Η Στέλλα Παπαλάμπρου είναι Ελληνίδα τραγουδίστρια και τραγουδοποιός που τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί με ιδιαίτερη αφοσίωση στη μελέτη και ερμηνεία του ποντιακού μουσικού ιδιώματος. Πρόσφατα κατέκτησε την πρώτη θέση στην λίστα του Transglobal World Music Chart ανάμεσα σε πολύ δυνατές υποψηφιότητες. Νομικός, με καριέρα στη δικηγορία δεν δίστασε να τα αλλάξει όλα στη ζωή της και να αφοσιωθεί στην μεγάλη της αγάπη, την μουσική. Τα συχνά ταξίδια της στη Γαλλία όπου ήταν μέλος μουσικού σχήματος με Γάλλους και Αλγερινούς μουσικούς και μετέπειτα η εγκατάστασή της στη Βαρκελώνη όπου ζει μέχρι σήμερα τη «βοήθησαν να ακούσει καθαρότερα από πού έρχεται». Mερικές φορές όπως μας είπε «χρειάζεται να απομακρυνθείς από τον τόπο σου για να αντιληφθείς πόσο βαθιά τον κουβαλάς».

Η Στέλλα Παπαλάμπρου τραγουδάει ποντιακά παραδοσιακά τραγούδια από επιλογή, χωρίς να έλκει την καταγωγή της από τον Πόντο, και το κάνει με τέτοιο πάθος και σεβασμό προς την παράδοσή μας που μας συγκινεί και μας δημιουργεί την επιθυμία να την «αγκαλιάσουμε» και να την θεωρήσουμε «τεμέτερον», δικό μας άνθρωπο δηλαδή, και αυτός ο τίτλος της αξίζει πέρα για πέρα!
Ποια είναι η καταγωγή σας;
Έλκω την καταγωγή μου από τους Μαυραναίους και τον Μεσόλακκο Γρεβενών Δεν είμαι Πόντια και δεν θα ισχυριστώ ποτέ ότι διαθέτω το οικογενειακό βίωμα ενός ανθρώπου που μεγάλωσε με αυτή τη γλώσσα και αυτά τα τραγούδια μέσα στο σπίτι του. Μεγάλωσα, όμως, στη Δυτική Μακεδονία, όπου συνυπάρχουμε καθημερινά με ισχυρές ποντιακές κοινότητες. Υπήρχαν ακούσματα στο ευρύτερο περιβάλλον μου, αλλά η συστηματική και ενδελεχής μελέτη ήρθε αρκετά αργότερα.

Πότε «ανακαλύψατε» την ποντιακή μουσική; Τι είναι αυτό που σας τράβηξε στο άκουσμά της;
Το ισχυρότερο κάλεσμα ήρθε όταν άκουσα μια προγενέστερη δουλειά του συνεργάτη μου Γιώργου Βέργου, με Πόντιους της παλαιότερης γενιάς, ανάμεσά τους τον Βασίλη Σωτηριάδη, τον Γιάννη Χαραλαμπίδη, τον Λάκη Βασιλειάδη, τον Νικόλαο Κοκκινίδη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως τραγουδιστές. Το τραγούδι ήταν μέρος της ζωής τους, κάτι που είχε περάσει μέσα τους από γενιά σε γενιά. Στις φωνές τους δεν άκουγα πρώτα την τεχνική· άκουγα το βίωμα. Ήταν σαν να περνούσε μέσα από αυτές η ιστορία των προγόνων τους, χωρίς καμία προσπάθεια επίδειξης. Αυτό με συγκλόνισε.
Τηλεφώνησα στον Γιώργο και του είπα σχεδόν αμέσως: «Θέλω να τραγουδήσω Πόντο, θες να κάνουμε ένα μουσικό άλμπουμ μαζί;». Εκεί βρίσκεται η πραγματική αφετηρία του PROTANIXIN. Δεν ξεκίνησε από μια ψυχρή καλλιτεχνική ιδέα, αλλά από ένα βαθύ προσωπικό ταρακούνημα.
