Για τους ναυτικούς που έπλεαν στον Εύξεινο Πόντο στα μέσα του 19ου αιώνα, οι ακτές του ήταν συνώνυμες με την αβεβαιότητα. Οι αιφνίδιες πυκνές ομίχλες, τα ισχυρά βόρεια ρεύματα και οι απόκρημνοι βράχοι έκαναν κάθε νυχτερινή προσέγγιση στα λιμάνια ρίσκο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, βλέποντας την εμπορική κίνηση των ατμόπλοιων να αυξάνεται ραγδαία αλλά αδυνατώντας να σηκώσει το οικονομικό και τεχνικό βάρος ενός σύγχρονου δικτύου σήμανσης, στράφηκε στη γαλλική τεχνογνωσία.
Το 1860, η διαχείριση και ο εκσυγχρονισμός των φάρων παραχωρήθηκαν στη γαλλική εταιρεία Compagnie Générale des Phares de l’Empire Ottoman, την οποία ίδρυσαν ο Γάλλος ναύαρχος Michel Paşa (Blaise-Jean-Marius Michel) και ο επιχειρηματίας Camille Collas.
Η κίνηση αυτή άλλαξε τους ναυτικούς χάρτες και την καθημερινότητα των παραθαλάσσιων ποντιακών κοινοτήτων.
Η γαλλική τεχνογνωσία στους ναυτικούς φάρους
Οι Γάλλοι μηχανικοί δεν περιορίστηκαν στην κατασκευή απλών πύργων όπως εκείνοι που ήδη υπήρχαν στον Εύξεινο Πόντο. Σχεδίασαν αυτόνομα συγκροτήματα που περιλάμβαναν την κατοικία του φαροφύλακα, αποθήκες καυσίμων (αρχικά χρησιμοποιούσαν φυτικά έλαια, στη συνέχεια πετρέλαιο) και ειδικούς χώρους προστασίας του εξοπλισμού από τη θαλασσινή αλμύρα.
Το μεγάλο άλμα στη ναυσιπλοΐα ήρθε με την τοποθέτηση των περίφημων διοπτρικών φακών Fresnel, κατασκευασμένων στα παρισινά εργαστήρια Barbier, Bernard & Turenne.
Με ένα σύστημα από πρίσματα και κάτοπτρα, οι φακοί αυτοί συμπύκνωναν το φως της λυχνίας, κάνοντάς το ορατό σε αποστάσεις έως και 15-20 ναυτικών μιλίων.

Οι φάροι του Πόντου
- Φάρος Ιντζέμπουρούν (Σινώπη): Κατασκευάστηκε το 1863 στο βορειότερο άκρο της Μικράς Ασίας. Πρόκειται για έναν λευκό οκταγωνικό πύργο ύψους 12 μέτρων, χτισμένο πάνω σε έναν άγριο βράχο. Το εστιακό του ύψος φτάνει τα 26 μέτρα από τη στάθμη της θάλασσας. Η τοποθεσία του ήταν κρίσιμη, καθώς προειδοποιούσε τα πλοία πριν παρασυρθούν στα επικίνδυνα αβαθή της χερσονήσου.

- Φάρος Γιόρος: Κατασκευάστηκε το 1886 στο ακρωτήριο Γιόρος, 25 χιλιόμετρα δυτικά της Τραπεζούντας. Ο πύργος, ύψους 14 μέτρων, βρίσκεται σε εστιακό ύψος 30 μέτρων. Αποτελούσε τον «φάρο οδηγό» για τα εμπορικά σκάφη που προσέγγιζαν το μεγαλύτερο λιμάνι του Ανατολικού Πόντου, την αφετηρία των καραβανιών προς την Περσία.

- Φάρος Φαναρίου Λιμένος Τραπεζούντας: Μικρότερος φάρος εισόδου, απαραίτητος για τους ελιγμούς των πλοίων κατά τη διάρκεια της νύχτας μέσα στον όρμο.

