Ένα στέμμα, ένας μονοκέφαλος αετός και ο Άγιος Ευγένιος, προστάτης της Τραπεζούντας. Αυτά τα σύμβολα διέκρινε ο συγγραφέας Ιωάννης Μηλιόπουλος σε ένα ζωγραφισμένο λάβαρο, στους τοίχους του ναού του Αγίου Θεοδώρου Γαβρά. Η παράσταση ήταν ήδη ξεθωριασμένη.
Έμοιαζε όμως να κρατά ακόμη μέσα στο μικρό εκκλησάκι την ανάμνηση μιας μεγάλης εξουσίας: των Γαβράδων που είχαν κυβερνήσει τη Χαλδία πριν από την εποχή των Μεγάλων Κομνηνών.
Σήμερα το μνημείο δεν υπάρχει. Η γιορτή του αγίου στις 2 Οκτωβρίου οδηγεί σε μια ιστορία που διασώζεται σε συναξάρια, αυτοκρατορικά έγγραφα και παλιές καταγραφές ερειπίων. Ένας ναός γεννήθηκε για να τιμήσει τον στρατηγό που έγινε μάρτυρας, γύρω του συγκροτήθηκε πιθανότατα μια μονή και, αιώνες αργότερα, ό,τι απέμενε ισοπεδώθηκε για να περάσει ένας δρόμος!
Ένας άρχοντας που δεν χωρούσε εύκολα στα όρια της αυτοκρατορίας
Για να καταλάβουμε τη σημασία του ναού, πρέπει να επιστρέψουμε στην Τραπεζούντα του 11ου αιώνα. Ήταν πρωτεύουσα του θέματος Χαλδίας, σε μια περιοχή όπου η άμυνα της βυζαντινής επικράτειας συναντούσε τις φιλοδοξίες ισχυρών τοπικών οικογενειών.
Ο Θεόδωρος Γαβράς ξεχώρισε μέσα σε αυτή την… αναστάτωση.
Πολέμησε τους Σελτζούκους και ανέκτησε την Τραπεζούντα, ενώ η ισχύς του στη Χαλδία του επέτρεπε να κυβερνά με μεγάλη αυτονομία.
Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός αναγνώρισε την εξουσία του, αλλά οι σχέσεις τους παρέμεναν δύσκολες. Η Κωνσταντινούπολη χρειαζόταν έναν ικανό υπερασπιστή του Πόντου· συγχρόνως, είχε λόγους να ανησυχεί για έναν διοικητή που αντιμετώπιζε την περιοχή σχεδόν ως προσωπική του επικράτεια.
Το τέλος του ήρθε το 1098. Αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στη Θεοδοσιούπολη, το σημερινό Ερζερούμ, όπου μαρτύρησε. Στην εκκλησιαστική παράδοση, ο στρατηγός που υπερασπιζόταν τη Χαλδία έγινε μεγαλομάρτυρας. Και η οικογένειά του ανέλαβε να δώσει στη μνήμη του μια μόνιμη θέση μέσα στην πόλη.
Ο ναός που υποδέχτηκε την κάρα του αγίου
Στο πρώτο μισό του 12ου αιώνα, ο Κωνσταντίνος Γαβράς ανήγειρε ναό προς τιμή του. Η Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού ελληνισμού τοποθετεί την ανέγερση μεταξύ 1115 και 1140 και αναφέρει τον κτήτορα ως ανιψιό του αγίου.
Ο Κωνσταντίνος ήταν και ο ίδιος στρατιωτικός διοικητής της Χαλδίας: η οικογενειακή διαδοχή στην εξουσία συνδεόταν πλέον με τη διαφύλαξη της μνήμης του μάρτυρα.
Η εκκλησία βρισκόταν στη συνοικία του Αγίου Βασιλείου, κοντά και ανατολικά του ναού της Αγίας Άννας. Σύμφωνα με το συναξάρι, μετά την ανέγερσή της ο Κωνσταντίνος μετέφερε εκεί την κάρα του Θεοδώρου, με τιμητική πομπή.

