Η Ρεχάν Μανούκ Μανουκιάν ήταν μόλις πέντε ετών όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να γνωρίσει. Στις 24 Απριλίου 1915, η οικογένειά της βρισκόταν ακόμη στο σπίτι της, στο Ουράτσν του Ταρόν στην Αρμενία. Ο πατέρας της ετοιμαζόταν να πάει στα χωράφια και η μητέρα της να ψήσει ψωμί. Λίγο αργότερα, στρατιώτες εισέβαλαν στο σπίτι τους και ανακοίνωσαν ότι οι Αρμένιοι έπρεπε να εκτοπιστούν.
Η ίδια, πολλά χρόνια αργότερα, θυμόταν ακόμη με πόνο ψυχής εκείνες τις πρώτες στιγμές. «Ο πόλεμος έχει αρχίσει και ο σουλτάνος μας διέταξε να εκτοπίσουμε τους Αρμενίους», είπαν οι Τούρκοι στρατιώτες στην οικογένειά της. Μέσα σε δεκαπέντε έως είκοσι λεπτά, η οικογένεια είχε εγκαταλείψει το σπίτι της. Δεν υπήρχε χρόνος για προετοιμασία, για αποχαιρετισμό, για να πάρουν μαζί τους όσα χρειάζονταν. Έξω από το σπίτι τους περίμεναν στρατιώτες, που τους έσπρωχναν να προχωρήσουν. «Μέσα σε δεκαπέντε-είκοσι λεπτά μας έβγαλαν από το σπίτι μας. Μας περικύκλωσαν οι ασκέρ, που φώναζαν: “Γρήγορα, γρήγορα”». Και κάπως έτσι άρχισε η πορεία της πεντάχρονης Ρεχάν προς την προσφυγιά.
«Μας έδιωξαν σαν να ήμασταν κοπάδι προβάτων»
Μαζί με άλλους κατοίκους του χωριού, η οικογένεια πήρε τον δρόμο του εκτοπισμού. Στον δρόμο συνάντησαν και Αρμενίους από το γειτονικό Χουμπ. Η πορεία τους έφτασε μέχρι το Χουτ, τόπο καταγωγής της γιαγιάς της Ρεχάν. Η ίδια περιγράφει στη μαρτυρία της ανθρώπους εξαντλημένους από την πείνα και τη δίψα, να περπατούν χωρίς να γνωρίζουν ποιος θα είναι ο προορισμός τους.
«Μας έδιωξαν σαν να ήμασταν κοπάδι προβάτων».
Η φράση αυτή, ειπωμένη από ένα παιδί που επέζησε και έφερνε στο νου αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα δεκαετίες αργότερα, συμπυκνώνει την εμπειρία του ξεριζωμού. Η οικογένεια έφτασε στην περιοχή του Βαν-Αρταμέτ. Εκεί, η τραγωδία χτύπησε για πρώτη φορά στον πυρήνα της την ίδια την οικογένεια της Ρεχάν. Η γιαγιά της και ο μικρότερος αδελφός της πέθαναν. «Ο πατέρας μου τους έθαψε με τα ίδια του τα χέρια». Η πορεία, όμως, δεν σταμάτησε. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Η ανάγκη για επιβίωση ήταν πολύ έντονη και έπρεπε να προχωρήσουν, προκειμένου να σωθούν…
Η νύχτα που άλλαξε τα πάντα
Από το Βαν η οικογένεια συνέχισε να προχωρά μέσα στη νύχτα, καθώς θεωρούσαν ότι το σκοτάδι θα τους προστάτευε. Κάποια στιγμή έφτασαν σε ένα τουρκικό στρατόπεδο. Τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν και οι στρατιώτες περικύκλωσαν τους πρόσφυγες. Οι άνδρες ερευνήθηκαν, τους πήραν τα όπλα και απομακρύνθηκαν από τις γυναίκες και τα παιδιά. «Τους πήραν στην άκρη και τους σκότωσαν» θυμάται η Ρεχάν. Στη συνέχεια οι γυναίκες και τα παιδιά οδηγήθηκαν στις σκηνές. Οι Τούρκοι είχαν πληροφορηθεί ότι πλησίαζε ο ρωσικός στρατός και είπαν ότι όποιος ήθελε μπορούσε να μεταφερθεί προς τους Ρώσους. Η μητέρα της Ρεχάν, λοιπόν, δεν δίστασε.