Αυτό εξηγεί γιατί ο Γιώργος βρίσκεται όχι μόνο στην αφετηρία αυτού του project, αλλά και στην καρδιά της καθημερινής του διαμόρφωσης. Η οικογένειά του κατάγεται από τη Ματσούκα και ο ίδιος δεν γνωρίζει μόνο τη μουσική ως εκτελεστής της λύρας και του αγγείου. Γνωρίζει τη γλώσσα, τις μικρές μετατοπίσεις της προφοράς, τη φραστική, τον ρυθμό, τα ποικίλματα και κυρίως το εσωτερικό βάρος των τραγουδιών.

Το ότι δεν έχω ποντιακή καταγωγή αυξάνει τον συντελεστή δυσκολίας. Δεν έχω στη διάθεσή μου το οικογενειακό αποτύπωμα της γλώσσας, της προφοράς και της κοινωνικής λειτουργίας αυτών των τραγουδιών. Γι’ αυτό νιώθω ότι οφείλω να τα αντιμετωπίζω με ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη, σεβασμό, αγάπη και καθημερινή μελέτη. Η έως τώρα αποδοχή των Ποντίων απέναντι στον τρόπο που ερμηνεύω είναι ιδιαίτερα θερμή και συγκινητική. Δεν με κάνει να επαναπαύομαι, μεγαλώνει ακόμη περισσότερο την ευθύνη μου.
Με συγκινεί βαθιά και το γεγονός ότι ο αναγκαστικός και βίαιος ξεριζωμός των Ποντίων δεν ήταν το μόνο τραύμα. Άνθρωποι ριζωμένοι επί αιώνες στις πατρογονικές τους εστίες εκδιώχθηκαν και φτάνοντας στην Ελλάδα, βρέθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις αντιμέτωποι και στην Ελλάδα με δυσπιστία, κοινωνική απαξίωση και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς. Δεν θέλω να γενικεύω μια σύνθετη ιστορία, αλλά αυτή η πολλαπλή δοκιμασία με αγγίζει βαθιά.
Είναι μεγάλη τιμή για μένα που αυτό το κάλεσμα ήρθε στη ζωή μου: να μελετώ και να ερμηνεύω το ποντιακό μουσικό ιδίωμα και, όσο μπορώ, να εμβαθύνω στην ιστορία του Πόντου και των ανθρώπων του.
Η μελέτη αυτή είναι καθημερινή και δεν έχει «ταβάνι».
Η τεχνική σας, οι περίτεχνοι λαρυγγισμοί σας, θυμίζουν έντονα το «αηδόνι του Πόντου», τον αείμνηστο Χρύσανθο Θεοδωρίδη.
Μελετώ καθημερινά ερμηνευτές που αποτελούν πρότυπα για μένα. Πρώτος και αξεπέραστος είναι ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης. Είναι το σημαντικότερο ερμηνευτικό μου σημείο αναφοράς, που με κάνει να κατανοώ την οικονομία, τη δύναμη και τη βαθιά συγκίνηση που μπορεί να μεταφέρει μια φωνή.
Με συγκινεί επίσης ιδιαίτερα ο αείμνηστος Γιώργος Αμαραντίδης, σπουδαίος λυράρης, τραγουδιστής και δάσκαλος, που άφησε μεγάλη παρακαταθήκη στην ποντιακή μουσική. Από τους πιο σύγχρονους ερμηνευτές ξεχωρίζω τον Αλέξη Παρχαρίδη, τον Κώστα Θεοδοσιάδη, τον Γιώργο Σοφιανίδη –στις πιο παραδοσιακές ερμηνείες τους–, αλλά και πολλούς άλλους.
Με ελκύουν οι πιο γήινες φωνές και οι ερμηνείες που δεν αντιμετωπίζουν την παράδοση ως πεδίο –μόνο– φωνητικής επίδειξης. Αναζητώ εκείνη τη στιγμή όπου η τεχνική παύει να φαίνεται και γίνεται όχημα του λόγου, του λυρισμού και του βιώματος. Για μένα αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από μια εντυπωσιακή ερμηνεία. Απαιτεί να κάνεις πίσω ως προσωπικότητα, να ακούσεις περισσότερο και να επιτρέψεις στο τραγούδι να προηγηθεί του εγώ σου.
