Η μνήμη της Επτακώμου Σάντας, μιας από τις ιστορικές κοινότητες του Πόντου που γνώρισαν τη βία, τον ξεριζωμό και την καταστροφή, βρέθηκε στο επίκεντρο εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου στο Χιούστον του Τέξας.
Η ελληνική ομογένεια συγκεντρώθηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου για να τιμήσει τους ανθρώπους που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα της Σάντας, στις 11 Σεπτεμβρίου 1921, και να κρατήσει ζωντανή την ιστορία τους 105 χρόνια αργότερα.
Την εκδήλωση διοργάνωσε το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Νοτιοδυτικών Πολιτειών, ενώ το μνημόσυνο τέλεσε ο π. Λουκάς Παλουμπής, μαζί με τον π. Δημήτριο και τον π. Ιωάννη. Στο επίκεντρο δεν βρέθηκε μόνο η θρησκευτική μνήμη των θυμάτων, αλλά και η ανάγκη να μεταφέρεται η ιστορική γνώση στις νεότερες γενιές.
Ο πρόεδρος του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου, Ιωάννης Ρεμεντιάκης, υπογράμμισε ότι η αναφορά στο παρελθόν δεν έχει στόχο την αναζωπύρωση του μίσους, αλλά την ευθύνη απέναντι σε εκείνους που δεν μπορούν πλέον να αφηγηθούν οι ίδιοι την ιστορία τους.
«Δεν συγκεντρωνόμαστε για να καλλιεργήσουμε το μίσος ούτε για να ανοίξουμε ξανά πληγές. Συγκεντρωνόμαστε γιατί η μνήμη είναι υποχρέωση. Όταν τα θύματα δεν μπορούν πλέον να αφηγηθούν την ιστορία τους, η ευθύνη περνά σε εμάς».

Ο ίδιος έκανε αναφορά και στην ημερομηνία της 11ης Σεπτεμβρίου, επισημαίνοντας ότι τα γεγονότα του 1921 και της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 είναι ασφαλώς διαφορετικά μεταξύ τους, όμως η μνήμη μπορεί να λειτουργήσει ως προειδοποίηση απέναντι στη μισαλλοδοξία, τον φανατισμό, τον εξτρεμισμό και την απανθρωποποίηση του άλλου.
Στην εκδήλωση παρέστη και ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Χιούστον, Λάμπρος Κακίσης, ο οποίος αναφέρθηκε στη μνήμη ως ευθύνη απέναντι στα θύματα. Όπως τόνισε, η ιστορική μνήμη δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά μπορεί να αποτελέσει βάση για την κατανόηση, τη συμφιλίωση, την αξιοπρέπεια και τη δικαιοσύνη.
Η Σάντα των επτά χωριών
Ιδιαίτερο βάρος είχε η ιστορική παρουσίαση της Σοφίας Βαξεβάνου, διευθύντριας Ελληνικής Παιδείας στον Ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου. Η ίδια μίλησε για την Επτάκωμο Σάντα και τη διαδρομή της μέχρι την καταστροφή, αναφέροντας πως όταν ξεκίνησε να ερευνά την ιστορία της γνώριζε ελάχιστα για την περιοχή.