Η υποδοχή του λειψάνου έδινε στον νέο ναό ιδιαίτερο βάρος. Η Τραπεζούντα αποκτούσε έναν τόπο λατρείας αφιερωμένο σε έναν άνθρωπο που είχε υπερασπιστεί την περιοχή και είχε πεθάνει για την πίστη του. Η μνήμη του μπορούσε πλέον να συνδέεται με συγκεκριμένο χώρο, με τη σύναξή του και με την ετήσια γιορτή του.
Η μονή μέσα στο χρυσόβουλο των Μεγάλων Κομνηνών
Η ιστορία του αρχικού κτίσματος έχει μεγάλα κενά. Ο ναός καταστράφηκε σε χρόνο και από αιτία που δεν γνωρίζουμε με ασφάλεια. Η μελέτη της Ελένης Μπαρμπαρίτσα, Ο άγιος Θεόδωρος Γαβράς και η λατρεία του στην Τραπεζούντα, θεωρεί πιθανό ότι γύρω από αυτόν αναπτύχθηκε αργότερα μοναστικό συγκρότημα.
Το 1364 η μονή εμφανίζεται σε χρυσόβουλο του Αλεξίου Γ’ Μεγάλου Κομνηνού για τους Βενετούς εμπόρους.
Το έγγραφο ορίζει την περιοχή που τους παραχωρείται, χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς το μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου Γαβρά: τα εδάφη βρίσκονταν χαμηλότερα από τη μονή, προς τη θάλασσα.
Έτσι, το μοναστήρι μπαίνει στο χάρτη της αυτοκρατορικής και εμπορικής Τραπεζούντας. Η ίδια πόλη που τιμά έναν τοπικό μάρτυρα διαπραγματεύεται με τη Βενετία, παραχωρεί προνόμια και οριοθετεί χώρους για τη δραστηριότητα των εμπόρων της. Και η μονή είναι πια αρκετά αναγνωρίσιμη ώστε να προσδιορίζει έναν τόπο μέσα σε επίσημη αυτοκρατορική πράξη.
Δύο κόγχες, τοιχογραφίες και ένα λάβαρο
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ιωάννης Μηλιόπουλος κατέγραψε ένα μικρό δίκογχο εκκλησάκι. Στην αριστερή κόγχη τιμούνταν ο Θεόδωρος Γαβράς και στη δεξιά ο Άγιος Δημήτριος. Θεωρούσε ότι το βόρειο τμήμα ενσωμάτωνε το ματρωνίκιο, πιθανόν τον γυναικωνίτη, του παλαιότερου ναού. Η ταύτιση αυτού του μικρού κτίσματος με το καθολικό της μονής παραμένει αβέβαιη.
Εντούτοις, όσα περιγράφει στους τοίχους του δίνουν μια εικόνα του χαμένου διάκοσμου.
Στην παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας ο Χριστός καθόταν σε θρόνο, πλαισιωμένος από τη Θεοτόκο και τον Πρόδρομο. Οι απόστολοι εικονίζονταν επίσης καθισμένοι, κρατώντας κώδικες, ενώ γύρω τους υπήρχαν μορφές αγίων και μαρτύρων.

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο της κρίσης, της σωτηρίας και της προσευχής εμφανιζόταν και το λάβαρο που ο συγγραφέας συνέδεσε με τον Κωνσταντίνο Γαβρά. Το στέμμα, ο αετός και ο Άγιος Ευγένιος επανέφεραν τη μνήμη του κτήτορα. Στους τοίχους ενός θρησκευτικού χώρου είχε αποτυπωθεί και η πολιτική κληρονομιά μιας οικογένειας.
Από τα ερείπια στο δρόμο – και στις Πέντε Βρύσες
Η μονή παρέμεινε σε ορθόδοξα χέρια μετά την οθωμανική κατάκτηση της Τραπεζούντας το 1461, αλλά τον 19ο αιώνα είχε ήδη ερειπωθεί. Η Ελένη Μπαρμπαρίτσα μνημονεύει μαρτυρία του Θεοφύλακτου Θεοφυλάκτου για πανηγυρική λειτουργία στο ναό τα Θεοφάνια του 1918. Πρόκειται για την τελευταία τέτοια λειτουργία που αναφέρει η μελέτη.

Η τελική εξαφάνιση ήρθε τη δεκαετία του 1960, με την επέκταση της οδού Kahraman Maraş Caddesi. Η πληροφορία συναντά την προφορική μαρτυρία που διασώζει η Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού ελληνισμού: το μοναστήρι γκρεμίστηκε για να ανοιχτεί δρόμος.
Η μνήμη του Αγίου Θεόδωρου Γαβρά απέκτησε νέα στέγη στην Ελλάδα. Στις 26 Νοεμβρίου 1978, το ιστορικό μοναστήρι ανιστορήθηκε στις Πέντε Βρύσες Λαγκαδά, με πρωτοβουλία του ομώνυμου σωματείου της Θεσσαλονίκης.

















