Τον Μάιο του 2024, περίπου 3.000 άνθρωποι από τις ελληνικές κοινότητες της Ουκρανίας αντάμωσαν στο Κίεβο. Πολλοί είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις πόλεις και τα χωριά τους λόγω του πολέμου. Εκείνη την ημέρα ξαναβρέθηκαν, άκουσαν γνώριμες μουσικές, χόρεψαν και μοιράστηκαν τη συγκίνηση της συνάντησης.
«Υπήρχε μεγάλη συγκίνηση, πολλά χαμόγελα, μαζί με δάκρυα», περιέγραφε τότε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τη δημοσιογράφο Σοφία Προκοπίδου ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων Ουκρανίας, Στέφανος Μαχσμά.
Είναι το Πανοΰρ· το πανηγύρι, μια λέξη οικεία στον ποντιακό ελληνισμό και μια παράδοση βαθιά δεμένη με τη ζωή των ελληνικών κοινοτήτων της Ουκρανίας.
Το ίδιο φεστιβάλ ελληνικού πολιτισμού ένωσε τις ελληνικές κοινότητες και τον Μάιο του 2026, στο Κίεβο – ο πόλεμος ανέτρεψε τα σχέδια, δεν τα ακύρωσε.
Σήμερα, αυτή η παράδοση αποκτά επίσημη κρατική αναγνώριση. Έπειτα από πρόταση της Ομοσπονδίας, εντάχθηκε στον Εθνικό Κατάλογο Στοιχείων Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουκρανίας, με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού της χώρας.
Στην ουκρανική καταγραφή εμφανίζεται ως «Панаїр», με την περιγραφή «παράδοση εορτασμού των Ελλήνων της Ουκρανίας». Η ένταξη ανακοινώθηκε από το υπουργείο στις 28 Σεπτεμβρίου, ενώ η σχετική απόφαση φέρει ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 2026.
Για μια κοινότητα που προσπαθεί να διατηρήσει τους δεσμούς της μέσα στον εκτοπισμό, η αναγνώριση αγγίζει κάτι πολύ συγκεκριμένο: τη δυνατότητα να συνεχίσει να συγκεντρώνεται, να γιορτάζει και να μεταδίδει στα παιδιά της όσα έμαθε από τους προηγούμενους.
Από την Κριμαία στα χωριά της Αζοφικής
Η διαδρομή της γιορτής συνδέεται με την ιστορία των Ελλήνων της Αζοφικής, των ανθρώπων που διαμόρφωσαν έναν ιδιαίτερο ελληνικό κόσμο γύρω από τη Μαριούπολη.
Στα τέλη του 18ου αιώνα, κατά τη μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών από την Κριμαία προς τη βόρεια ακτή της Αζοφικής, οι οικογένειες μετέφεραν μαζί τους τις θρησκευτικές πρακτικές, τις γλώσσες, τα τραγούδια και τα έθιμά τους.
Η εγκατάσταση του 1778-1780, με πρωτοβουλία της αυτοκρατορικής διοίκησης της Αικατερίνης Β’, συνδέθηκε με τη δημιουργία της Μαριούπολης και ενός δικτύου ελληνικών χωριών. Το Πανοΰρ ακολούθησε αυτή τη μετακίνηση και ρίζωσε στον νέο τόπο.
Ο ελληνισμός της περιοχής διατήρησε διαφορετικές γλωσσικές παραδόσεις. Οι Ρουμέοι μιλούσαν ελληνικά ιδιώματα, ενώ οι Ουρούμ χρησιμοποιούσαν μια γλώσσα της τουρκικής οικογένειας, διατηρώντας την ελληνική πολιτισμική και εθνοτική τους ταυτότητα.
Η συνύπαρξη και οι επαφές με τους γειτονικούς πληθυσμούς άφησαν αποτυπώματα στη γλώσσα, στην κουζίνα και στην καθημερινή ζωή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκαν και οι τοπικές εκδοχές των κοινών εθίμων.


