Ο Γεώργιος Ε. Μυλωνάς δεν γνώρισε τη Σμύρνη μέσα από τις διηγήσεις των άλλων. Εκεί γεννήθηκε το 1898, εκεί μεγάλωσε, μορφώθηκε και έζησε τα νεανικά του χρόνια. Και ήταν επίσης ο άνθρωπος που είδε από κοντά την καταστροφή της, συνελήφθη, οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία και βρέθηκε αντιμέτωπος με το θάνατο. Η ιστορία του είναι από εκείνες που συμπυκνώνουν μέσα σε μια ανθρώπινη ζωή ολόκληρη τη μικρασιατική τραγωδία: την ακμή της Σμύρνης, τον πόλεμο, την καταστροφή, την αιχμαλωσία, την προσφυγιά και τελικά την αναγέννηση.
Ο άνθρωπος που έφυγε από τη Μικρά Ασία ως πρόσφυγας χωρίς περιουσία θα γινόταν αργότερα ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους της εποχής του.
Ο Γεώργιος Μυλωνάς φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και στο International College, από όπου αποφοίτησε το 1918. Το ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα, όμως η ιστορία τον έφερε ξανά στη Μικρά Ασία. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και βρέθηκε στη δίνη της κατάρρευσης του μετώπου το καλοκαίρι του 1922.
Η Σμύρνη, η πόλη των παιδικών του χρόνων, μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε τόπο τρόμου.
Με την είσοδο των τουρκικών δυνάμεων στην πόλη άρχισε η καταδίωξη και η βία εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού. Η κατάσταση κορυφώθηκε με την πυρπόληση της Σμύρνης. Η ημερομηνία χρειάζεται μια ιστορική διευκρίνιση: η 31η Αυγούστου 1922 αντιστοιχεί στο παλαιό ημερολόγιο, γι’ αυτό και με το νέο ημερολόγιο η πυρπόληση τοποθετείται στις 13 Σεπτεμβρίου 1922. Για τον Γεώργιο Μυλωνά, όμως, δεν ήταν μια ημερομηνία που θα καταγραφόταν κάποτε σε ένα ιστορικό βιβλίο. Ήταν η ημέρα που ο κόσμος που γνώριζε, τελείωνε.

Από την Καταστροφή στην αιχμαλωσία
Στην προσπάθειά του να διαφύγει, ο Γεώργιος Μυλωνάς συνελήφθη από τις τουρκικές δυνάμεις. Οδηγήθηκε αρχικά στη Μαγνησία και στη συνέχεια στη Σμύρνη, όπου κρατήθηκε μαζί με άλλους Έλληνες αιχμαλώτους. Η κατάσταση ήταν δραματική. Ο νεαρός Σμυρνιός, που μέχρι λίγο καιρό πριν ήταν φοιτητής, βρέθηκε πλέον σε έναν κόσμο όπου η ζωή και ο θάνατος κρίνονταν από μια διαταγή. Και εκεί έζησε μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της ζωής του.
Πολλά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 14 Δεκεμβρίου 1982, σε έκτακτη συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών για τα 60 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Μυλωνάς μίλησε δημόσια για όσα είχε ζήσει. Η μαρτυρία του είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς προέρχεται από έναν άνθρωπο που δεν άκουσε τις ιστορίες από τρίτους. Ήταν ο ίδιος εκεί.
«Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας»
Ο Μυλωνάς περιέγραψε τις δραματικές ώρες κατά την κράτησή του σε υπόγειο του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Εκεί βρίσκονταν συγκεντρωμένοι Έλληνες χριστιανοί αιχμάλωτοι. Τα βράδια, όπως αφηγήθηκε, φύλακες έπαιρναν ανθρώπους από το υπόγειο και τους οδηγούσαν στον θάνατο.
Κάποια στιγμή ήρθε και η δική του σειρά. Ένας Τουρκοκρητικός φύλακας τον διέταξε να βγει στην αυλή. Τον ρώτησε αν ήταν δάσκαλος. Ο Μυλωνάς απάντησε καταφατικά. Όταν πληροφορήθηκε ότι μαζί του υπήρχαν και φοιτητές, του ζήτησε να τους συγκεντρώσει. Ο Μυλωνάς κατάλαβε τι πιθανότατα συνέβαινε. Γύρισε στους συντρόφους του και τους είπε: «Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος».
Ήταν πεπεισμένος ότι οδηγούνταν στην εκτέλεση. Όμως ο φύλακας έκανε κάτι που ο ίδιος δεν περίμενε. Τους άφησε ελεύθερους.
Σύμφωνα με την αφήγηση του Μυλωνά, ο άνδρας αυτός τού εξήγησε ότι με αυτή την πράξη ήθελε να εξιλεωθεί για μια τρομερή σκηνή που είχε προηγουμένως δει και στην οποία είχε συμμετάσχει. Η στιγμή αυτή θα έμενε χαραγμένη στη μνήμη του Μυλωνά για όλη του τη ζωή.
Η μαρτυρία για τον Χρυσόστομο Σμύρνης
Στην ίδια ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών, ο Γεώργιος Μυλωνάς είχε αναφερθεί και στον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, τον οποίο γνώριζε προσωπικά. Η μαρτυρία του για τις τελευταίες στιγμές του ιεράρχη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο ίδιος βρισκόταν στη Σμύρνη και έζησε την ατμόσφαιρα τρόμου που επικρατούσε στην πόλη. Η αφήγησή του για τη σύλληψη και το μαρτυρικό τέλος του Χρυσοστόμου αποτελεί μία από τις γνωστές αυτόπτες μαρτυρίες που έχουν διασωθεί για εκείνες τις ώρες. Δεν μίλησε, όμως, τότε. Πέρασαν έξι δεκαετίες μέχρι να αποφασίσει να καταθέσει δημόσια τη μνήμη του. Ίσως γιατί ορισμένες εικόνες δεν ξεθωριάζουν με τον χρόνο ποτέ.

