Η τριήμερη επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελλόριζο παρουσιάστηκε από μεγάλο μέρος των ελληνικών μέσων ενημέρωσης ως κίνηση υψηλού συμβολισμού και αποφασιστικό μήνυμα προς την Τουρκία. Ο πρωθυπουργός συναντήθηκε με τις τοπικές αρχές, επισκέφθηκε έργα και υποδομές, βρέθηκε στη Ρω και στη Στρογγύλη, επιθεώρησε στρατιωτικές μονάδες και παρέστη στις εκδηλώσεις για την 83η επέτειο απελευθέρωσης του νησιού.
Παράλληλα, εξήγγειλε ολοκληρωμένο σχέδιο στήριξης του Καστελλόριζου και δήλωσε ότι «σταθερότητα δεν σημαίνει υποχωρητικότητα» και ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ανεχθεί τετελεσμένα. Συνέδεσε, επίσης, την παρουσία του στο νησί με την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας, την προμήθεια νέων οπλικών συστημάτων και την υλοποίηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Η επίσκεψη ήταν ασφαλώς σωστή. Το παράδοξο βρίσκεται αλλού: γιατί θεωρείται εθνικό κατόρθωμα η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού σε ελληνική επικράτεια; Γιατί πανηγυρίζουμε για κάτι που σε μια πραγματικά κανονική κατάσταση θα ήταν αυτονόητο;
Μήπως έχουμε φτάσει στο σημείο όπου η φυσική παρουσία της ελληνικής πολιτείας στα νησιά της χρειάζεται να παρουσιάζεται ως πράξη γενναιότητας; Σε λίγο θα πηγαίνουμε στα νησιά με διαβατήριο;
Ο ενθουσιασμός ορισμένων μέσων ενημέρωσης είναι αποκαλυπτικός της υποχώρησης που έχει ήδη συντελεστεί στο επίπεδο των συμβολισμών. Η επίσκεψη ενός πρωθυπουργού σε ελληνικό έδαφος παρουσιάζεται σχεδόν ως γεωπολιτική αντεπίθεση. Όταν, όμως, το αυτονόητο μετατρέπεται σε είδηση εθνικής ανάτασης, σημαίνει ότι έχει προηγηθεί μια μακρά περίοδος κατά την οποία η τουρκική αμφισβήτηση κατόρθωσε να επιβάλει τη δική της γλώσσα στη δημόσια συζήτηση.
Η Άγκυρα αντέδρασε έντονα. Τουρκικά μέσα χαρακτήρισαν την επίσκεψη «παράνομη», «προκλητική» και «επικίνδυνο πολιτικό σόου», αμφισβητώντας ακόμη και το καθεστώς της Ρω και της Στρογγύλης. Ακολούθησε ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας, το οποίο ισχυρίστηκε ότι η παρουσία ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και πολεμικών πλοίων παραβιάζει το υποτιθέμενο αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς του Καστελλόριζου και προειδοποίησε ότι οι ελληνικές κινήσεις «δεν θα γίνουν αποδεκτές».
Η τουρκική στρατηγική είναι σταδιακή. Πρώτα επιδιώκει να περιορίσει την αμυντική δυνατότητα των ελληνικών νησιών, απαιτώντας την αποστρατιωτικοποίησή τους ενώ διατηρεί απέναντί τους ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και την απειλή πολέμου. Κατόπιν αμφισβητεί την επήρειά τους στις θαλάσσιες ζώνες. Στη συνέχεια θέτει ζήτημα «ασαφούς καθεστώτος» για μικρότερα νησιά και βραχονησίδες.
Με άλλα λόγια, σε πρώτη φάση επιδιώκεται η στρατηγική ουδετεροποίηση των νησιών. Αργότερα, βλέπουμε. Μια περιοχή που δεν μπορεί να αμυνθεί εύκολα μετατρέπεται σταδιακά σε περιοχή περιορισμένης κυριαρχίας. Και μια κυριαρχία που ασκείται με φόβο μήπως «προκληθεί» ο γείτονας καταλήγει να υπάρχει μόνο στα χαρτιά.
Η επίσκεψη Μητσοτάκη είχε σχεδιαστεί εβδομάδες νωρίτερα και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απλή απάντηση στην παρουσία του Ιμπραήμ Καλίν στην Αθήνα. Η χρονική ακολουθία, όμως, έχει πολιτική σημασία. Ο επικεφαλής της τουρκικής ΜΙΤ συναντήθηκε με τον διοικητή της ΕΥΠ και στη συνέχεια με τον πρωθυπουργό στο Μέγαρο Μαξίμου. Στην ατζέντα βρέθηκαν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, η Συρία, η Λιβύη, η Ανατολική Μεσόγειος και η ένταση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο Καλίν δεν μετέφερε τελεσίγραφο και εμφανίστηκε να επιθυμεί τη διατήρηση χαμηλών τόνων. Η τουρκική θέση, ωστόσο, παρέμεινε απόλυτη τόσο ως προς την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών όσο και ως προς τον περιορισμό της επήρειας του Καστελλόριζου πέρα από τα έξι ναυτικά μίλια.
