Σε ένα ιστορικό ορόσημο έφτασε το αμερικανικό δημόσιο χρέος, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια (40,047 τρισ. δολάρια), σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην αυξημένη έκδοση αξιόγραφων, την εκτόξευση των δαπανών για την υγεία και την κοινωνική ασφάλιση, καθώς και στο αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του δανεισμού.
Η αύξηση υπήρξε ταχύτερη από τις προβλέψεις της Υπηρεσίας του Κογκρέσου για τον Προϋπολογισμό (CBO), η οποία υπολόγιζε το χρέος στα 39,4 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος του έτους.
Οι βασικοί παράγοντες της διεύρυνσης του ελλείμματος είναι:
- Η επιστροφή χρημάτων από τελωνειακούς δασμούς σε εταιρείες, μετά την ακύρωση μεγάλου μέρους τους τον Φεβρουάριο, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που επιβάρυνε περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
- Το υψηλό κόστος δανεισμού. Τα επιτόκια δανεισμού διαμορφώνονται σε επίπεδα που είχαν να παρατηρηθούν από τη χρηματοπιστωτική κρίση.
- Ο διογκούμενος λόγος Χρέους/ΑΕΠ. Παρά τη συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη στις ΗΠΑ, ο λόγος του χρέους ως προς το ΑΕΠ αγγίζει πλέον το 125% (έναντι μόλις 64% κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση).
«Μη βιώσιμος» ο ρυθμός αύξησης
Η αμερικανική κυβέρνηση αδυνατεί να παρουσιάσει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό από τις αρχές του 21ου αιώνα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια το έλλειμμα κυμαίνεται μεταξύ 5,2% και 6,2% του ΑΕΠ (έχοντας φτάσει το 15% κατά την πανδημία το 2020), με το ετήσιο έλλειμμα να αγγίζει τα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Ειδικοί σε θέματα προϋπολογισμού, όπως η Τζέσικα Ριντλ από το Brookings Institution, προειδοποιούν ότι ο τρέχων ρυθμός αύξησης του ελλείμματος είναι πλέον «μη βιώσιμος».

