Όπως καταγράφεται στην Εστία Νέας Σμύρνης ο Γεώργιος Μυλωνάς περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τα βασανιστήρια του τελευταίου Μητροπολίτη Σμύρνης και άγιου-εθνομάρτυρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας: «Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει τη χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε, που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή”. “Και πού τον έθαψαν;” ρώτησα με αγωνία. “Κανείς δεν ξέρει πού έριξαν το κομματιασμένο του κορμί”».
Η δεύτερη απόδραση
Η περιπέτεια του Γεώργιου Μυλωνά δεν τελείωσε εκεί. Τον Μάρτιο του 1923 κατάφερε να δραπετεύσει από το στρατόπεδο της Σμύρνης και να φτάσει σε γαλλικό εμπορικό πλοίο. Εκεί, όμως, αντί να βρει την ελευθερία, παραδόθηκε και πάλι στους Τούρκους.
Η σωτηρία του ήρθε τελικά χάρη σε Αμερικανούς καθηγητές του International College, οι οποίοι συγκέντρωσαν χρήματα για την απελευθέρωσή του. Τον Απρίλιο του 1923 έφτασε στην Αθήνα. Ήταν ένας νεαρός πρόσφυγας, χωρίς την πατρίδα και την περιουσία που είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Είχε όμως επιζήσει. Μία νέα αρχή τον περίμενε και ήταν αποφασισμένος να αρπάξει την ευκαιρία.

Από πρόσφυγας, κορυφαίος αρχαιολόγος
Η συνέχεια της ζωής του μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Το 1923 άρχισε να εργάζεται στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Το 1927 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με αντικείμενο τη Νεολιθική Εποχή στην Ελλάδα. Έναν χρόνο αργότερα ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 1929 απέκτησε δεύτερο διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. Ακολούθησε μια σπουδαία ακαδημαϊκή και αρχαιολογική πορεία.
Εργάστηκε και δίδαξε σε κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια, ενώ συνδέθηκε ιδιαίτερα με τις ανασκαφές στην Κόρινθο, τη Νεμέα, την Ελευσίνα και, κυρίως, τις Μυκήνες. Η συμβολή του στη μελέτη της μυκηναϊκής Ελλάδας υπήρξε σημαντική και το όνομά του απέκτησε διεθνή ακτινοβολία. Το 1970 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αμερικής και την ίδια χρονιά εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Γεώργιος Μυλωνάς είχε πλέον φτάσει στην κορυφή της επιστήμης του. Όμως δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε.

Η Σμύρνη που «κουβαλούσε» μέσα του
Ίσως η πιο συγκινητική πλευρά της ζωής του είναι ότι ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στη διάσωση του παρελθόντος, είχε χάσει ο ίδιος το δικό του παρελθόν μέσα στις φλόγες της Σμύρνης.
Η πόλη της παιδικής του ηλικίας είχε χαθεί. Η οικογενειακή περιουσία είχε χαθεί. Οι άνθρωποι που γνώριζε είχαν σκορπίσει.
Η μνήμη, όμως, έμεινε. Και το 1982, εξήντα χρόνια μετά, ο ηλικιωμένος -πλέον- ακαδημαϊκός στάθηκε στο βήμα της Ακαδημίας Αθηνών και μίλησε ως αυτόπτης μάρτυρας μιας από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του ελληνισμού.
Ο Γεώργιος Ε. Μυλωνάς πέθανε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 1988. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του υπηρετώντας την αρχαιολογία, ανασκάπτοντας το παρελθόν και γράφοντας για πολιτισμούς που χάθηκαν χιλιάδες χρόνια πριν.
Όμως η δική του χαμένη πολιτεία ήταν πολύ πιο κοντά. Ήταν η Σμύρνη. Η πόλη που γνώρισε παιδί, είδε να καίγεται νέος, από την οποία δραπέτευσε ως αιχμάλωτος και την οποία κουβαλούσε μέσα του μέχρι το τέλος της ζωής του. Και ίσως γι’ αυτό η μαρτυρία του έχει μια ξεχωριστή δύναμη.
Γιατί όταν είπε στους συντρόφους του «Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος», δεν μιλούσε ο μετέπειτα μεγάλος αρχαιολόγος. Μιλούσε ο νεαρός Σμυρνιός που πίστευε ότι εκείνη τη στιγμή τελείωνε η ζωή του. Δεν τελείωσε. Έζησε, δημιούργησε και άφησε πίσω του ένα σπουδαίο επιστημονικό έργο.
Και μαζί του άφησε μια μαρτυρία για τη Σμύρνη του 1922, ώστε η πόλη που χάθηκε να μην χαθεί και από τη μνήμη.

















