Για δεκαετίες, η Σουηδία αποτέλεσε στη συλλογική ευρωπαϊκή φαντασία κάτι σαν πρότυπο: ισχυρό κοινωνικό κράτος, υψηλοί μισθοί, δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνική ασφάλεια και προοδευτικές πολιτικές.
Κι όμως, δύο ημέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου, οι λέξεις που κυριαρχούν στην προεκλογική συζήτηση είναι πολύ λιγότερο ειδυλλιακές: υγεία, εγκληματικότητα, σχολείο, ανεργία, ακριβή στέγη και αγοραστική δύναμη.
Στην τελευταία τηλεμαχία των οκτώ κοινοβουλευτικών κομμάτων συζητήθηκαν ακριβώς αυτά. Πώς θα τονωθεί η απασχόληση σε μια χώρα με περίπου μισό εκατομμύριο ανέργους; Πώς θα γίνει ξανά προσιτή η κατοικία; Πώς θα βελτιωθούν οι επιδόσεις των μαθητών; Και πώς θα διασφαλιστεί η ασφάλεια σε έναν κόσμο ολοένα πιο συγκρουσιακό;
Κατά συνέπεια, η κάλπη της Κυριακής αφορά και το κατά πόσο το περίφημο σουηδικό μοντέλο εξακολουθεί να λειτουργεί για τον μέσο πολίτη.
Το κράτος πρόνοιας δεν θεωρείται πλέον αυτονόητο
Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σουηδικής αναμέτρησης είναι ότι μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορά ακριβώς όσα η χώρα θεωρείται ότι έχει ήδη λύσει.
Η επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών Μαγκνταλένα Άντερσον έθεσε στο επίκεντρο την ακρίβεια και τη δυσκολία πρόσβασης στη στέγη.
«Όλο και λιγότεροι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους να αποκτήσουν ιδιοκτησία. Η ζωή του απλού πολίτη έχει γίνει υπερβολικά ακριβή», είπε στην τηλεμαχία, συνδέοντας το πρόβλημα με την αύξηση της ανεργίας και την πίεση που δέχονται τα εισοδήματα.
Απέναντί της, ο απερχόμενος πρωθυπουργός των Μετριοπαθών Ουλφ Κρίστερσον υπερασπίζεται την πορεία της χώρας και απορρίπτει την εικόνα παρακμής.
«Μην μιλάτε άσχημα για τη Σουηδία», απάντησε, υπογραμμίζοντας την ισχυρή παρουσία σουηδικών επιχειρήσεων στην παγκόσμια οικονομία και ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας.
Πίσω από αυτή την αντιπαράθεση βρίσκεται ένα πολύ πρακτικό ερώτημα: πόσο καλά λειτουργούν σήμερα η υγεία, η παιδεία και το κοινωνικό κράτος που έκαναν τη Σουηδία διεθνές πρότυπο;
Η εγκληματικότητα άλλαξε την πολιτική συζήτηση
Υπάρχει όμως και μια άλλη Σουηδία, αρκετά διαφορετική από την εικόνα της εξαιρετικά ασφαλούς βορειοευρωπαϊκής κοινωνίας.
Η δράση εγκληματικών δικτύων, οι πυροβολισμοί και η στρατολόγηση πολύ νεαρών ατόμων από συμμορίες έχουν μετατρέψει την ασφάλεια σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά ζητήματα των τελευταίων ετών.
Η κυβέρνηση Κρίστερσον έχει προχωρήσει σε σημαντική σκλήρυνση της πολιτικής για την εγκληματικότητα, με αυστηρότερες ποινές και ενίσχυση των εξουσιών των αρχών.
Το δίλημμα παραμένει: περισσότερη καταστολή ή μεγαλύτερη επένδυση στην πρόληψη και την κοινωνική πολιτική;
Η μετανάστευση και η μεγάλη στροφή
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η μετατόπιση της Σουηδίας στο Μεταναστευτικό. Η χώρα που το 2015 άνοιξε τις πόρτες της σε περισσότερους από 160.000 αιτούντες άσυλο έχει πλέον ένα σαφώς αυστηρότερο πλαίσιο.
Η κυβέρνηση έχει περιορίσει τη δυνατότητα μόνιμης παραμονής, έχει αυστηροποιήσει τις προϋποθέσεις για τους μετανάστες και έχει υιοθετήσει πολιτικές που πριν από μία δεκαετία δύσκολα θα συνδέονταν με τη Σουηδία.
Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η μετατόπιση φέρει και τη σφραγίδα των αντιμεταναστευτικών Δημοκρατών της Σουηδίας (SD). Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό διακύβευμα των εκλογών.
Θα μπουν οι Δημοκράτες της Σουηδίας στην κυβέρνηση;
Οι Δημοκράτες της Σουηδίας στηρίζουν από το 2022 την κυβέρνηση Κρίστερσον χωρίς να συμμετέχουν επισήμως σε αυτήν. Τώρα ζητούν υπουργικά χαρτοφυλάκια.
Το 2022 είχαν ήδη ξεπεράσει τους Μετριοπαθείς και αναδείχθηκαν δεύτερη πολιτική δύναμη της χώρας με περίπου 20%. Σε περίπτωση νέας νίκης του δεξιού μπλοκ, η είσοδός τους στην κυβέρνηση βρίσκεται πλέον ανοιχτά στο τραπέζι.
Αν συμβεί, θα είναι η πρώτη φορά που το SD θα αποκτήσει άμεση κυβερνητική εξουσία.
Έτσι, ένα από τα ερωτήματα της Κυριακής είναι και κατά πόσο η σουηδική κοινωνία είναι έτοιμη να μετατρέψει ένα κόμμα που πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος σε κανονικό κυβερνητικό εταίρο.
Η Ρωσία μπήκε στην προεκλογική μάχη
Τις τελευταίες ημέρες προστέθηκε και ένας ακόμη παράγοντας: η Ρωσία.
Το ίδρυμα Expo, που παρακολουθεί την εξέλιξη της σουηδικής άκρας δεξιάς, αποκάλυψε ότι εργαζόμενη των Δημοκρατών της Σουηδίας στο κοινοβούλιο είχε επανειλημμένα αναπαράγει φιλορωσική προπαγάνδα.
Η Μαγκνταλένα Άντερσον αξιοποίησε αμέσως την υπόθεση στην τηλεμαχία. «Τη Δευτέρα θα μπορούσαμε να ξυπνήσουμε με μια κυβέρνηση στην οποία τα κλειδιά του υπουργείου Άμυνας να έχουν οι Δημοκράτες της Σουηδίας», προειδοποίησε.
Το θέμα αποκτά ιδιαίτερο βάρος για μια χώρα που εγκατέλειψε πρόσφατα δεκαετίες στρατιωτικής ουδετερότητας, εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και βρίσκεται γεωγραφικά κοντά στη Ρωσία.
Και η μάχη κρίνεται στο νήμα
Μέχρι πριν από λίγους μήνες, η επιστροφή της Μαγκνταλένα Άντερσον στην πρωθυπουργία έμοιαζε αρκετά πιθανή. Η εικόνα πλέον είναι πολύ πιο αμφίρροπη.
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της Novus, τα τέσσερα κόμματα της Αριστεράς και του Κέντρου συγκεντρώνουν περίπου 50,7%, έναντι 48,1% των τεσσάρων σχηματισμών της Δεξιάς.
Ακόμη και αν επικρατήσει το κεντροαριστερό μπλοκ, πάντως, δεν είναι καθόλου βέβαιο τι κυβέρνηση θα προκύψει. Τα κόμματα που το συγκροτούν δεν έχουν συμφωνήσει ακόμη πλήρως ούτε στη μορφή ούτε στους όρους μιας μελλοντικής συνεργασίας.
Έτσι, η χώρα που συχνά παρουσιάζεται στην υπόλοιπη Ευρώπη ως κοινωνικό πρότυπο πηγαίνει στις κάλπες με ερωτήματα εξαιρετικά γνώριμα.
Πόσο ισχυρό κοινωνικό κράτος μπορεί να χρηματοδοτήσει; Πώς αντιμετωπίζει το οργανωμένο έγκλημα; Πόσο αυστηρή θέλει να γίνει απέναντι στη μετανάστευση; Πώς προστατεύεται από μια Ρωσία που βρίσκεται πλέον πολύ ψηλότερα στη λίστα των απειλών; Και, τελικά, πόσο προς τα δεξιά είναι διατεθειμένη να μετακινηθεί για να απαντήσει σε όλα αυτά;

















