Το ημερολόγιο έδειχνε 21 Μαΐου 1868 όταν ο λόγιος και καθηγητής του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας Σάββας Ιωαννίδης, αξιοποιώντας μια σχολική αργία, ανέβηκε στη μονή της Παναγίας Σουμελά. Σκοπός του ήταν να συλλέξει δημοτικά τραγούδια και στατιστικά στοιχεία. Εκεί, ένας μοναχός τού παρέδωσε χειρόγραφο 90 κιτρινισμένων φύλλων (2.160 σελίδων), νομίζοντας πως κρατούσε μια απλή συλλογή τραγουδιών. Ο Ιωαννίδης κατάλαβε αμέσως ότι πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικότερο, αλλά περιορίστηκε στο να το δώσει στη βιβλιοθήκη του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας. Δύο χρόνια αργότερα ανέφερε την ύπαρξη των φύλλων με το Έπος του Διγενή στο έργο του Ιστορία και Στατιστική της Τραπεζούντος.

Η παρισινή έκδοση του 1875
Όταν ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας πληροφορήθηκε την ύπαρξη του κειμένου, ζήτησε αντίγραφο από τον Σάββα Ιωαννίδη. Αφού το χρησιμοποίησε για να αναδείξει την εκπληκτική ομοιότητα του Έπους του Διγενή με τα δημοτικά τραγούδια της Κύπρου και του Πόντου –τα διαχώρισε σε ακριτικό και απελατικό κύκλο–, το 1872 και σε συνεργασία με τον E. Legrand αποφάσισαν την κοινή έκδοσή του. Καθώς χρειάζονταν ακριβές υλικό, ο Ιωαννίδης τους απέστειλε τελικά το ίδιο το πρωτότυπο χειρόγραφο –ένα κείμενο με ευανάγνωστη γραφή που χρονολογείται στον 16ο αιώνα.
Το 1875 κυκλοφόρησε στο Παρίσι από τις εκδόσεις Maisonneuve ο τόμος Les exploits de Digénis Akritas d’après le manuscrit unique de Trébizonde.

Το γεγονός ότι η πρώτη αυτή παρουσίαση έγινε στη γαλλική πρωτεύουσα και όχι στην Αθήνα ή την Κωνσταντινούπολη αποτύπωνε ανάγλυφα τον «επαρχιωτισμό» της εθνικής γραμματείας.
Η εισαγωγή των επιμελητών προσέδωσε στα ακριτικά άσματα «τίτλους ευγενείας» έναντι των κλέφτικων, καθώς αναγνωρίστηκαν ως παλαιότερα, ευρύτερης εμβέλειας και οργανωμένα σε κύκλους.
Με τη συγκριτική αυτή ανάγνωση τέθηκαν οι βάσεις για το πέρασμα από μια εθνική-πατριωτική οπτική σε μια αυτόνομη λαογραφική προσέγγιση.
Η ανάγνωση του έπους στον Πόντο
Στον Πόντο, η ανακάλυψη του χειρογράφου δεν οδήγησε σε επιστημονική αναθεώρηση, αλλά λειτούργησε ως επιβεβαίωση της εθνικής μαχητικότητας απέναντι στον κατακτητή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ερμηνεία του Περικλή Τριανταφυλλίδη: ενώ ένα ακριτικό άσμα εστιαζόταν στη μάχη με τον Χάροντα και τη θνητότητα, ο Τριανταφυλλίδης το ανέλυσε ως ύμνο σε έναν ατρόμητο πρόμαχο της ελευθερίας.
Την ίδια ώρα το έπος έδωσε ώθηση στη συλλογή γλωσσικού υλικού, προκάλεσε όμως και στρεβλώσεις.
Οι λόγοι θεωρούσαν αυθεντικά μόνο τα τραγούδια που επεδείκνυαν «ακριτικότητα» και «λεβεντιά».
Θεωρώντας μάλιστα ότι οι χωρικοί τραγουδούσαν παραφθαρμένες μορφές λόγω αμάθειας, παρενέβαιναν στα κείμενα συμπληρώνοντας τα «χάσματα», με αποτέλεσμα τα δημοτικά τραγούδια να παραμορφωθούν για να υπηρετήσουν την εικόνα εθνικών μνημείων.

Η καθυστερημένη υποδοχή στην Καππαδοκία
Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την ανακάλυψη του χειρογράφου, το 1887, ο Σάββας Ιωαννίδης εξέδωσε το κείμενο στην Κωνσταντινούπολη με τον τίτλο Βασίλειος Διγενής Ακρίτης ο Καππαδόκης, θεωρώντας τον ήρωα ως τον τελευταίο πρόμαχο της Καππαδοκίας.
Ωστόσο, οι Καππαδόκες λόγιοι και ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως καθυστέρησαν να εκδηλώσουν ακριτολογικό ενδιαφέρον, καθώς παρέμεναν εγκλωβισμένοι στην προσπάθεια αναίρεσης των θεωριών του Φαλμεράιερ. Η στροφή εκδηλώθηκε ουσιαστικά μετά το 1885, όταν η πραγματεία του Νικολάου Πολίτη για το Τραγούδι του νεκρού αδελφού ανάγκασε τον Σύλλογο να συνδέσει την αντιφαλμεραϊκή τάση με τα ακριτικά ζητήματα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, μελετητές όπως ο Αναστάσιος Λεβίδης και ο Γεώργιος Παχτίκος διαμόρφωσαν το υπόβαθρο για την προβολή της Καππαδοκίας ως κοιτίδας της ελληνικής ποίησης.
• Πηγή: Σαπκίδη Όλγα, «Ανακάλυψη του Έπους του Διγενή», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
Παραπομπές
• Bryer, A., “The Tourkokratia in the Pontos: Some Problems and Preliminary Conclusions”, Neo-Hellenika 1 (1970), σελ. 30-54.
• Dawkins, R.D., “The recent study of folklore in Greece”, στο Papers and transactions of the Jubilee Congress of the Folklore Study (1930), σελ. 121-137.
• Legrand, E. – Sathas, C., Les exploits de Digénis Akritas d’après le manuscrit unique de Trébizonde (Paris 1875).
• Ελευθεριάδης, Ρ., Συνασός, ήτοι μελέτη επί των ηθών και των εθίμων αυτής (Αθήναι 1879).
• Ιωαννίδης, Σ., Βασίλειος Διγενής Ακρίτας ο Καππαδόκης (Κωνσταντινούπολις 1887).
• Μπαλτά, Ε. – Αναγνωστάκης, Η., Η Καππαδοκία των «ζώντων μνημείων» (Αθήνα 1990).
• Σάθας, Κ., Bibliotheca Graeca Medii Aevi (Βενετία 1873).
• Τριανταφυλλίδης, Π., Οι Φυγάδες (Αθήνα 1870).
Διαβάστε ακόμη:
Κελώρα: Το χωριό του ήρωα Διγενή Ακρίτα βρισκόταν στη Χαλδία του Πόντου
Στον Πόντο, στις εσχατιές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, «γεννήθηκε» ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας
Ο τάφος του Διγενή Ακρίτα – Ο θρύλος της Τραπεζούντας

