Το άλμπουμ Protanixin που δημιουργήσατε με τον Γιώργο Βέργο και περιλαμβάνει έξι ποντιακά τραγούδια, πρόσφατα κατέκτησε την πρώτη θέση ενός πολύ σημαντικού διεθνή θεσμού ανάμεσα σε πολύ αξιόλογες συμμετοχές από την Ιαπωνία, τις ΗΠΑ, την Κούβα, την Ιταλία κ.ά.!
Η ανταπόκριση με συγκίνησε βαθιά, κυρίως επειδή ήρθε για ένα έργο που δεν προσπάθησε να γίνει πιο εύπεπτο ή πιο θεαματικό για το διεθνές κοινό. Πριν ακόμη από την επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ Protanixin, η μουσική παρουσιάστηκε σε διεθνές επίπεδο στις ραδιοφωνικές και διαδικτυακές εκπομπές Mundofonías, στη Radio Clásica της RTVE, στη Globofonie και στο Blogfoolk, ενώ το European Folk Network αφιέρωσε εκτενή συνέντευξη στο project. Μετά την κυκλοφορία ακολούθησε ειδικό αφιέρωμα του Mil Mundos στο Radio 5 της RNE, παρουσία στη Βόρεια Αμερική, καταχώριση στη MergingArts Global Radio και δημοσίευση στο World Music Central και πολλά άλλα.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, μόλις έξι ημέρες μετά την κυκλοφορία, το άλμπουμ μπήκε απευθείας στην πρώτη διεθνή θέση του Transglobal World Music Chart για τον Οκτώβριο. Το βιώνω με μεγάλη χαρά, αλλά και με αίσθηση ευθύνης.
Αυτή η αναγνώριση δεν αποδεικνύει ότι φτάσαμε κάπου· μου δείχνει ότι ένα έργο βαθιά δεμένο με έναν συγκεκριμένο τόπο, μια γλώσσα και μια ιστορική μνήμη μπορεί να επικοινωνήσει πέρα από τα σύνορά του χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά του.
Καθοριστική είναι και η στήριξη της μάνατζέρ μου, Araceli Tzigane, και της Mapamundi Música. Η Αραθέλι δεν αντιμετωπίζει το PROTANIXIN απλώς ως ένα προϊόν προς προώθηση. Έχει μελετήσει την ιστορία των Ελλήνων του Πόντου, τις διώξεις, τους εκτοπισμούς, τη γλώσσα και τη διαδρομή της συλλογικής μνήμης τους. Αυτή η πολιτισμική ευαισθησία είναι πολύ σημαντική για μένα, γιατί θέλω κάθε διεθνής παρουσίαση του έργου να είναι ουσιαστική και υπεύθυνη.
Θέλω επίσης να είμαι σαφής ως προς το καλλιτεχνικό μου όραμα. Αγαπώ τις ποντιακές χοροεσπερίδες ως κοινωνικό και κοινοτικό γεγονός. Μου αρέσει να παρευρίσκομαι, να ακούω και να συγκινούμαι από ανθρώπους που τραγουδούν με βιωματικό τρόπο, ιδιαίτερα όταν το μουσικό ύφος παραμένει κοντά στην παράδοση. Θυμάμαι ιδιαίτερα ένα ποντιακό πανηγύρι στα Αναβρυτά Γρεβενών, ένα από τα ωραιότερα ποντιακά πανηγύρια στα οποία έχω βρεθεί, γιατί διατηρεί πολύ έντονο το παραδοσιακό στοιχείο. Εκεί βρισκόταν ένας κύριος ποντιακής καταγωγής, άνω των 90 ετών, που είχε έρθει από το Κάστρο Γρεβενών μόνο και μόνο για να συμμετάσχει στο πανηγύρι. Ήταν πραγματικά συγκινητικό να τον βλέπεις να μη χάνει ούτε στιγμή από αυτή την κοινωνικότητα: δεν σταμάτησε να χορεύει και να τραγουδά μαζί με τους υπόλοιπους μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Αυτή ακριβώς η ζωντανή συμμετοχή των ανθρώπων, ανεξαρτήτως ηλικίας, είναι κάτι που με συγκινεί βαθιά στις ποντιακές κοινότητες.

Το PROTANIXIN, όμως, έχει διαφορετικό σκηνικό προσανατολισμό. Δεν σχεδιάστηκε ως πρόγραμμα χοροεσπερίδας ή ως μια βραδιά αποκλειστικά για γλέντι –το οποίο θα ήταν ομοίως θεμιτό.
