Τη λέξη σερπέσκα δεν την βρήκαμε στο Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου του Άνθιμου Παπαδόπουλου, την συναντήσαμε όμως σε διάφορα ποντιακά τραγούδια, είτε παραδοσιακά είτε σύγχρονα. Επιλέξαμε τρία από αυτά: το «Μαύρον λυκούδ’» (σε μουσική, στίχους και ερμηνεία του Αλέξη Παρχαρίδη), το «Ση μαχαλά σ’ ελάσκουμ’νε» (σε μουσική του Δημήτρη Παπαδόπουλου, στίχους του Σάββα Τσενεκίδη και ερμηνεία του Δημήτρη Ορφανίδη) και το παραδοσιακό «Τ’ οσπιτόπο σ’ πολλά μικρόν» (σε ερμηνεία της Αντωνίας Καραγιαννίδου).
Στο πρώτο, ο …πρωταγωνιστής διεκδικεί την ανεξαρτησία (ή την ηρεμία) του, και απειλεί τη γυναίκα του:

Στο δεύτερο και στο τρίτο όμως, η εικόνα είναι πιο γλυκιά.
Ο ανεκπλήρωτος έρωτας, η προσμονή ενός νεύματος:
Και:
Και στα τρία τραγούδια είτε τα ζώα (το λυκούδ’ και το κουτάβ’) είτε ο ερωτευμένος κάνουν το ίδιο ακριβώς:
Τα πρώτα ουρλιάζουν ανεξέλεγκτα, ο δεύτερος τραγουδάει το σεβντά του ελεύθερα, χωρίς καμία συστολή.
Αυτή ακριβώς είναι η έννοια του επιρρήματος σερπέσκα, που προέρχεται από το τουρκικό επίθετο serbest (επίρ.: serbestçe): «Ελεύθερα», με κάθε πιθανή έννοια (από «δωρεάν» μέχρι «χωρίς κανέναν περιορισμό»).



