Το Πανοΰρ συνδεόταν συνήθως με τη γιορτή του προστάτη αγίου της κοινότητας ή με μια άλλη σημαντική ημερομηνία για τους κατοίκους. Η εκκλησιαστική ακολουθία, η κοινή προετοιμασία του φαγητού και η συγκέντρωση γύρω από το τραπέζι έδιναν στη γιορτή ταυτόχρονα θρησκευτικό, κοινοτικό και οικογενειακό χαρακτήρα.
Το κοινό τραπέζι και η τιμή της διοργάνωσης
Στις καταγραφές του περιφερειακού πολιτιστικού φορέα του Ντονέτσκ, η παραδοσιακή μορφή της γιορτής περιλαμβάνει την τελετουργική προσφορά ζώου, την εκκλησιαστική ακολουθία και τη λιτανεία, την ευλογία των φαγητών και την κοινή τράπεζα. Ακολουθούν χοροί και αγωνίσματα, ανάμεσά τους η παραδοσιακή πάλη κουρές, αλλά και ιπποδρομίες.


Καταγράφονται επίσης οικογενειακές εκδοχές του εθίμου, που πραγματοποιούνταν στην αυλή ενός σπιτιού και συνδέονταν με σημαντικά γεγονότα ή δοκιμασίες της οικογένειας. Η παράδοση, επομένως, είχε διαφορετικές κλίμακες: μπορούσε να συγκεντρώσει ολόκληρο το χωριό ή έναν στενότερο κύκλο συγγενών και γειτόνων.
Η ανάληψη της διοργάνωσης αποτελούσε ευθύνη με ιδιαίτερο κοινωνικό βάρος.
Όπως περιγράφεται σε ρεπορτάζ του ουκρανικού μέσου Σχίντνι Βαριάντ, συχνά την αναλάμβανε ένας εύπορος κάτοικος. Την παραμονή, άλλοι χωριανοί συγκεντρώνονταν στο σπίτι του για να βοηθήσουν. Στη διάρκεια της γιορτής ανακοινωνόταν εκείνος που θα αναλάμβανε την επόμενη χρονιά, εξασφαλίζοντας τη συνέχειά της.
Το αντάμωμα μεταφέρεται στο Κίεβο
Η ρωσική εισβολή του 2022 και ο εκτοπισμός μεγάλου μέρους των ελληνικών κοινοτήτων άλλαξαν τη γεωγραφία αυτής της παράδοσης. Άνθρωποι που είχαν συνηθίσει να συναντιούνται στον τόπο τους χρειάστηκε να αναζητήσουν νέους χώρους για να ξαναβρεθούν.
Στις 25 Μαΐου 2024, το Πανοΰρ πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στο χώρο του εκθεσιακού συγκροτήματος της ουκρανικής πρωτεύουσας. Το επιτόπιο ρεπορτάζ του Σχίντνι Βαριάντ κατέγραψε τη συμμετοχή Ελλήνων από διαφορετικές περιοχές, πολλοί από τους οποίους ήταν πλέον εσωτερικά εκτοπισμένοι.
Η εκδήλωση είχε και φιλανθρωπικό χαρακτήρα: συγκεντρώθηκαν χρήματα για παιδιά στρατιωτικών που είχαν σκοτωθεί, αγνοούνταν ή βρίσκονταν σε αιχμαλωσία. Το αντάμωμα συνδεόταν έτσι με τις άμεσες ανάγκες οικογενειών που δοκιμάζονταν από τον πόλεμο.
Περισσότερα από 20 χορευτικά και μουσικά συγκροτήματα συμμετείχαν στη γιορτή, όπως είχε καταγράψει και το pontosnews.gr. Οι άνθρωποι που είχαν σκορπίσει σε διαφορετικές περιοχές ξαναβρήκαν για λίγες ώρες έναν κοινό τόπο αναφοράς.
Ακόμη και οι λεπτομέρειες κρατούσαν τη σύνδεση με τα παλιά πανηγύρια: στο κουρές, οι παλαιστές αγωνίστηκαν με έπαθλο ένα ζωντανό αρνί, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Κώστα Ονισένκο στο iefimerida.gr.