«Είστε Τούρκοι, σκοτώσατε τον γιο μου. Δεν θα μείνω μαζί σας, θα πάω στους Ρώσους». Η απόφαση αυτή, όμως, αποδείχθηκε μοιραία. Οι στρατιώτες πήραν την ομάδα και την οδήγησαν στην άκρη μιας κοιλάδας. Και τότε πυροβόλησαν.

Η πεντάχρονη ανάμεσα στους νεκρούς
Η μητέρα της Ρεχάν σκοτώθηκε. Το παιδί έπεσε πάνω στο σώμα της. «Όταν πυροβόλησαν τη μητέρα μου, έπεσα πάνω της κλαίγοντας». Η Ρεχάν τραυματίστηκε στη μύτη και έσπασε το χέρι της. Έχασε τις αισθήσεις της. Οι στρατιώτες θεώρησαν ότι ήταν και εκείνη νεκρή και απομακρύνθηκαν. Όταν συνήλθε, γύρω της επικρατούσε η απόλυτη σιωπή. Η μητέρα της ήταν νεκρή. Γύρω της βρίσκονταν πτώματα. Και εκείνη, ένα μικρό παιδί, ήταν ακόμη ζωντανή. «Έμεινα πάνω στα πτώματα. Παντού γύρω υπήρχε σιωπή». Η Ρεχάν δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει ότι η μητέρα της είχε πεθάνει. Η παιδική της ηλικία δεν της επέτρεπε να συλλάβει το μέγεθος της τραγωδίας. «Δεν ήμουν αρκετά μεγάλη για να καταλάβω ότι η μητέρα μου ήταν ήδη νεκρή». Το επόμενο πρωί, ανάμεσα στους νεκρούς, εμφανίστηκε ένα αγόρι, περίπου εννέα ή δέκα ετών. Ήταν συγγενής της οικογένειας. Είδε τη Ρεχάν ζωντανή πάνω στο άψυχο σώμα της μητέρας της και την πήρε μαζί του. Τα δύο παιδιά άρχισαν να περπατούν κρατώντας το ένα το χέρι του άλλου.
Δύο παιδιά στον δρόμο
Δεν υπήρχε κανείς γύρω τους. Η Ρεχάν ήταν τραυματισμένη. Το αίμα είχε ξεραθεί στη μύτη της και το σπασμένο χέρι της κρεμόταν. Περπατούσαν πεινασμένοι και διψασμένοι. «Ήμασταν δύο παιδιά, πιασμένα χέρι-χέρι». Όταν έπεφτε η νύχτα, αγκαλιάζονταν και κοιμούνταν. Κάποια στιγμή είδαν μια σκηνή με ανθρώπους μέσα. Ήταν Γεζίντι (σ.σ. αρχαία κουρδική εθνοθρησκευτική ομάδα με ινδοϊρανικές ρίζες). Το αγόρι μίλησε στη γλώσσα των Γεζίντι και εκείνοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί στα παιδιά. Τα λυπήθηκαν και τα πήραν στη σκηνή τους. Έσφαξαν, μάλιστα και ένα μικρό κατσίκι και χρησιμοποίησαν το δέρμα του για να καλύψουν τα τραύματα της Ρεχάν. Η ανάμνηση αυτή είχε μείνει ζωντανή μέσα της για δεκαετίες. «Έχουν περάσει ογδόντα τρία χρόνια, αλλά δεν μπορώ να το ξεχάσω». Της έδωσαν ψωμί και τυρί για τον δρόμο. Της είπαν να μείνει μαζί τους μέχρι να επουλωθούν οι πληγές της. Τα δύο παιδιά, όμως, συνέχισαν.
