Στις 9 Σεπτεμβρίου 2022, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Κορντόν της Σμύρνης για τον εορτασμό των 100 χρόνων από την «απελευθέρωση της Ιζμίρ». Ελικόπτερα… χόρεψαν ζεϊμπέκικο στον αέρα, ακολούθησαν λαμπαδηδρομία, μια γιγαντιαία θεατρική παραγωγή και η συναυλία του Τούρκου σταρ Tarkan.
Στη σκηνή έγινε αναπαράσταση των κορυφαίων στιγμών της τουρκικής εθνικής αφήγησης και η σημαία υψώθηκε στο Διοικητήριο.
Ύστερα, για περίπου τριάντα δευτερόλεπτα, οι τεράστιες οθόνες έγιναν γκρίζες και μαύρες. Καπνός και φλόγες σκέπασαν τη σιλουέτα της πόλης. Η αφήγηση σταμάτησε. Κανείς δεν είπε τι καιγόταν, ποιοι ζούσαν εκεί ή ποιοι χάθηκαν. Αμέσως μετά, χορευτές όρμησαν στη σκηνή και η φωνή του αφηγητή ανακοίνωσε: «Τώρα είναι 1923».
Αυτά τα τριάντα δευτερόλεπτα βρίσκονται στο κέντρο της έρευνας του Εγκέ Μεχμέτ Ακμάν (Ege Mehmet Akman), ενός Τούρκου ερευνητή που μελετά όσα η επίσημη ιστοριογραφία της χώρας του άφησε στο σκοτάδι.
Στη μεταπτυχιακή του διατριβή στο Πανεπιστήμιο Sabancı, με τίτλο Surviving Ruins and Stories of Smyrna/İzmir: Centennial Memories of the Great Fire of 1922, εξετάζει πώς θυμάται σήμερα η Σμύρνη τη Μεγάλη Πυρκαγιά – και κυρίως πώς εξακολουθεί να μην την θυμάται.

Η φωτιά ήταν εκεί, αλλά χωρίς ανθρώπους
Η πυρκαγιά άρχισε στις 13 Σεπτεμβρίου 1922 (σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο) και κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών και αρμενικών συνοικιών. Έναν αιώνα αργότερα, το κοινό του επετειακού θεάματος στεκόταν ουσιαστικά πάνω στη ζώνη της καταστροφής. Η φωτιά εμφανίστηκε μπροστά του, όμως αποσυνδεδεμένη από τα θύματα, τις κοινότητες και την απώλεια.
Για τον Εγκέ Μεχμέτ Ακμάν, η σκηνή αποτυπώνει την αμφιθυμία της σύγχρονης Σμύρνης απέναντι στο παρελθόν της: η καταστροφή μπορεί να είναι ορατή και ταυτόχρονα απούσα.
Το γεγονός αναγνωρίζεται ως μια σύντομη μετάβαση ανάμεσα στη στρατιωτική νίκη του 1922 και την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923, αλλά δεν γίνεται χώρος μνήμης ή πένθους.