- Φάρος Κερασούντας: Τοποθετημένος στην άκρη της βραχώδους χερσονήσου της πόλης, διευκόλυνε την προσέγγιση των πλοίων που φορτώναν φουντούκια, καπνά και μεταλλεύματα.

- Φάρος Κοτύωρων: Σταθμός ασφαλούς προσόρμισης για τα ατμόπλοια της γραμμής Κωνσταντινούπολη–Σαμψούντα–Βατούμ, που συχνά ταξίδευαν με επιβάτες και ταχυδρομείο.

Πώς ζούσαν οι φαροφύλακες
Πίσω από τη σταθερή λαμπρότητα του φωτός βρίσκονταν οι άνθρωποι. Οι φαροφύλακες, συχνά ντόπιοι που προσλαμβάνονταν από τη γαλλική εταιρεία, ζούσαν με τις οικογένειές τους δίπλα στον πύργο. Η εργασία τους ήταν εξαιρετικά απαιτητική:
- Έπρεπε να κουρδίζουν χειροκίνητα τους μηχανισμούς περιστροφής των φακών καθώς αυτοί λειτουργούσαν με αντίβαρα, παρόμοια με τα ρολόγια τοίχου. Η διαδικασία γινόταν κάθε 2 έως 4 ώρες καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας.
- Η κάπνα από το πετρέλαιο και η αλμύρα της θάλασσας απαιτούσαν καθημερινό, προσεκτικό καθαρισμό των γυάλινων επιφανειών.
- Τις μέρες με μηδενική ορατότητα, οι φαροφύλακες χτυπούσαν χειροκίνητα βαριές καμπάνες ή πυροδοτούσαν ηχητικά σήματα για να προειδοποιούν τα σκάφη που έπλεαν στα τυφλά.
Οι φάροι άλλαξαν πολλά
Η εγκατάσταση των φάρων μείωσε κατακόρυφα τα ναυάγια και άλλαξε τον ρυθμό της ζωής στα λιμάνια του Πόντου.
Μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες της εποχής, όπως η αυστριακή Lloyd, η γαλλική Messageries Maritimes, αλλά και ελληνικές ατμοπλοϊκές εταιρείες, ένταξαν την Τραπεζούντα, τη Σαμψούντα και την Κερασούντα σε σταθερά εβδομαδιαία δρομολόγια.
Η ασφαλής ναυσιπλοΐα επέτρεψε στους Πόντιους εμπόρους να εξάγουν με συνέπεια τα προϊόντα της ενδοχώρας προς τις αγορές της Ευρώπης, ενισχύοντας την αστική τάξη των παραθαλάσσιων πόλεων.
Χιλιάδες ταξιδιώτες, μεταναστεύοντες και έμποροι μετακινούνταν πλέον με μεγαλύτερη σιγουριά στα νερά του Εύξεινου Πόντου.
Από τους Γάλλους στους Τούρκους διαχειριστές
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή πληθυσμών, η γαλλική εταιρεία διατήρησε τη διαχείριση του δικτύου έως το 1933. Τότε, η Τουρκική Δημοκρατία εξαγόρασε τα δικαιώματα και η ευθύνη πέρασε στη Γενική Διεύθυνση Παράκτιας Ασφάλειας της Τουρκίας (Kıyı Emniyeti Genel Müdürlüğü).
Σήμερα, οι ιστορικοί φάροι της Σινώπης, της Τραπεζούντας και της Κερασούντας συνεχίζουν να λειτουργούν.
Παρότι οι λυχνίες πετρελαίου έχουν αντικατασταθεί από αυτόματα ηλιακά πάνελ και συστήματα LED, κάποιοι από τους πέτρινους πύργους του 19ου αιώνα παραμένουν στη θέση τους. Μνημεία της ναυτικής ιστορίας και μάρτυρες μιας εποχής που το φως τους έδινε ελπίδα στους θαλασσοδαρμένους του Ευξείνου Πόντου.

















