγκαιρης διενέργειας των διαγνωστικών εξετάσεων για τη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων.
Η ογκολογία διαθέτει πλέον ένα ευρύ φάσμα θεραπευτικών επιλογών, ωστόσο η αξιοποίησή τους προϋποθέτει την ύπαρξη των κατάλληλων διαγνωστικών δεδομένων. Σε αρκετές περιπτώσεις, το αποτέλεσμα μιας εξέτασης βιοδείκτη μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την επιλογή της θεραπείας, καθιστώντας τον χρόνο διενέργειάς της σημαντικό παράγοντα για την πορεία της φροντίδας.
Για τους ασθενείς, η αναμονή μέχρι να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες διοικητικές διαδικασίες ή να εξασφαλιστεί η αποζημίωση μιας εξέτασης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα γραφειοκρατίας. Συνδέεται με τη δυνατότητα έγκαιρης πρόσβασης στις διαγνωστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για την κατάρτιση του θεραπευτικού σχεδίου.
Η Ιατρική Ακριβείας στηρίζεται στην προσαρμογή της θεραπείας στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νόσου και του ασθενούς. Για να εφαρμοστεί αυτή η προσέγγιση με συνέπεια, είναι αναγκαίο οι εξετάσεις βιοδεικτών να είναι διαθέσιμες εγκαίρως και με ισότιμους όρους για όλους τους ασθενείς που τις χρειάζονται.
Η πρόκληση, επομένως, δεν περιορίζεται στην αναγνώριση της σημασίας των βιοδεικτών ή στη διαμόρφωση του σχετικού θεσμικού πλαισίου. Αφορά κυρίως την αποτελεσματική εφαρμογή του, ώστε οι διαγνωστικές εξετάσεις να εντάσσονται έγκαιρα στην κλινική πρακτική και οι ασθενείς να μπορούν να επωφελούνται από τις διαθέσιμες θεραπευτικές εξελίξεις.

