Η ίδια αντίφαση διαπέρασε και τις εκθέσεις της εκατονταετηρίδας. Η έκθεση «Ateş Çemberinde İzmir» («Η Σμύρνη σε κλοιό φωτιάς»), που εγκαινιάστηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2022, ήταν η εκτενέστερη που είχε αφιερωθεί μέχρι τότε στην πυρκαγιά. Διέθετε φωτογραφίες, καρτ ποστάλ και μεγάλη εγκατάσταση με τη ζώνη που κάηκε.
Ωστόσο, η αφήγησή της οργανώθηκε σε τρία μέρη: τον τουρκικό «Εθνικό Αγώνα», τις πυρκαγιές στη δυτική Μικρά Ασία που αποδίδονται στον ελληνικό στρατό και, τέλος, τη Μεγάλη Πυρκαγιά της Σμύρνης.
Έτσι, κατά την ανάγνωση του Εγκέ Μεχμέτ Ακμάν, το βάρος μετατοπίστηκε από την κατεστραμμένη πόλη στις φωτιές που την «περικύκλωναν». Ένας χάρτης σημείωνε μάλιστα τη Σμύρνη ανάμεσα στις «πόλεις που έκαψαν οι Έλληνες», ενώ το τμήμα για την ίδια τη Μεγάλη Πυρκαγιά απέφευγε να διατυπώσει ευθέως ποιος έφερε την ευθύνη.
Οι γειτονιές χωρίς όνομα
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η μικρότερη δημοτική φωτογραφική έκθεση «Büyük İzmir Yangını 1922», που άνοιξε ακριβώς στην εκατονταετηρίδα της φωτιάς, μέσα στο Kültürpark. Οι εικόνες παρουσίαζαν κυρίως ελληνικές και αρμενικές συνοικίες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την καταστροφή.
Όμως, στις λεζάντες, αυτές περιγράφονταν απλώς ως «ορισμένα κτήρια και γειτονιές ιστορικής σημασίας».
Τα ονόματα των ανθρώπων και των κοινοτήτων είχαν αφαιρεθεί. Δεν εξηγούνταν επίσης ότι ο ίδιος ο εκθεσιακός χώρος βρισκόταν επάνω στην παλιά ζώνη της πυρκαγιάς. Το σημερινό Kültürpark, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της Σμύρνης, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις άλλοτε ελληνικές, αρμενικές και φραγκικές συνοικίες.
Δηλαδή, η επίσημη πόλη έδειχνε φωτογραφίες του χαμένου τόπου χωρίς να κατονομάζει ούτε εκείνους που τον κατοικούσαν ούτε το έδαφος πάνω στο οποίο στέκονταν οι επισκέπτες.
Μια μικρή ρωγμή σε αυτή τη σιωπή εντοπίζει ο Τούρκος ερευνητής στο «Σπίτι Μνήμης των 100 Χρόνων», που άνοιξε στις 16 Σεπτεμβρίου 2022. Στην αρχική πρόσκληση του δήμου για τη συγκέντρωση κειμηλίων απαριθμούνταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατοχή, ο Εθνικός Αγώνας, η «απελευθέρωση» της Σμύρνης, η ανακήρυξη της Δημοκρατίας και οι μεταρρυθμίσεις του Μουσταφά Κεμάλ – όχι όμως η Μεγάλη Πυρκαγιά.
Κι όμως, σε έναν επάνω όροφο δημιουργήθηκε η εγκατάσταση «Όσα φαίνονται από το παράθυρο». Χωρίς αναλυτικό κείμενο, ένα παράθυρο άνοιγε οπτικά προς την παραλία την ώρα της φωτιάς, ενώ μια προβολή παρουσίαζε φωτογραφίες και κατάλογο κτηρίων που καταστράφηκαν. Για μια στιγμή, τα ονόματα χαμένων ελληνικών, αρμενικών και λεβαντίνικων τόπων επέστρεφαν στο δημόσιο βλέμμα.
Ο «Γκιαούρ Μαχαλάς» που ξέχασε τη γειτονιά
Λίγους μήνες αργότερα, η έκθεση «Gavur Mahallesi» («Γκιαούρ Μαχαλάς» ή «Γειτονιά των απίστων») του Αχμέτ Γκιουνεστεκίν (Ahmet Güneştekin) προσέλκυσε πάνω από 1,5 εκατ. επισκέπτες σε έξι μήνες.
Παρουσιάστηκε στο περίπτερο Atlas, στην καρδιά του Kültürpark, και μιλούσε για την πολιτισμική ποικιλία, τη μετανάστευση και την ανταλλαγή πληθυσμών.
Σύμφωνα με την έρευνα, δεν περιλάμβανε καμία κειμενική ή οπτική αναφορά στους ίδιους τους «γκιαούρ μαχαλάδες», στη φωτιά ή στη ζώνη της καταστροφής – μολονότι η έκθεση βρισκόταν ακριβώς πάνω στα ίχνη τους.
Η λήθη λοιπόν, λέει ο Τούρκος ερευνητής, δεν προκύπτει μόνο όταν ένα γεγονός απουσιάζει. Παράγεται και όταν εμφανίζονται οι φλόγες χωρίς τα θύματα, τα κτήρια χωρίς τις κοινότητες, η ποικιλία χωρίς τη βίαιη εξαφάνισή της.

Η πρώτη δημόσια μνήμη ήρθε 90 χρόνια μετά
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2012, μόλις περίπου 20 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν κοντά στο Konak Pier. Άφησαν στο νερό ένα μικρό ομοίωμα πλοίου με μια φωτογραφία προσφύγων, άναψαν κεριά και έριξαν λουλούδια στη θάλασσα. Τα πανό τους έγραφαν: «13-18 Σεπτεμβρίου 1922, Πυρκαγιά της Ιζμίρ – να μην ξανασυμβεί».
Ήταν, σύμφωνα με τον Εγκέ Μεχμέτ Ακμάν, η πρώτη δημόσια εκδήλωση μνήμης για τη φωτιά στην ίδια την πόλη – ενενήντα χρόνια μετά.
Οι διοργανωτές μίλησαν για τους Σμυρνιούς διαφορετικών γλωσσών και θρησκειών που χάθηκαν και ζήτησαν μια μικρή αναμνηστική επιγραφή στην παραλία. Το αίτημα δεν είχε υλοποιηθεί έως την ολοκλήρωση της έρευνας.
Πάντως, η διατριβή καταγράφει και την αντίθετη κίνηση: καλλιτέχνες, ακτιβιστές, περίπατοι μνήμης και προσωρινές εγκαταστάσεις επιχειρούν να επαναφέρουν τις παλιές ονομασίες και να συνδέσουν τα σωζόμενα ερείπια με όσους έζησαν εκεί. Δεν συγκροτούν ακόμη μια επίσημη μνήμη. Δημιουργούν όμως τις προϋποθέσεις για να ειπωθεί αυτό που επί έναν αιώνα έμενε χωρίς λέξεις.

