Άρα τι σημαίνουν οι «χαμηλοί τόνοι»; Να μη φωνάζει η Τουρκία όταν αμφισβητεί ελληνικά δικαιώματα ή να μη μιλά η Ελλάδα για να μη διαταράξει το κλίμα;
Η αποκλιμάκωση έχει αξία όταν είναι αμοιβαία. Όταν, όμως, συνοδεύεται από αμετακίνητες μονομερείς αξιώσεις, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό εξοικείωσης με την αμφισβήτηση.
Πίσω από τη νέα ένταση βρίσκεται και η εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ στην άμυνα, στην ενέργεια, στις θαλάσσιες υποδομές και στην ασφάλεια. Η κοινή διακήρυξη των τριών χωρών προβλέπει ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας, προστασία των θαλάσσιων οδών και των κρίσιμων υποδομών, ενεργειακές διασυνδέσεις και επαναβεβαίωση του σχήματος «3+1» με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Περιλαμβάνει, μάλιστα, πρόσκληση προς άλλους ομοϊδεάτες εταίρους να συμμετάσχουν στο ευρύτερο πλαίσιο.
Αυτό ακριβώς ανησυχεί την Τουρκία. Δεν φοβάται απλώς μια τριμερή συνάντηση ή μερικές κοινές ασκήσεις. Φοβάται τη δημιουργία μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής που θα συνδέει την Ελλάδα και την Κύπρο με το Ισραήλ, τις ΗΠΑ, την Αίγυπτο και πιθανώς άλλες αραβικές και ευρωπαϊκές χώρες. Μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητα της Άγκυρας να εμφανίζεται ως ο μοναδικός αναντικατάστατος κόμβος μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.
Τι θα κάνουν οι Αμερικανοί; Πιθανότατα θα συνεχίσουν τη γνωστή διπλή στρατηγική τους. Θα ενισχύουν το «3+1», τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τις αμυντικές σχέσεις με Ελλάδα και Κύπρο, όπως δείχνει και η ανανέωση της άρσης των αμερικανικών περιορισμών στην πώληση αμυντικού υλικού προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Ταυτόχρονα, θα προσπαθούν να συγκρατήσουν την Τουρκία μέσα στο δυτικό στρατόπεδο, επειδή παραμένει σημαντική χώρα του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά και διαθέτει κρίσιμη γεωγραφική θέση.
Η Ουάσιγκτον δεν θα επιλέξει εύκολα ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα. Θα υποστηρίξει συνεργασίες που υπηρετούν τη δική της στρατηγική, αλλά θα πιέζει για αποκλιμάκωση όταν θεωρεί ότι απειλείται η συνοχή του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό η Ελλάδα δεν μπορεί να αναθέτει την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων σε τρίτους.
Και η Αθήνα; Η επίσκεψη ήταν μια αναγκαία συμβολική απάντηση, αλλά οι συμβολισμοί δεν αρκούν. Η κυριαρχία ασκείται καθημερινά: με μόνιμο πληθυσμό, σχολεία, γιατρούς, ακτοπλοϊκές και αεροπορικές συνδέσεις, ενεργειακή επάρκεια, οικονομική ζωή, αμυντική δυνατότητα και σαφείς κόκκινες γραμμές.
Αν το Καστελλόριζο κατοικείται, αναπτύσσεται και προστατεύεται, η ελληνική κυριαρχία δεν χρειάζεται θεατρικές επιβεβαιώσεις. Αν εγκαταλείπεται και θυμόμαστε την ύπαρξή του μόνο όταν αντιδρά η Τουρκία, τότε κάθε πρωθυπουργική επίσκεψη θα παρουσιάζεται ως εθνικός άθλος.
Και θα εξακολουθούμε να πανηγυρίζουμε κάθε φορά που ένας Έλληνας πρωθυπουργός επισκέπτεται την Ελλάδα –μέχρι να αναρωτηθούμε, χωρίς πλέον ίχνος υπερβολής: σε λίγο θα πηγαίνουμε στα νησιά με διαβατήριο;

