Στα τέλη του περασμένου Μαΐου, ενώ στη σκηνή του φεστιβάλ ελληνικού πολιτισμού «Πανηγύρι 2026» –και πάλι στην ουκρανική πρωτεύουσα– κυριαρχούσαν οι χοροί, η μουσική και οι γεύσεις της ελληνικής παράδοσης, σε έναν άλλο χώρο της διοργάνωσης εξελισσόταν μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική συζήτηση: αυτή για την ταυτότητα, τη μνήμη και το μέλλον του ελληνισμού της Ουκρανίας.
Η Μαριούπολη συναντά το Λβιβ
Η διαδρομή φέτος συνεχίστηκε και στη δυτική Ουκρανία. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2026, το Λβιβ φιλοξένησε για πρώτη φορά το Πανοΰρ, στους Μητροπολιτικούς Κήπους του Αγίου Γεωργίου.
Η επιλογή του τόπου συνδέεται με τη νέα πραγματικότητα της κοινότητας: μετά την εισβολή, Έλληνες από τη Μαριούπολη και άλλες περιοχές της Αζοφικής εγκαταστάθηκαν και στην περιφέρεια του Λβιβ.
Η γιορτή ξεκίνησε με κοινή προσευχή και συνεχίστηκε με πολιτιστικές εκδηλώσεις και παρουσιάσεις για την ιστορία των Ελλήνων της Ουκρανίας.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία Ελληνικών Συλλόγων Ουκρανάις, στο πρόγραμμα συνυπήρχαν ελληνικά και ουκρανικά τραγούδια, παραδοσιακοί χοροί, εργαστήρια και γεύσεις της Αζοφικής. Η κοινότητα ετοίμασε αρνί και πρόσφερε φαγητό στους επισκέπτες, διατηρώντας την πρακτική του κοινού κεράσματος.
Η Μαριούπολη ήταν παρούσα μέσα από τη μουσική, αλλά και μέσα από τα εκθέματα: παρουσιάστηκαν έργα της σχολής τέχνης που φέρει το όνομα του Άρχιππου Κουιντζή, υλικό του τοπικού ιστορικού μουσείου της πόλης και έκθεση για τη μετακίνηση των Ελλήνων από την Κριμαία στην Αζοφική.

Ένας φάκελος με τις μνήμες 35 συλλόγων
Πίσω από την επίσημη αναγνώριση προηγήθηκε μια συλλογική προσπάθεια τεκμηρίωσης. Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, η εντατική προετοιμασία διήρκεσε σχεδόν τρεις μήνες και συγκέντρωσε υλικό από 35 ελληνικούς συλλόγους, με τη συμμετοχή και ανθρώπων που έχουν εγκατασταθεί στο εξωτερικό.
Καταγράφηκαν αναμνήσεις και μαρτυρίες, αναζητήθηκαν τεκμήρια και συγκεντρώθηκαν εμπειρίες διαφορετικών γενεών. Ηλικιωμένοι και νέοι συμμετείχαν στην ίδια διαδικασία, ενώ η Ομοσπονδία ανέλαβε να συνθέσει το υλικό σε έναν κοινό φάκελο.

Όπως υπογραμμίζεται σε ανακοίνωση, η προετοιμασία της υποψηφιότητας λειτούργησε και ως διαδικασία επανασύνδεσης της κοινότητας. Άνθρωποι που ζουν πλέον μακριά ο ένας από τον άλλον συνεργάστηκαν γύρω από μια παράδοση που εξακολουθούν να αναγνωρίζουν ως δική τους.
Η ένταξη στον εθνικό κατάλογο συνοδεύεται από την ανάγκη διαφύλαξης της παράδοσης.
Η υπουργική απόφαση καλεί τις αρμόδιες περιφερειακές υπηρεσίες να συνεργαστούν με τις κοινότητες και τους φορείς που υπέβαλαν τις προτάσεις, να λάβουν υπόψη τις εισηγήσεις των ειδικών και να υποστηρίξουν την παρακολούθηση της βιωσιμότητας των εθίμων.

















