Έντονη αντιπαράθεση με δημοσιογράφο του CNN είχε ο Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, την ώρα που νέα δημοσκόπηση καταγράφει σημαντική υποχώρηση της δημοτικότητάς του. Ο Αμερικανός πρόεδρος βρέθηκε στο επίκεντρο μετά την αντίδρασή του σε ερώτηση της ανταποκρίτριας του CNN Κρίστεν Χολμς, ενώ ταυτόχρονα η αποδοχή των πεπραγμένων του υποχωρεί στο 33%.
Το επεισόδιο με τη δημοσιογράφο
Η ένταση σημειώθηκε κατά τη διάρκεια ερωτήσεων δημοσιογράφων στο Οβάλ Γραφείο. Η Κρίστεν Χολμς ρώτησε τον Τραμπ σχετικά με δηλώσεις του Δημοκρατικού γερουσιαστή Τζον Όσοφ, ο οποίος σε προεκλογική εκδήλωση στην Τζόρτζια είχε επικρίνει τον Αμερικανό πρόεδρο για το ενδιαφέρον που, όπως υποστήριξε, δείχνει για την προσωπική του ζωή και τις σχέσεις του.
Ο Τραμπ δεν απάντησε επί της ουσίας στην ερώτηση. Λίγο αργότερα, όταν η δημοσιογράφος επιχείρησε να του απευθύνει νέα ερώτηση, αυτή τη φορά για τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν, ο πρόεδρος αντέδρασε σε υψηλούς τόνους.
«Σιωπή!», της είπε επανειλημμένα, ενώ στη συνέχεια πρόσθεσε: «Κάνεις πολλή φασαρία».
Η νέα επίθεση του Τραμπ κατά του CNN ήρθε σε ένα περιβάλλον ήδη έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και του τηλεοπτικού δικτύου, το οποίο έχει κατ’ επανάληψη κατηγορήσει για «ψευδείς ειδήσεις».
Η επίθεση του Λευκού Οίκου
Η αντιπαράθεση δεν σταμάτησε στην αντίδραση του προέδρου. Η ομάδα επικοινωνίας του Λευκού Οίκου Rapid Response 47 εξαπέλυσε προσωπική επίθεση κατά της Κρίστεν Χολμς μέσω X, σχολιάζοντας με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο την ερώτησή της. Σε ανάρτησή της ανέφερε: «Κάποια μέρα, τα παιδιά σου θα πέσουν πάνω σε αυτή την αηδιαστική κι απάνθρωπη ερώτηση. Θα σε σιχαθούν». Η ίδια ομάδα κατηγόρησε επίσης τη δημοσιογράφο για «φτηνό χτύπημα» εναντίον συνεργάτιδας του προέδρου.
Το CNN υπερασπίστηκε την ανταποκρίτριά του, υπογραμμίζοντας ότι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν κάθε δικαίωμα να αμφισβητούν ρεπορτάζ με τα οποία διαφωνούν, αλλά όχι να επιτίθενται προσωπικά σε δημοσιογράφους επειδή θέτουν ερωτήματα. Το δίκτυο έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη προστασίας των αρχών της ελευθεροτυπίας.
Στο 33% η αποδοχή του Τραμπ
Την ίδια στιγμή, η πολιτική εικόνα του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ιδιαίτερα πιεσμένη. Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Ipsos και Reuters, μόλις το 33% των Αμερικανών εγκρίνει τις επιδόσεις του προέδρου, ενώ το 64% δηλώνει ότι δεν τις εγκρίνει.
Το ποσοστό αποδοχής υποχώρησε από το 35% που είχε καταγραφεί σε προηγούμενη έρευνα μέσα στον Αύγουστο και αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης θητείας του Τραμπ. Παράλληλα, ισοφαρίζει το χαμηλότερο ποσοστό που είχε καταγραφεί κατά την πρώτη του θητεία, τον Δεκέμβριο του 2017.
Η πτώση αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις ανησυχίες που προκαλεί ο πόλεμος εναντίον του Ιράν, αλλά και στις οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης, ιδιαίτερα στην άνοδο των τιμών των καυσίμων.
Οι Αμερικανοί φοβούνται παρατεταμένο πόλεμο
Ιδιαίτερα αρνητική είναι η εικόνα που καταγράφεται για τη διάρκεια της σύγκρουσης. Το 80% των Αμερικανών που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση εκτιμά ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ μόλις το 16% θεωρεί ότι θα ολοκληρωθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Ακόμη πιο περιορισμένη είναι η υποστήριξη για την ίδια την απόφαση εμπλοκής στον πόλεμο, καθώς μόλις ένας στους πέντε ερωτηθέντες θεωρεί ότι ήταν μια απόφαση που έπρεπε να ληφθεί.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, καθώς ο Τραμπ είχε δεσμευτεί προεκλογικά ότι θα αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό και ότι δεν θα εμπλέξει τις ΗΠΑ σε αυτό που ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει «πολέμους για πάντα».
Αλλαγή εικόνας και στην οικονομία
Η δημοσκόπηση καταγράφει, παράλληλα, αλλαγή των συσχετισμών στο ζήτημα της οικονομίας. Για πρώτη φορά τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία, οι ερωτηθέντες εμφανίζονται να εμπιστεύονται περισσότερο τους Δημοκρατικούς από τους Ρεπουμπλικάνους για τη διαχείριση της οικονομίας.
Συγκεκριμένα, το 38% θεωρεί ότι οι Δημοκρατικοί θα έκαναν καλύτερη δουλειά, έναντι 35% που επιλέγει τους Ρεπουμπλικάνους.
Πιέσεις καταγράφονται και στο μεταναστευτικό, όπου το προβάδισμα των Ρεπουμπλικάνων έχει περιοριστεί σημαντικά. Το 40% θεωρεί καλύτερη τη δική τους προσέγγιση, ενώ το 38% τάσσεται υπέρ της προσέγγισης των Δημοκρατικών. Η διαφορά αυτή είναι η μικρότερη που έχει καταγραφεί στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, καθώς τον Ιανουάριο του 2025 έφτανε τις 26 μονάδες.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά σε δείγμα 1.166 ενηλίκων σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια, με περιθώριο στατιστικού σφάλματος ±3%.
Έτσι, το νέο επεισόδιο με τη δημοσιογράφο του CNN έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει αυξανόμενη πολιτική πίεση. Η πτώση της αποδοχής του, οι ανησυχίες για την πορεία του πολέμου και οι οικονομικές επιπτώσεις δημιουργούν ένα δύσκολο σκηνικό για τον Αμερικανό πρόεδρο, με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν.

