Έχασε ακόμη και το όνομά της
Τελικά έφτασαν στους Ρώσους. Η γυναίκα του θείου της Ρεχάν τούς αναγνώρισε και τους πήρε μαζί της. Η μικρή συνέχιζε να είναι τραυματισμένη. Της έδωσαν ένα μεταλλικό δοχείο και της είπαν να ζητήσει φαγητό από τους Ρώσους στρατιώτες. Όταν όμως οι Ρώσοι άρχισαν να αποχωρούν προς τη Ρωσία, δύο γυναίκες είπαν στη γυναίκα του θείου της ότι δεν είχε νόημα να παίρνει μαζί της ένα τραυματισμένο παιδί. Η Ρεχάν παραδόθηκε στους Ρώσους στρατιώτες. Το αγόρι που είχε σταθεί δίπλα της στον δρόμο απομακρύνθηκε κλαίγοντας. Η Ρεχάν βρέθηκε μέσα σε ένα κάρο μαζί με τραυματίες στρατιώτες και μεταφέρθηκε στο Ιγντίρ στην ανατολική Τουρκία. Εκεί υπήρχε πλήθος προσφύγων. Οι Ρώσοι στρατιώτες τη ρώτησαν το όνομα και το επώνυμό της. Η Ρεχάν, όμως, δεν ήξερε να απαντήσει.
Είχε χάσει όχι μόνο την οικογένεια και το σπίτι της, αλλά για λίγο, ακόμη και το ίδιο της το όνομα.
Τότε κυκλοφόρησε η είδηση ότι είχε επιζήσει η κόρη του Μανούκ. Μια κοπέλα την είδε και την αναγνώρισε. «Τη γνωρίζω. Είναι η κόρη του Μανούκ». Κάποιος είχε γράψει το όνομά της. Ρεχάν Μανούκ Μανουκιάν. Έτσι διασώθηκε και η ταυτότητα του παιδιού.

Από το Γερεβάν στο ορφανοτροφείο
Καλοί άνθρωποι μετέφεραν τη Ρεχάν στο Γερεβάν. Από εκεί οδηγήθηκε στο ορφανοτροφείο του Γαρακιλισσά, όπου παρέμεινε περίπου ενάμιση χρόνο. Της έδωσαν ρούχα και παπούτσια. Αργότερα, μετά την ανατροπή του Ρώσου τσάρου, τα παιδιά μεταφέρθηκαν στην Τιφλίδα. Εκεί η σχολή Νερσεσιάν είχε μετατραπεί σε ορφανοτροφείο. Η εικόνα που αντίκρισε ήταν αυτή μιας ολόκληρης γενιάς παιδιών που είχαν μείνει χωρίς οικογένεια. «Είχαν συγκεντρώσει εκεί όλα τα ορφανά. Ακόμη και οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι ορφανά». Το 1918 η Ρεχάν μεταφέρθηκε στο Καρς. Εκεί η Αμερικανική Επιτροπή για την ανακούφιση της Εγγύς Ανατολής, γνωστή ως Amercom, ανέλαβε την προστασία των ορφανών.
«Μόνο εγώ επέζησα»
Η Ρεχάν έζησε. Αλλά η οικογένειά της ξεκληρίστηκε. Έχασε τον παππού της, τον θείο της, τη σύζυγο του θείου της, τον πατέρα της, τη μητέρα της και τον μικρό αδελφό της. «Όλοι τους σκοτώθηκαν από τους Τούρκους. Μόνο εγώ επέζησα». Η μαρτυρία της Ρεχάν Μανούκ Μανουκιάν δεν είναι απλώς η αφήγηση μιας οικογένειας που ξεριζώθηκε. Είναι η φωνή ενός παιδιού που βρέθηκε ανάμεσα στους νεκρούς, επέζησε τραυματισμένο και συνέχισε να περπατά μέχρι να βρει καταφύγιο. Είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που έχασε τα πάντα, ακόμη και για λίγο το όνομά του, αλλά κατάφερε τελικά να το ξαναβρεί. Ρεχάν Μανούκ Μανουκιάν. Ένα όνομα που διασώθηκε μέσα από μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας.

















