Η Παναγία Σουμελά δεν είναι απλώς ένα μοναστήρι στον Πόντο. Είναι σύμβολο. Είναι η «Κυρά του Πόντου», ένας ζωντανός δεσμός με την ιστορία, την πίστη και τη μνήμη του ποντιακού ελληνισμού. Γι’ αυτό και η απαγόρευση της Θείας Λειτουργίας ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο στην Παναγία Σουμελά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή διοικητική απόφαση. Η Σουμελά είναι για τους Ποντίους κάτι πολύ περισσότερο από ένα μνημείο: είναι ένας τόπος μνήμης, πίστης και συνέχειας ενός πολιτισμού που υπέστη ξεριζωμό και γενοκτονία.
Και εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: τι σημαίνει στην πράξη «Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς» και ποια προστασία παρέχει το Διεθνές Δίκαιο;
Η Σύμβαση της UNESCO του 1972 δεν αφαιρεί την κυριαρχία ενός κράτους πάνω στα μνημεία που βρίσκονται στην επικράτειά του. Αντίθετα, αναγνωρίζει ρητά αυτή την κυριαρχία. Παράλληλα, όμως, θεμελιώνει την υποχρέωση των κρατών να προστατεύουν, να διατηρούν και να μεταδίδουν στις επόμενες γενιές την πολιτιστική κληρονομιά που βρίσκεται στην επικράτειά τους.
Η ένταξη ενός μνημείου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, επομένως, δεν σημαίνει ότι το κράτος χάνει την κυριαρχία του. Σημαίνει, όμως, ότι η προστασία του συγκεκριμένου μνημείου αποκτά διεθνή διάσταση και ότι το κράτος αναλαμβάνει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στη διεθνή κοινότητα.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: οι αλλαγές σε ένα μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να είναι αδιάφορες για την UNESCO, όταν επηρεάζουν την Εξαιρετική Οικουμενική Αξία του μνημείου.
Η ίδια η UNESCO το κατέστησε σαφές στην περίπτωση της Αγίας Σοφίας.
Το 2020, όταν η Τουρκία μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε τζαμί, η UNESCO εξέφρασε τη βαθιά της λύπη για την απόφαση, η οποία ελήφθη χωρίς προηγούμενη διαβούλευση. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι οποιαδήποτε τροποποίηση δεν θα επηρεάζει την Εξαιρετική Οικουμενική Αξία του μνημείου.
Η Αγία Σοφία αποτελεί μέρος των «Ιστορικών περιοχών της Κωνσταντινούπολης», οι οποίες βρίσκονται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από το 1985.
Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι η διεθνής προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν εξαντλείται στη διατήρηση της πέτρας, των τοιχογραφιών, της αρχιτεκτονικής ή της μορφής ενός μνημείου. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο αυτό εντάσσεται στην ιστορία, στον πολιτισμό και στη συλλογική μνήμη.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα για την Παναγία Σουμελά.
Όταν η Θεία Λειτουργία στη μνήμη της Παναγίας, στον ίδιο τον ιστορικό τόπο, εξαρτάται από την άδεια της εκάστοτε διοίκησης, τι απομένει από τον χαρακτήρα ενός μνημείου ως ζωντανής κληρονομιάς;
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι μόνο ένα κτίσμα που διασώζεται στο χρόνο. Είναι και η σχέση των ανθρώπων με αυτό. Είναι οι μνήμες, οι παραδόσεις, οι τελετουργίες και οι πρακτικές που του προσδίδουν ιστορικό και πολιτισμικό νόημα.
Η Παναγία Σουμελά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύνθετης σχέσης ανάμεσα στο μνημείο και τη ζωντανή μνήμη. Η αξία της δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην αρχιτεκτονική και ιστορική της υπόσταση, αλλά και στη διαχρονική σύνδεσή της με τον ποντιακό ελληνισμό, την ορθόδοξη παράδοση και τις γενιές των ανθρώπων που εξακολουθούν να την αντιμετωπίζουν ως σημείο αναφοράς της ιστορικής και πνευματικής τους ταυτότητας.
Ακριβώς γι’ αυτό, η προστασία ενός τέτοιου μνημείου δεν μπορεί να εξετάζεται αποκλειστικά μέσα από το ερώτημα αν διατηρούνται οι τοίχοι, οι αγιογραφίες και η αρχιτεκτονική του. Οφείλει να περιλαμβάνει και το ερώτημα αν παραμένει ζωντανός ο δεσμός ανάμεσα στο μνημείο και στην ιστορική κοινότητα που του αποδίδει ιδιαίτερο νόημα.
Η περίπτωση της Παναγίας Σουμελά θέτει, επομένως, ένα δύσκολο αλλά ουσιαστικό ερώτημα: πού συναντώνται η κρατική κυριαρχία, οι διεθνείς υποχρεώσεις προστασίας και το δικαίωμα μιας ιστορικής κοινότητας να διατηρεί ζωντανή τη σύνδεσή της με έναν τόπο μνήμης;
Ίσως τελικά η ουσιαστική προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς να κρίνεται όχι μόνο από το αν διασώζουμε τα μνημεία, αλλά και από το αν επιτρέπουμε στη μνήμη που αυτά φέρουν να παραμένει ζωντανή.
Γιατί η Παναγία Σουμελά δεν είναι μόνο ένας ιστορικός τόπος. Είναι ένας τόπος στον οποίο η μνήμη αποκτά παρουσία.
Και η μνήμη ενός λαού, όσο βαθιά και αν προσπαθεί κανείς να την περιορίσει, δεν χρειάζεται άδεια για να υπάρχει.
Ειρήνη Περπερίδου

