Η Σάντα αποτελούνταν από επτά χωριά και είχε αναπτύξει μια οργανωμένη κοινωνική και εκπαιδευτική ζωή. Υπήρχαν σχολεία και εκκλησίες, ενώ νέοι από την περιοχή συνέχιζαν τις σπουδές τους ακόμη και στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Η ιδιαίτερη οργάνωση και η ορεινή της θέση είχαν χαρίσει στην κοινότητα έναν ξεχωριστό χαρακτήρα, σε σημείο που η Σάντα έχει χαρακτηριστεί ως το «Σούλι του Πόντου». Όμως τον Σεπτέμβριο του 1921 η ζωή αυτή διακόπηκε βίαια. Στις αρχές Σεπτεμβρίου στρατιωτικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον της Σάντας. Περίπου εκατό ένοπλοι, υπό τον Ευκλείδη Κουρτίδη, ανέλαβαν να προστατεύσουν τον άμαχο πληθυσμό. Εκατοντάδες κάτοικοι κατέφυγαν στη σπηλιά Μάγαρα, αναζητώντας προστασία. Όταν ζητήθηκε από τους συγκεντρωμένους να παραδοθούν, ο Δημήτριος Τσιρίπης φέρεται να απάντησε με πυροβολισμό, αρνούμενος την παράδοση. Η αντίσταση συνεχίστηκε, ενώ οι κάτοικοι προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Τη νύχτα της 10ης προς την 11η Σεπτεμβρίου οργανώθηκε σχέδιο διαφυγής. Οι άμαχοι θα κατευθύνονταν προς το δάσος, ενώ οι ένοπλοι θα προσπαθούσαν να παραπλανήσουν τις δυνάμεις που τους καταδίωκαν. Ανάμεσα στις πιο τραγικές στιγμές της ιστορίας καταγράφεται και η απόφαση να μείνουν πίσω επτά βρέφη, ώστε το κλάμα τους να μην προδώσει την κρυψώνα των υπόλοιπων κατοίκων.
Τα χωριά της Σάντας λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν. Οι κάτοικοι πήραν τον δρόμο του εκτοπισμού, και πολλοί πέθαναν από το κρύο, την πείνα και την εξάντληση.
Από την καταστροφή στη Νέα Σάντα
Η καταστροφή δεν σήμανε, όμως, το τέλος της κοινότητας. Οι άνδρες του Ευκλείδη Κουρτίδη παρέμειναν για περίπου τρία ακόμη χρόνια στα βουνά, συνεχίζοντας την αντίσταση, πριν φτάσουν στην Ελλάδα το 1924. Οι επιζώντες εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές και δημιούργησαν νέες κοινότητες. Ανάμεσά τους και η Νέα Σάντα στη Μακεδονία. Έτσι, η γεωγραφική πατρίδα χάθηκε, όμως η συλλογική ταυτότητα, η μνήμη και η παράδοση μεταφέρθηκαν σε έναν νέο τόπο. Η φράση που αποτυπώνει ίσως καλύτερα αυτή τη διαδρομή είναι χαρακτηριστική: «Έχασαν επτά χωριά και έχτισαν ένα. Το χωριό δεν πέθανε. Μετακινήθηκε».
Αυτό ήταν και το ουσιαστικό μήνυμα της εκδήλωσης στο Χιούστον. Η Σάντα δεν αποτελεί μόνο μια σελίδα της ιστορίας του Πόντου. Είναι μια ιστορία που συνεχίζεται μέσα από τους απογόνους, τις κοινότητες της διασποράς και τους ανθρώπους που επιμένουν να μεταφέρουν τη γνώση στις επόμενες γενιές.
Το γεγονός ότι η μνήμη της Σάντας τιμήθηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον Πόντο είχε τον δικό του συμβολισμό: η ιστορία μιας κοινότητας μπορεί να ταξιδέψει μαζί με τους ανθρώπους της και να αποκτήσει νέα ζωή σε κάθε τόπο όπου εκείνοι εγκαταστάθηκαν.
Και ίσως αυτός είναι ο σημαντικότερος τρόπος για να παραμένει ζωντανή μια πατρίδα που χάθηκε: όχι μόνο μέσα από τις επετείους, αλλά μέσα από τη γνώση και τη μνήμη. «Οι ρίζες μας είναι το θεμέλιο αυτού που είμαστε. Δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτές».
Η Σάντα μπορεί να χάθηκε από τον χάρτη της παλιάς πατρίδας, όμως δεν χάθηκε από τη μνήμη. Και 105 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμά της, οι ομογενείς στο Χιούστον απέδειξαν ότι η απόσταση δεν μπορεί να σβήσει μια ιστορία που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.

