Είναι ένα θεματικό συναυλιακό έργο, που ζητά από τον ακροατή να ακούσει τη γλώσσα, τη μνήμη και την ιστορία πίσω από τα τραγούδια.
Ο στόχος μου είναι η διεθνής συναυλιακή καταξίωση του project: να παρουσιαστεί σε φεστιβάλ, θέατρα και σκηνές world και roots music, σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καθόλου αυτή την παράδοση, αλλά και σε Ποντίους. Θέλω να αποδειχθεί στην πράξη ότι η ποντιακή μουσική δεν χρειάζεται να αλλοιωθεί ή να εξωτικοποιηθεί για να αγγίξει ένα διεθνές ακροατήριο. Η αλήθεια της είναι ήδη αρκετά δυνατή.
Στο ομότιτλο Πρωτάνοιξην έχετε επιλέξει να τραγουδήσετε με συνοδεία αγγείου. Το κούρδισμα και η τονική περιοχή του συγκεκριμένου οργάνου οδηγούν τη φωνή σε μια αρκετά χαμηλή τονική περιοχή, ενώ προσωπικά δεν έχω ξανακούσει γυναικεία φωνή με συνοδεία αυτού του οργάνου. Πόσο απαιτητική ήταν αυτή η επιλογή για εσάς;
Υπάρχει εδώ και μια ιστορική παράμετρος που θεωρώ ενδιαφέρουσα. Στην ποντιακή μουσική παράδοση η δημόσια παρουσία της γυναίκας ως τραγουδίστριας –και ακόμη περισσότερο ως οργανοπαίκτριας– ήταν σαφώς περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Στις χοροεσπερίδες και στα μουχαπέτια το τραγούδι και τα όργανα ήταν κατά κύριο λόγο ανδρική υπόθεση. Γυναικείες φωνές δεν συναντάμε στις παλαιότερες καταγραφές του παραδοσιακού ποντιακού τραγουδιού. Οι γυναίκες ερμηνεύτριες που εμφανίζονται αργότερα τις ακούμε κατά κανόνα με συνοδεία λύρας.

Υπάρχει όμως και ένας καθαρά μουσικός λόγος που κάνει τον συγκεκριμένο συνδυασμό απαιτητικό. Το αγγείον, από τη φύση και το κούρδισμά του, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το τονικό πεδίο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η φωνή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επέλεξα να κατέβω σε μια χαμηλή τονικότητα, ουσιαστικά σε περιοχή στην οποία θα μπορούσε να τραγουδήσει μια ανδρική φωνή. Δεν είναι κάτι απόλυτα ακατόρθωτο για μια γυναίκα, αλλά απαιτεί διαφορετική φωνητική διαχείριση: ο ήχος γίνεται αναγκαστικά πιο χαμηλός, πιο βαρύς και πιο τραχύς.
Εμένα αυτό το ηχόχρωμα με ενδιαφέρει πολύ, γιατί θεωρώ ότι συνομιλεί οργανικά με τον χαρακτήρα του οργάνου και του ίδιου του ποντιακού ιδιώματος.
Χαίρομαι ιδιαίτερα που τα τελευταία χρόνια βλέπω αυτή την εικόνα να αλλάζει: νέες γυναίκες τραγουδούν, παίζουν λύρα ή αγγείον και αποκτούν μεγαλύτερη παρουσία μέσα σε αυτή τη μουσική παράδοση.

Είναι κάτι που με χαροποιεί πολύ, γιατί ανοίγει το πεδίο και δίνει τη δυνατότητα και σε περισσότερες γυναίκες να μελετήσουν, να ερμηνεύσουν και να συνεχίσουν αυτό το υπέροχο και σπάνιο μουσικό ιδίωμα.
Στις ζωντανές εμφανίσεις του PROTANIXIN μαζί μας θα βρίσκεται και η Χριστίνα Καλαϊτζίδου στο νταούλι, κάτι που χαίρομαι ιδιαίτερα. Στη δισκογραφική ηχογράφηση το νταούλι έπαιξε ο Νίκος Φιλιππίδης, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για τη συμμετοχή και τη συμβολή του στο άλμπουμ.

















