Τρεις βασικές προτεραιότητες της Αθήνας έθεσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσερχόμενος στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες: την προστασία των κονδυλίων για την πολιτική συνοχής και την Κοινή Αγροτική Πολιτική, την αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους και τη διαχείριση έκτακτων μεταναστευτικών κρίσεων.
Αντίθεση σε νέες περικοπές στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό
Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων βρίσκεται το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρωθυπουργός άσκησε κριτική στην πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας, επισημαίνοντας ότι οι φιλόδοξοι στόχοι που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν συνοδεύονται από τους αναγκαίους πόρους για την υλοποίησή τους.
Η Ελλάδα συμμετέχει στην ομάδα των 16 κρατών που αυτοπροσδιορίζονται ως «φίλοι της συνοχής» και αντιτίθενται σε περαιτέρω περικοπές στην πολιτική συνοχής και στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, τις οποίες θεωρούν θεμελιώδεις για την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
«Εκφράζουμε την ευχή μας ότι οι διαπραγματεύσεις θα κλείσουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου, αλλά θα πρέπει να πειστούν και οι φειδωλοί φίλοι μας ότι δεν θα δεχθούμε περαιτέρω περικοπές σε κρίσιμους πυλώνες της ευρωπαϊκής πολιτικής», δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Η Αθήνα επιδιώκει την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων έως τη Σύνοδο του Δεκεμβρίου, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν προτίθεται να αποδεχθεί περιορισμό των πόρων σε δύο πολιτικές που συνδέονται άμεσα με τη στήριξη των περιφερειών, των αγροτών και της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής των κρατών-μελών.
Ενεργειακό κόστος: Πρόσθετα μέτρα ζητά η Αθήνα
Δεύτερο βασικό ζήτημα είναι η επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από το ενεργειακό κόστος, το οποίο, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, έχει συμβάλει στην αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρώπη.
Η ελληνική κυβέρνηση θα ζητήσει να συμπεριληφθεί στα συμπεράσματα της Συνόδου πρόβλεψη που θα καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει πρόσθετα μέτρα και μεγαλύτερη ευελιξία για τα κράτη-μέλη, ώστε να μπορούν να παρεμβαίνουν υπέρ όσων πλήττονται περισσότερο.
«Είναι σημαντικό, πέραν των εθνικών πρωτοβουλιών, να υπάρξει και μια ευρωπαϊκή απάντηση σε αυτό το μεγάλο ακανθώδες πρόβλημα, το οποίο αφορά όλες τις ευρωπαϊκές χώρες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η δημοσιονομική πολιτική της Ελλάδας επιτρέπει στην κυβέρνηση να λαμβάνει μέτρα στήριξης. Ως παράδειγμα ανέφερε τις παρεμβάσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης, οι οποίες ανακοινώθηκαν την προηγούμενη ημέρα, καθώς και το επίδομα θέρμανσης για τα νοικοκυριά, με πρόβλεψη για περιοχές που αντιμετωπίζουν αυξημένες ανάγκες.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε ακόμη ότι η Ελλάδα έχει μία από τις χαμηλότερες τιμές πετρελαίου θέρμανσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπογραμμίζοντας τη σημασία των δημοσιονομικών περιθωρίων για τη δυνατότητα κρατικής παρέμβασης ενόψει του χειμώνα.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν αναμένει να ολοκληρωθεί η σχετική διαπραγμάτευση στη συγκεκριμένη Σύνοδο. Η ελληνική πλευρά θα επιδιώξει να αναλάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επεξεργασία πρόσθετων προτάσεων, πέρα από εκείνες που έχουν ήδη παρουσιαστεί.
Μεταναστευτικό: Η πρόταση για μηχανισμό αντιμετώπισης κρίσεων
Τρίτη προτεραιότητα για την Ελλάδα αποτελεί το μεταναστευτικό. Ο πρωθυπουργός εξέφρασε την ικανοποίησή του για την αποδοχή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της ελληνικής πρότασης για τη δημιουργία μηχανισμού αντιμετώπισης κρίσεων, αντίστοιχου με εκείνον που εφαρμόστηκε στη Θέουτα της Ισπανίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε την πρόταση με τα γεγονότα στον Έβρο το 2020, υποστηρίζοντας ότι απαιτείται ευρωπαϊκό πλαίσιο για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης.
Στόχος, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, είναι η πρόταση να θεσμοθετηθεί σύντομα, ώστε οι χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή να έχουν τη δυνατότητα, υπό εξαιρετικές συνθήκες, να αναστέλλουν τη χορήγηση ασύλου και να προχωρούν σε μαζικές επιστροφές.
«Είναι κάτι το οποίο προφανώς αφορά την πατρίδα μας και χαίρομαι γιατί μία ακόμη ελληνική πρωτοβουλία έγινε αποδεκτή σε ευρωπαϊκό επίπεδο», κατέληξε.
Οι τρεις παρεμβάσεις που θέτει η Αθήνα στη Σύνοδο αφορούν, επομένως, τόσο τις προτεραιότητες του επόμενου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού όσο και τα άμεσα οικονομικά βάρη που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, αλλά και τη δυνατότητα κοινής ευρωπαϊκής αντίδρασης σε μεταναστευτικές κρίσεις.

















