Πληγές που ο χρόνος δεν τις γιατρεύει, όσες δεκαετίες κι αν περάσουν. Για τον ελληνισμό της Κύπρου, οι μνήμες του 1974 είναι αυτό ακριβώς: ανοιχτές και αγιάτρευτες πληγές που προκαλούν συνεχώς τον ίδιο πόντο και με την ίδια ένταση. Για τους ανθρώπους όμως που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, που είδαν τους συμπολεμιστές τους να χάνονται και την πατρίδα τους να διαμελίζεται, η θύμηση εκείνων των ημερών συνδέεται άρρηκτα με την ίδια τους την ύπαρξη.
Ένας από εκείνους τους ανθρώπους είναι και ο πρόεδρος του Συλλόγου Κυπρίων Ρόδου Γιώργος Συμεωνίδης που μίλησε στην εφ. Η Ροδιακή και τη δημοσιογράφο Βαρβάρα Μπογδάνου για τις δραματικές στιγμές τις οποίες έζησε ως νεαρός ανθυπολοχαγός και πρωτοετής φοιτητής Ιατρικής, ξεδιπλώνοντας μια συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία για τον πόλεμο, την επιβίωση και την απώλεια.
Από τα έδρανα της Ιατρικής στην πρώτη γραμμή
Το καλοκαίρι του 1974, ο Γιώργος Συμεωνίδης βρισκόταν στην Κύπρο για τις θερινές του διακοπές, όντας πρωτοετής φοιτητής στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, έχοντας ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία τον Ιούλιο του 1973 ως ανθυπολοχαγός. Με το ξέσπασμα του πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου, κλήθηκε να παρουσιαστεί στο 398 Τάγμα Πεζικού, το οποίο εδρευε μόλις 200 μέτρα από το πατρικό του σπίτι στην Κυθρέα.
Με την έναρξη της τουρκικής εισβολής στις 20 Ιουλίου, ανέλαβε τη διοίκηση της 3ης διμοιρίας υποστήριξης. Οι δυνάμεις της Εθνοφρουράς ενεπλάκησαν σε σκληρές μάχες για την κατάληψη των τουρκοκυπριακών χωριών γύρω από τον θύλακα του Τζιάδους. Στη συνέχεια, η διμοιρία του μεταφέρθηκε εκτάκτως στο Δίκωμο, ένα στρατηγικό σημείο πάνω από την Αγύρτα, όπου δίνονταν σφοδρές μάχες υπό τις διαταγές του ταγματάρχη Μάρκου.
Παρά τους συνεχείς βομβαρδισμούς από την τουρκική αεροπορία και τα ελικόπτερα, οι ελληνικές δυνάμεις συγκράτησαν τις θέσεις τους μέχρι την εκεχειρία της 22ας Ιουλίου –μια εκεχειρία που, όπως καταγγέλλει, η τουρκική πλευρά δεν τήρησε ποτέ.
Η τραγωδία της 14ης Αυγούστου
Η 14η Αυγούστου, ημέρα εκδήλωσης του «Αττίλα ΙΙ», σφράγισε για πάντα τη ζωή του. Ενώ η διμοιρία του κάλυπτε την υποχώρηση του τάγματος, τουρκικά άρματα μάχης εμφανίστηκαν στα υψώματα, αποκόπτοντας την οδό διαφυγής προς τις ελληνικές γραμμές.
Μπροστά στον άμεσο κίνδυνο εγκλωβισμού, ο Γιώργος Συμεωνίδης μαζί με δέκα ακόμη άνδρες αναγκάστηκαν να κατευθυνθούν προς τον Πενταδάκτυλο. Ακολούθησε μια εξαντλητική πορεία τριών ημερών, καλύπτοντας συνολικά 60 χιλιόμετρα αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της νύχτας, μέσα από την κοίτη ενός ξερού ποταμού. Κρυμμένοι ακόμα και σε χωράφια με τριφύλλι για να γλιτώσουν από τους αεροπορικούς πολυβολισμούς, κατάφεραν τελικά να φτάσουν στις αγγλικές βάσεις της Λάρνακας και να σωθούν.

Το πηγάδι του θανάτου στο Τζιάδος
Πέντε στρατιώτες της διμοιρίας του δεν στάθηκαν τυχεροί. Εγκλωβίστηκαν από τα τουρκικά άρματα και αιχμαλωτίστηκαν, με τη στιγμή της σύλληψής τους να απαθανατίζεται από τον Τούρκο δημοσιογράφο Τζουνέιτ Κουρτσεβέρ. Ανάμεσά τους ήταν και ο εθελοντής Γιάννης Παπαγιάννης, ο οποίος είχε επιστρέψει από την Αγγλία για διακοπές και φορούσε ακόμη τα πολιτικά του παπούτσια.
Για δεκαετίες, οι πέντε εθνοφρουροί θεωρούνταν αγνοούμενοι. Η τραγική αλήθεια αποκαλύφθηκε το 2009, όταν μετά από έρευνες και μαρτυρίες Τουρκοκυπρίων, εντοπίστηκε ένα πηγάδι στο χωριό Τζιάδος.
Μέσα σε αυτό βρέθηκαν τα οστά 13 στρατιωτών της διμοιρίας του Συμεωνίδη, καθώς και άλλων οκτώ ανδρών του τάγματος. Όλοι είχαν εκτελεστεί εν ψυχρώ με χαριστική βολή στο κεφάλι.
Επιστροφή στην κατεχόμενη Κυθρέα
Είκοσι οκτώ χρόνια μετά την εισβολή, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, ο Γιώργος Συμεωνίδης επισκέφθηκε το πατρικό του σπίτι στην Κυθρέα. Το χωριό, άλλοτε πλούσιο σε παραγωγή εσπεριδοειδών, είχε ερημώσει και το ιστορικό κεφαλόβρυσο είχε στερέψει.
Στο σπίτι του κατοικούσε μια οικογένεια Τουρκοκυπρίων. Η γυναίκα τον υποδέχθηκε και του παρέδωσε το μοναδικό αντικείμενο που είχε διασωθεί από τη λεηλασία: ένα σκουριασμένο αθλητικό κύπελλο που είχε κερδίσει ο ίδιος όταν ήταν μαθητής της ΣΤ’ Δημοτικού.

Παρά τις πικρές αναμνήσεις, ο πρόεδρος του Συλλόγου Κυπρίων Ρόδου συνεχίζει να επισκέπτεται το σπίτι του σχεδόν κάθε χρόνο. Όπως εξομολογείται, η εμπειρία του πολέμου τον άλλαξε βαθιά, κάνοντάς τον πιο ήπιο και ανθρωπιστή, ενώ υπογραμμίζει πως η διατήρηση της μνήμης είναι το ελάχιστο χρέος απέναντι στους ανθρώπους που θυσιάστηκαν.

















